FAO: Η υδατοκαλλιέργεια οδηγεί την παγκόσμια ανάπτυξη έως το 2034

Περισσότερη παραγωγή, αυξανόμενες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή και ανάγκη για νέα μοντέλα διαχείρισης
10/09/2026
10'+ διάβασμα
fao-i-ydatokalliergeia-odigei-tin-pagkosmia-anaptyxi-eos-to-2034-385385

Ο παγκόσμιος τομέας της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού για την Γεωργία και τα Τρόφιμα των Ηνωμένων Εθνών (FAO) για την κατάσταση των αλιευτικών πόρων και των υδατοκαλλιεργειών διεθνώς, καταγράφει τον μετασχηματισμό του κλάδου καθώς εισέρχεται σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών.

Οι εκτιμήσεις του FAO για την περίοδο 2024-2034 αναφέρουν ότι η συνολική παραγωγή υδρόβιων ζώων θα συνεχίσει να αυξάνεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Με κινητήρια δύναμη την υδατοκαλλιέργεια, η οποία αναμένεται να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης παγκόσμιας προσφοράς, η αλιεία αναμένεται σε μεγάλο βαθμό σταθερή, δείχνοντας περιορισμένες δυνατότητες επέκτασης.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο του FAO, το οποίο δεν αποτελεί πρόβλεψη αλλά ανάλυση μιας πιθανής πορείας με βάση τις σημερινές οικονομικές, τεχνολογικές και πολιτικές συνθήκες, η παγκόσμια παραγωγή υδρόβιων ζώων αναμένεται να φθάσει τους 214 εκατομμύρια τόνους το 2034, από περίπου 195 εκατομμύρια τόνους το 2024, κερδίζοντας ένα 10% μέσα σε μία δεκαετία.

Η βραδύτερη αυτή ανάπτυξη σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, δείχνει ότι ο κλάδος εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης, με περισσότερους περιορισμούς από το περιβάλλον, τη διαθεσιμότητα πόρων και τη βιολογική παραγωγικότητα. Υπενθυμίζεται ότι μεταξύ 2014-2024 η παγκόσμια παραγωγή αυξήθηκε κατά περίπου 34 εκατομμύρια τόνους (21%).

Η υδατοκαλλιέργεια γίνεται ο βασικός πυλώνας της παγκόσμιας προσφοράς

Η μεγαλύτερη αλλαγή, που καταγράφει η έκθεση, αφορά στη συνεχή ενίσχυση του ρόλου των υδατοκαλλιεργειών. Το 2034 η παραγωγή υδρόβιων ζώων από υδατοκαλλιέργεια αναμένεται να φτάσει τους 119 εκατομμύρια τόνους, έναντι 103 εκατομμυρίων τόνων το 2024 (+16%). Έτσι, η υδατοκαλλιέργεια θα αντιπροσωπεύει το 56% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής στην κατηγορία, έναντι 53% το 2024. Εάν εξαιρεθεί η Κίνα, η συμμετοχή της θα αυξηθεί από 36% σε 39%.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σταδιακή μετατόπιση του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων προς την ελεγχόμενη παραγωγή. Ωστόσο, πρόκειται για ανάπτυξη που δεν θεωρείται απεριόριστη. Ο FAO επισημαίνει ότι η επέκταση θα επηρεαστεί από αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, αλλά και ανταγωνισμό για γη και νερό, ανάγκη προστασίας της ποιότητας των υδάτων, αλλά και τις αυξανόμενες επιπτώσεις των ασθενειών στα εντατικά συστήματα παραγωγής.

Από την άλλη, η τεχνολογική πρόοδος αναμένεται να εξακολουθήσει ως μοχλός αποδοτικότητας μέσω γενετικής βελτίωσης, καλύτερων ζωοτροφών, βελτιωμένων πρακτικών διαχείρισης και ενίσχυσης της βιοασφάλειας.

Η Ασία θα παραμείνει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Το 2034 αναμένεται να παράγει περίπου το 88% της παγκόσμιας παραγωγής υδατοκαλλιέργειας, ενώ η Κίνα θα εξακολουθήσει να είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα, με μερίδιο περίπου 56% της παγκόσμιας υδατοκαλλιέργειας.

Εκτός Ασίας, η ανάπτυξη αναμένεται να είναι ταχύτερη σε περιοχές όπου ο κλάδος βρίσκεται ακόμη σε χαμηλότερη βάση. Ενδεικτικά, η Αφρική προβλέπεται να αυξήσει την παραγωγή της κατά 37% έως το 2034, οι Λατινική Αμερική και Καραϊβική κατά 26%, η Ευρώπη κατά 13%, ενώ η Ωκεανία κατά 41%, αν και από σαφώς μικρότερη βάση.

Η αλιεία παραμένει κρίσιμη αλλά με περιορισμένα περιθώρια ανάπτυξης

Σε αντίθεση με την υδατοκαλλιέργεια, η αλιεία αναμένεται να παρουσιάσει μόνο μικρή αύξηση. Η παραγωγή αλιευμάτων προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 92 εκατομμύρια τόνους το 2024 σε 95 εκατομμύρια τόνους το 2034 (περίπου +3%).

Αυτή η περιορισμένη αύξηση αντανακλά τη μακροχρόνια τάση που παρατηρείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Πλέον, τα περισσότερα αλιευτικά συστήματα έχουν φθάσει κοντά στα βιολογικά τους όρια και η αύξηση της παραγωγής εξαρτάται, κυρίως, από καλύτερη διαχείριση, αποκατάσταση αποθεμάτων και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των αλιευμάτων.

Και στην περίπτωση της αλιείας, η Κίνα θα παραμείνει η μεγαλύτερη δύναμη, με περίπου 13 εκατομμύρια τόνους παραγωγής το 2034, αν και η εγχώρια αλιευτική παραγωγή της αναμένεται να μειωθεί σταδιακά λόγω πολιτικών περιορισμού, μείωσης του αριθμού σκαφών, αυστηρότερων αδειοδοτήσεων και ενίσχυσης των μέτρων κατά της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (IUU fishing).

Η παγκόσμια ζήτηση για τρόφιμα υδρόβιας προέλευσης αυξάνεται

Η πλειονότητα της παγκόσμιας παραγωγής αλιείας και υδατοκαλλιέργειας θα συνεχίσει να προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, με το ποσοστό, να αναμένεται ελαφρώς αυξημένο, από 89% το 2024 σε 90% το 2034. Η συνολική διαθεσιμότητα τέτοιων τροφίμων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση προβλέπεται να φτάσει τους 193 εκατομμύρια τόνους το 2034.

Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν θα κατανέμεται ομοιόμορφα. Η Ασία θα απορροφήσει περίπου το 78% της πρόσθετης παγκόσμιας διαθεσιμότητας έως το 2034 και θα αντιπροσωπεύει περίπου το 74% της συνολικής ποσότητας.

Η παγκόσμια κατά κεφαλή διαθεσιμότητα τροφίμων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας αναμένεται να αυξηθεί ελαφρά, από 21,3 κιλά ανά άτομο το 2024 σε 21,9 κιλά το 2034. Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στην Αφρική, καθώς, παρά την άνοδο της συνολικής παραγωγής και των εισαγωγών, η ταχεία πληθυσμιακή αύξηση αναμένεται να περιορίσει τη διαθέσιμη ποσότητα ανά κάτοικο, η οποία προβλέπεται να μειωθεί περίπου κατά 4% έως το 2034, ιδιαίτερα στην Υποσαχάρια Αφρική. Αντίθετα, η Βόρεια Αφρική αναμένεται να παρουσιάσει βελτίωση, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της υδατοκαλλιέργειας στην Αίγυπτο.

Ευρώπη και Μεσόγειος: σταθερότητα, προσαρμογή και ανάγκη κλιματικής ανθεκτικότητας

Η Ευρώπη εμφανίζει διαφορετική εικόνα σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες περιοχές. Οι προοπτικές του FAO «μιλούν» για μία παραγωγή υδατοκαλλιέργειας που θα αυξηθεί κατά περίπου 13% έως το 2034, ενώ η συνολική διαθεσιμότητα των αντίστοιχων τροφίμων στην Ευρώπη αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 2%.

Η Μεσόγειος βρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών για βιώσιμη διαχείριση και προσαρμογή. Η έκθεση αναφέρεται στον ρόλο της Γενικής Επιτροπής Αλιείας για τη Μεσόγειο (GFCM) στην προώθηση ανθεκτικών συστημάτων υδατοκαλλιέργειας, μέσω εργαλείων, όπως ο κλιματικά ευαίσθητος χωροταξικός σχεδιασμός, η παρακολούθηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και η ανάπτυξη επιδεικτικών κέντρων για καινοτόμες πρακτικές.

Ως προς τις μεσογειακές χώρες, η πρόκληση αφορά τον συνδυασμό παραγωγικής ανάπτυξης και προστασίας των οικοσυστημάτων, καθώς η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει σταδιακά τις συνθήκες παραγωγής και τη γεωγραφική κατανομή των ειδών.

Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τον χάρτη των αλιευμάτων

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της έκθεσης αφορά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη γεωγραφία των αλιευτικών πόρων.

Τα μοντέλα του FAO δείχνουν ότι η αύξηση της θερμοκρασίας των ωκεανών μπορεί να οδηγήσει σε μετακινήσεις ειδών προς υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη. Οι τροπικές και υποτροπικές περιοχές αναμένεται να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες απώλειες βιομάζας, ενώ περιοχές υψηλότερων γεωγραφικών πλατών ενδέχεται να παρουσιάσουν αύξηση λόγω μετακίνησης ειδών.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του FishMIP, σε σενάριο υψηλών εκπομπών, η παγκόσμια θαλάσσια βιομάζα ψαριών θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 30-40% έως το 2100 σε σύγκριση με την περίοδο 1950-2014. Ιδιαίτερα ευάλωτα, φυσικά, θεωρούνται τα μικρά νησιωτικά αναπτυσσόμενα κράτη, τα οποία εξαρτώνται σημαντικά από τους θαλάσσιους πόρους.

Η περίπτωση του τόνου στον Ειρηνικό Ωκεανό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα μοντέλα SEAPODYM δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να μετακινήσει τις συγκεντρώσεις πληθυσμών προς ανατολικότερες περιοχές, επηρεάζοντας τα έσοδα χωρών, που εξαρτώνται σημαντικά από τις άδειες αλιείας. Για τον λόγο αυτό, ο FAO επισημαίνει ότι τα κλιματικά μοντέλα δεν αποτελούν απλώς επιστημονικά εργαλεία πρόβλεψης, πλέον, αλλά εργαλεία χάραξης πολιτικής, τα οποία μπορούν να καθοδηγήσουν τον σχεδιασμό εθνικών σχεδίων προσαρμογής, την αναθεώρηση ποσοστώσεων και αλιευτικών δικαιωμάτων, καθώς και τη σύναψη νέων διακρατικών συμφωνιών για τη διαχείριση μετακινούμενων ιχθυαποθεμάτων.

Εμπόριο και τιμές: νέες ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά

Το διεθνές εμπόριο υδρόβιων προϊόντων θα συνεχίσει να αυξάνεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό. Το ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής που εισέρχεται στις διεθνείς αγορές αναμένεται να μειωθεί ελαφρώς κατά 1% μεταξύ 2024 και 2034 (από 36% σε 35%).

Η Ασία, και πάλι, θα παραμείνει η σημαντικότερη εξαγωγική περιοχή, με περίπου 49% των παγκόσμιων εξαγωγών. Η Κίνα θα συνεχίσει να αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα σε όγκο, αν και η αύξηση των εξαγωγών της αναμένεται να περιοριστεί καθώς αυξάνεται η εσωτερική κατανάλωση.

Το Βιετνάμ και η Νορβηγία θα παραμείνουν σημαντικοί εξαγωγείς σε εξειδικευμένες κατηγορίες προϊόντων.

Οι τιμές των αλιευτικών προϊόντων αλλά και των προϊόντων υδατοκαλλιεργειών αναμένεται να αυξηθούν σε ονομαστικούς όρους έως το 2034, λόγω της ζήτησης, του κόστους εισροών και των περιορισμών στην αύξηση της προσφοράς. Σε πραγματικούς όρους, ωστόσο, ο FAO προβλέπει σταδιακή μείωση των τιμών στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων.

Από την ποσότητα στην αξία

Πίσω από τις προβλέψεις για την παραγωγή και το εμπόριο, η έκθεση του FAO αναδεικνύει και μια ευρύτερη μετατόπιση του παγκόσμιου τομέα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας. Με βάση αυτή, η μελλοντική ανάπτυξη δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την αύξηση των παραγόμενων ποσοτήτων, αλλά, ολοένα και περισσότερο, από την αποδοτικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Η βελτίωση της μεταποίησης, η μείωση των απωλειών σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, η αξιοποίηση των υποπροϊόντων, η ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας και η παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αυξανόμενη αξιοποίηση υποπροϊόντων της μεταποίησης για την παραγωγή ιχθυάλευρων και ιχθυελαίων, η οποία περιορίζει τις απώλειες πρώτης ύλης και ενισχύει την κυκλική αξιοποίηση των αλιευτικών πόρων.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η παραγωγή δεν μπορεί να αυξάνεται απεριόριστα λόγω φυσικών και περιβαλλοντικών περιορισμών, η κατεύθυνση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η δημιουργία μεγαλύτερης οικονομικής αξίας μέσω της ποιότητας, της πιστοποίησης, της καινοτομίας και της βιώσιμης διαχείρισης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την αύξηση της παραγωγής, ενισχύοντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Το κλειδί στη διεθνή συνεργασία

Κομβικής σημασίας, όμως, για την ανάπτυξη του τομέα παγκοσμίως κρίνεται και η ικανότητα διαχείρισης των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται στους θαλάσσιους και εσωτερικούς υδάτινους πόρους.

Η ενίσχυση των Περιφερειακών Οργανισμών Διαχείρισης Αλιείας, η βελτίωση των δεδομένων, η ψηφιακή παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων, η επιστημονική αξιολόγηση των αποθεμάτων και η εφαρμογή κλιματικά προσαρμοσμένων πολιτικών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της παραγωγικότητας και της βιωσιμότητας του τομέα.

Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση των ιχθυαποθεμάτων δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε εθνικό επίπεδο. Η μετακίνηση των αλιευτικών πόρων λόγω της κλιματικής αλλαγής, η αντιμετώπιση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, καθώς και η προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, απαιτούν στενότερη διεθνή συνεργασία. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν η νέα Συμφωνία για τη Βιοποικιλότητα στις Περιοχές Πέραν της Εθνικής Δικαιοδοσίας (BBNJ), η Συμφωνία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις επιζήμιες αλιευτικές επιδοτήσεις και ο ενισχυμένος ρόλος των περιφερειακών οργανισμών, οι οποίοι καλούνται να στηρίξουν τη λήψη αποφάσεων με κοινά επιστημονικά δεδομένα, συντονισμένη παρακολούθηση και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς ελέγχου. Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τη Μεσόγειο, όπου η διαχείριση των περισσότερων εμπορικών αποθεμάτων προϋποθέτει διακρατικό συντονισμό.

Την ίδια στιγμή, η υιοθέτηση των Κατευθυντήριων Γραμμών για τη Βιώσιμη Υδατοκαλλιέργεια του FAO δημιουργεί, για πρώτη φορά, ένα κοινό διεθνές πλαίσιο για την ανάπτυξη του κλάδου, με έμφαση στη βιωσιμότητα, την κοινωνική ένταξη, την καινοτομία και την προστασία των οικοσυστημάτων.

Η παγκόσμια εικόνα που αποτυπώνει η έκθεση δείχνει έναν τομέα σε μετάβαση, με την υδατοκαλλιέργεια να κερδίζει συνεχώς έδαφος και την αλιεία να αναζητά αποτελεσματικότερες μορφές διαχείρισης σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται. Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί, όχι μόνο από την παραγωγική δυναμική του κλάδου, αλλά και από το κατά πόσο οι χώρες θα καταφέρουν να συνδυάσουν την επιστημονική γνώση, τη διεθνή συνεργασία και τη βιώσιμη αξιοποίηση των υδάτινων πόρων.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: