Ελιά Καλαμών: όταν η προειδοποίηση γίνεται πραγματικότητα

Μια διευκρίνιση πριν ξεκινήσω, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αυστραλία ολοκλήρωσαν τις διαπραγματεύσεις για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στις 24 Μαρτίου 2026. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν η συμφωνία τεθεί σε ισχύ θα καταργηθούν, μεταξύ άλλων, οι δασμοί στις εξαγωγές κονσερβοποιημένης ελιάς της ΕΕ προς την Αυστραλία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θεσπίστηκε αδασμολόγητη ποσόστωση για αυστραλιανή επιτραπέζια ελιά στην ευρωπαϊκή αγορά· οι ειδικές ποσοστώσεις που έχουν ανακοινωθεί αφορούν συγκεκριμένα ευαίσθητα προϊόντα. Όσα γράφω παρακάτω για πιθανή διεύρυνση των αδασμολόγητων εισαγωγών είναι λοιπόν προειδοποίηση για την κατεύθυνση της εμπορικής πολιτικής, όχι αναφορά σε κάτι που έχει ήδη αποφασιστεί.
Το πρόσφατο δημοσίευμα για την αυστραλιανή αγορά περιγράφει κάτι που οι Έλληνες παραγωγοί ξέρουν καλά. Στο εξωτερικό, η επιτραπέζια ελιά μας ανταγωνίζεται προϊόντα φθηνότερα, με οργανωμένη προσφορά και πολύ πιο επιθετική εμπορική παρουσία. Το ότι χάνουμε μερίδια στην Αυστραλία δεν είναι κακή στιγμή. Δείχνει τι συμβαίνει σε μια χώρα που έχει προϊόν με ισχυρή ταυτότητα, αλλά δεν το υπερασπίζεται εγκαίρως και με μία φωνή.
Επί χρόνια επέμενα ότι η υπόθεση της «Ελιάς Καλαμάτας» δεν ήταν καβγάς για μια λέξη στην ετικέτα. Το ερώτημα ήταν πώς συνδέουμε την ποικιλία με τον τόπο, την εμπορική ονομασία με τη γεωγραφική ένδειξη. Και, ακόμη περισσότερο, αν θα προετοιμαζόμασταν για αγορές που ανοίγουν, για εμπορικές συμφωνίες που πολλαπλασιάζονται και για ανταγωνιστές που αποκτούν ολοένα καλύτερους όρους πρόσβασης. Τότε κάποιοι το θεώρησαν υπερβολή. Η σημερινή συζήτηση για δασμούς και ποσοστώσεις δείχνει ότι δεν ήταν.
Στο άρθρο μου του 2022 είχα γράψει ότι η διαμάχη για την ΠΟΠ «Ελιά Καλαμάτας» ξεκίνησε από λάθος χειρισμούς, ελλιπή τεκμηρίωση, ασυνεπή εφαρμογή των κανόνων και αντιφατικές ερμηνείες για τη χρήση του όρου «Καλαμάτα». Αναφέρθηκα στην υπουργική απόφαση του 2018, στην καταχώριση της «Καλαμάτας» ως συνωνύμου της ποικιλίας Καλαμών και στη χρήση του όρου σε δράσεις προβολής στο εξωτερικό. Τις θέσεις αυτές τις κρατώ. Είναι μέρος μιας δημόσιας διαφωνίας που χρειάζεται διαφάνεια και πλήρη στοιχεία, όχι επιλεκτικές αναφορές.
Ένα κράτος που έφτασε αργά
Η αρχή του προβλήματος είναι απλή: δεν διαμορφώθηκε εγκαίρως μια κοινή εθνική θέση, στηριγμένη στην επιστήμη. Μια υπόθεση με τέτοιο οικονομικό, πολιτισμικό και εξαγωγικό βάρος αφέθηκε να γίνει αντιπαράθεση ανάμεσα σε παραγωγούς, μεταποιητές, επαγγελματικούς φορείς, τοπικές αρχές και υπουργείο. Από την πρώτη μέρα έπρεπε να είχαν συγκεντρωθεί τα ιστορικά στοιχεία, η νομοθεσία, η πρακτική των αγορών και οι συνέπειες κάθε επιλογής.
Η διοίκηση όφειλε να φέρει όλους στο ίδιο τραπέζι, να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία πάνω στα οποία αποφάσιζε και να ζητήσει ανεξάρτητη επιστημονική γνώμη. Όπου υπήρχε αμφισβήτηση, έπρεπε να λυθεί θεσμικά, πριν καταλήξει στα δικαστήρια. Το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται ως διαιτητής μόνο όταν η σύγκρουση έχει πια ξεφύγει. Οφείλει να θέτει κανόνες, να τους εξηγεί και να τους εφαρμόζει με συνέπεια.
Το όνομα έχει αξία, και κόστος
Υποτιμήσαμε επίσης τη δύναμη μιας ονομασίας. Η γεωγραφική ένδειξη δεν στολίζει την ετικέτα. Πίσω της βρίσκονται προδιαγραφές, έλεγχοι, συλλογική φήμη και προστιθέμενη αξία. Όταν δεν είναι ξεκάθαρο ποιος δικαιούται να τη χρησιμοποιεί, για ποιο προϊόν και με ποιους όρους, μπερδεύονται όλοι: ο παραγωγός, ο εισαγωγέας, ο καταναλωτής.
Τέτοια ζητήματα δεν κλείνουν επαναλαμβάνοντας μια άποψη ή επικαλούμενοι έναν κατάλογο ή ένα έγγραφο. Χρειάζεται να εξεταστούν μαζί οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί κανόνες, η ιστορική χρήση, η καταχωρισμένη προδιαγραφή και η πραγματικότητα της αγοράς. Κάθε απόφαση δημόσιου φορέα πρέπει να είναι αιτιολογημένη, συνεπής και προσβάσιμη στους πολίτες. Όταν αυτό δεν γίνεται, η αβεβαιότητα δεν χάνεται. Απλώς πέφτει στις πλάτες της παραγωγής και των εξαγωγών.
Πολλές φωνές, κανένα μήνυμα
Ο κλάδος δεν κατάφερε να μιλήσει ενωμένος. Οι επαγγελματικές οργανώσεις υπερασπίζονται τα μέλη τους, και σωστά. Έχουν όμως ευθύνη και για το πώς οι θέσεις τους επηρεάζουν ολόκληρη την αλυσίδα και τη φήμη του ελληνικού προϊόντος. Όταν φορείς στέλνουν αντιφατικά μηνύματα για την ίδια ονομασία, η αγορά δεν κάθεται να περιμένει να τα βρούμε. Πηγαίνει στον προμηθευτή που της προσφέρει σαφή ταυτότητα, σταθερότητα, ποσότητα και τιμή.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε στην Αυστραλία. Ο Έλληνας παραγωγός δεν κρίνεται μόνο από την ποιότητα του καρπού. Κρίνεται από το κόστος συγκομιδής, τα εργατικά χέρια που (δεν) βρίσκει, τις μεταφορές, τη χρηματοδότηση, την τυποποίηση, τη συνέπεια στις παραδόσεις, την αναγνωρισιμότητα. Αν οι ανταγωνιστές μας οργανώνονται και εμείς μένουμε κατακερματισμένοι, η ποιότητα μόνη της δεν φτάνει.
Εμπόριο και γεωργία δεν είναι χωριστά κεφάλαια
Αντιμετωπίσαμε τις εμπορικές συμφωνίες σαν να μην αφορούσαν την αγροτική πολιτική. Η συμφωνία με την Αυστραλία, σύμφωνα με την Επιτροπή, καταργεί τους δασμούς στις ευρωπαϊκές κονσερβοποιημένες ελιές και προστατεύει την ΠΟΠ «Ελιά Καλαμάτας» στην αυστραλιανή αγορά. Είναι ευκαιρίες, αλλά δεν αξιοποιούνται από μόνες τους. Θέλουν ενημέρωση, οργανωμένους εξαγωγείς, κοινή προώθηση και προϊόν με σταθερά χαρακτηριστικά και αξιόπιστο όγκο.
Από την άλλη, κάθε άνοιγμα αγορών φέρνει και περισσότερο ανταγωνισμό. Γι’ αυτό έλεγα χρόνια ότι πρέπει να κοιτάμε όχι μόνο τι εξάγουμε, αλλά και τι μπορεί να μπει στην ευρωπαϊκή αγορά, με ποιους όρους και με ποιο αποτέλεσμα για τους παραγωγούς μας. Δεν μιλάω για συγκεκριμένη ποσόστωση χωρίς να έχω δει τα επίσημα κείμενα. Μιλάω για την ανάγκη ενός μόνιμου μηχανισμού που θα παρακολουθεί συμφωνίες, δασμούς, ποσοστώσεις και πιθανές αναταράξεις στην αγορά.
Η ποιότητα θέλει σχέδιο
Συχνά εξαντλήσαμε τις δυνάμεις μας στην υπεράσπιση του ονόματος και αφήσαμε πίσω την αναβάθμιση της αλυσίδας. Μας λείπουν αξιόπιστα στοιχεία για παραγωγή, εξαγωγές, κόστος και τιμές. Μας λείπει συστηματική εικόνα για το τι κάνουν οι ανταγωνιστές. Χρειαζόμαστε κοινές προδιαγραφές ποιότητας, επενδύσεις σε τυποποίηση και καινοτομία, πραγματική παρουσία σε εκθέσεις και δίκτυα διανομής.
Και χρειαζόμαστε σχέδιο για το αυξημένο κόστος, την κλιματική πίεση και τα προβλήματα της συγκομιδής. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις γεωγραφικές ενδείξεις έχουν νόημα μόνο αν συνοδεύονται από εθνική εφαρμογή, ελέγχους και ουσιαστική στήριξη. Αλλιώς η προστασία μένει στα χαρτιά και ο παραγωγός διαπραγματεύεται μόνος του με μια αγορά που παίζει σε παγκόσμιο γήπεδο.
Από τη διαμάχη στη λογοδοσία
Η υπόθεση πρέπει να γίνει μάθημα για όλους: για το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τις υπηρεσίες που χειρίζονται ποικιλίες και γεωγραφικές ενδείξεις, τους οργανισμούς έρευνας και ελέγχου, τις επαγγελματικές οργανώσεις, τις περιφέρειες. Ο καθένας οφείλει να πει τι ήξερε, ποιες εισηγήσεις είχε μπροστά του, πώς τις αξιολόγησε και γιατί διάλεξε τον δρόμο που διάλεξε.
Δεν φτάνει να ψάχνουμε υπευθύνους αφού γίνει η ζημιά. Χρειάζεται θεσμικός απολογισμός με έγγραφα, χρονολόγιο αποφάσεων και συγκεκριμένες προτάσεις. Χρειάζεται μια μόνιμη ομάδα για τις γεωγραφικές ενδείξεις και το διεθνές εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων, όπου θα κάθονται μαζί επιστήμονες, παραγωγοί, μεταποιητές και εξαγωγείς. Και χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο που θα δένει τη νομική προστασία με την ποιότητα, την παραγωγή, την εξωστρέφεια και τη διαπραγμάτευση στην Ευρώπη.
Όσα έλεγα τότε δεν τα έλεγα για να δικαιωθώ αργότερα. Ήταν έκκληση να προλάβουμε τις εξελίξεις. Το δημοσίευμα για την Αυστραλία και οι νέοι εμπορικοί κανόνες δείχνουν πόσο γρήγορα αλλάζουν οι αγορές. Η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο για καθυστερήσεις και διχασμούς, ούτε για να μπερδεύει την προστασία ενός ονόματος με την προστασία του ίδιου του προϊόντος








