Φορολογική ανάσα, αλλά χωρίς απαντήσεις στα μεγάλα αγροτικά προβλήματα, οι εξαγγελίες Μητσοτάκη

Την αντίδραση της ίδιας της αγροτικής βάσης θέλησε να καταγράψει η «ΥΧ» μετά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. Για τον λόγο αυτό απευθυνθήκαμε σε αγρότες, κτηνοτρόφους και εκπροσώπους του πρωτογενούς τομέα από διαφορετικές περιοχές της χώρας, ζητώντας τους να σχολιάσουν τα μέτρα και να μιλήσουν για όσα παραμένουν ανοιχτά στην καθημερινότητά τους.
Από τη Θεσσαλία έως τη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη, η εικόνα που μεταφέρουν οι παραγωγοί κάθε άλλο παρά ενιαία είναι. Η φορολογική ελάφρυνση αναγνωρίζεται ως θετική, ωστόσο για πολλούς δεν αγγίζει τον πυρήνα των προβλημάτων. Υψηλό κόστος παραγωγής, χαμηλές τιμές, ενέργεια, ζωονόσοι, καθυστερήσεις στις πληρωμές και έλλειψη μακρόπνοου σχεδιασμού συνθέτουν ένα δύσκολο παζλ. Οι ίδιοι οι άνθρωποι της παραγωγής μιλούν στην «ΥΧ» και απαντούν στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από όλες τις επιμέρους διεκδικήσεις: αρκούν τα μέτρα της ΔΕΘ για να κρατήσουν τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο στο χωράφι και στο στάβλο;
Θεσσαλία: Εξαγγελίες χωρίς στρατηγική και ο πρωτογενής τομέας σε αδιέξοδο
Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της ΔΕΘ παρουσιάστηκαν ως ένα πακέτο μέτρων με στόχο την ανακούφιση των πολιτών και την ενίσχυση της οικονομίας. Για τον αγροτικό κόσμο, όμως, η πραγματικότητα μοιάζει να είναι πολύ διαφορετική, όπως τουλάχιστον αποτυπώνεται στις δηλώσεις των παραγωγών.
Ο πρόεδρος του Παλαρισαϊκού Συλλόγου, Ιορδάνης Ιωαννίδης, δηλώνει στην «ΥΧ»:
«Ήταν, ίσως, μια φιλότιμη προσπάθεια μιας κυβέρνησης που μέχρι σήμερα έχει αποδείξει ότι στερείται ενός ολοκληρωμένου και μακρόπνοου στρατηγικού σχεδιασμού για τον πρωτογενή τομέα. Ενός τομέα που, αντί να αντιμετωπίζεται ως βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και της διατροφικής ασφάλειας της χώρας, μοιάζει να οδηγείται σταδιακά σε οικονομική ασφυξία.
Το κόστος παραγωγής έχει γίνει δυσβάσταχτο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Έλληνα αγρότη παραμένει το κόστος παραγωγής. Το ερώτημα είναι απλό: Πώς μπορεί να παραμείνει ένας αγρότης στο χωράφι όταν η τιμή που παίρνει για το προϊόν του δεν καλύπτει ούτε το κόστος για να το παράγει; Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα σιτηρά, όπου οι τιμές παραγωγού βρίσκονται σε επίπεδα που προκαλούν έντονο προβληματισμό στους παραγωγούς. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, όμως, δεν ακούσαμε κάποια ουσιαστική απάντηση. Το ίδιο ισχύει και για το αγροτικό ρεύμα, ενώ αρκετές από τις εξαγγελίες δεν αφορούν όλους τους παραγωγούς.
Ο Έλληνας αγρότης δεν ζητά προνόμια. Ζητά να μπορεί να παράγει και να ζει από τη δουλειά του. Και σήμερα αυτό κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι. Αντί, λοιπόν, να συζητάμε για το πώς θα κρατήσουμε τον αγρότη στο χωράφι, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: όλο και περισσότεροι παραγωγοί να εγκαταλείπουν την παραγωγή, να αφήνουν τα χωράφια τους και να αναζητούν άλλον τρόπο για να επιβιώσουν. Και τότε θα είναι αργά. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση έκανε αρκετές εξαγγελίες στη ΔΕΘ. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει σχέδιο για να παραμείνει ο Έλληνας αγρότης στο χωράφι. Μέχρι σήμερα, οι εξελίξεις κάθε άλλο παρά πείθουν ότι αυτό το σχέδιο υπάρχει».

Πελοπόννησος: Δυσαρέσκεια στη Μεσσηνία για τις εξαγγελίες στη Θεσσαλονίκη
Δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες των παραγωγών τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης, όπως φαίνεται από τις δηλώσεις εκπροσώπων των παραγωγών.
Ο πρόεδρος της Ομάδας Παραγωγών «ΝΗΛΕΑΣ», σχολιάζοντας τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, δήλωσε: «Αυτό που έχω να πω είναι ότι τον τελευταίο χρόνο, μέσα από τις κινητοποιήσεις των αγροτών, αλλά και από αναλύσεις που έχουν γίνει, έχει αναδειχθεί η ανάγκη για μέτρα που θα ενισχύουν τη γεωργία. Εκεί που πάσχουμε είναι η παραγωγικότητα. Δυστυχώς, το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να μοιράζουν επιδόματα και επιδοτήσεις. Δεν χρειαζόμαστε αυτά. Χρειάζεται ένα σοβαρό σχέδιο που θα κάνει τη γεωργία βιώσιμη στο μέλλον και τέτοια πρόταση ούτε φάνηκε από τον πρωθυπουργό ούτε φαίνεται από κάποιον άλλον του πολιτικού συστήματος.
Είναι σαν να πάσχει κάποιος από ανίατη ασθένεια και εσύ πας και του λες: “Θα σου δώσω μια ασπιρινούλα”. Ούτε το αφορολόγητο θα βοηθήσει. Ο πρωθυπουργός όφειλε να παρουσιάσει ένα λεπτομερές σχέδιο που να κάνει τη γεωργία βιώσιμη και παραγωγική.
Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο, ένα όραμα, ώστε μέσα σε 5-10 χρόνια να έχουμε μια δυναμική γεωργία που θα μειώσει το δημογραφικό πρόβλημα και θα κρατήσει τους νέους στην ύπαιθρο. Αντί γι’ αυτό, όμως, ακούσαμε να μιλάμε για επιδόματα και έτσι δεν μπήκα στον κόπο να ακούσω περισσότερο την ομιλία του πρωθυπουργού».
Από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Καλαμάτας, ο Μιχάλης Αντωνόπουλος δήλωσε, μεταξύ άλλων: «Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν δεν προσέφεραν κάτι το ουσιαστικό. Δεν τα απαξιώνω, αλλά είναι μέτρα που δεν βοηθούν όσους ασχολούμαστε κυρίως με τα εσπεριδοειδή και την ελαιοπαραγωγή.
Θα πρέπει να επισημάνω τις ελλείψεις που έχουν οι υπηρεσίες, οι οποίες είναι διαλυμένες. Τα συστήματα που χρησιμοποιούνται είναι απαρχαιωμένα. Ήταν κάπως στον αέρα αυτά που έλεγε, με ορίζοντα μέχρι τις εκλογές. Δεν έδειχνε ότι μέσα από αυτά τα μέτρα θα μπορέσουν να αναστρέψουν την κατάσταση. Ήταν σαν μια ελεημοσύνη για να μας στηρίξει».
Στερεά Ελλάδα: Μικρή η φορολογική ανάσα για λίγους
Με επιφυλακτικότητα υποδέχθηκαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι της Στερεάς Ελλάδας τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, εκτιμώντας ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν δεν απαντούν στον πυρήνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας.
Όπως υποστηρίζουν, κάθε μέτρο που μπορεί να βελτιώσει το εισόδημα των παραγωγών είναι καλοδεχούμενο. Ωστόσο, η φορολογική ελάφρυνση αφορά ένα περιορισμένο τμήμα του αγροτικού κόσμου και, συγκεκριμένα, όσους ξεπερνούν ένα συγκεκριμένο επίπεδο εισοδήματος. Για τη μεγάλη πλειονότητα, όπως λένε, το πρόβλημα παραμένει το υψηλό κόστος παραγωγής.
Ο Γιώργος Ζάχαρης, γεωργός από τη Βοιωτία, αναγνωρίζει ότι κάθε παρέμβαση που βελτιώνει τη ζωή των αγροτών είναι θετική. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, «στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού εστιάστηκαν κυρίως στο φορολογικό και δεν δίνουν λύση στα ουσιαστικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγάλο ζητούμενο παραμένει η μείωση του κόστους παραγωγής, καθώς οι τιμές στην ενέργεια, στα εφόδια, στα καύσιμα και στις υπόλοιπες εισροές εξακολουθούν να πιέζουν ασφυκτικά το αγροτικό εισόδημα. «Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα και θα πρέπει να δοθεί άμεσα λύση», σημειώνει.
Κτηνοτροφία – Η πραγματικότητα διαψεύδει τις εκτιμήσεις
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα στην κτηνοτροφία. Ο Δημήτρης Τζίφας, κτηνοτρόφος από τη Λοκρίδα, αναφέρεται στις συνέπειες της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, υπογραμμίζοντας ότι οι κτηνοτρόφοι που δεν επλήγησαν από την ασθένεια αισθάνονται τυχεροί, καθώς μια προσβολή του κοπαδιού θα μπορούσε να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή.
Όπως υποστηρίζει, η κυβέρνηση δεν έχει δώσει ακόμη πειστικές απαντήσεις στα συσσωρευμένα προβλήματα της ελληνικής κτηνοτροφίας, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός κτηνοτρόφων να εγκαταλείπει το επάγγελμα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο παράδειγμα των «200 προβάτων» που χρησιμοποιήθηκε από τον πρωθυπουργό, σημειώνοντας ότι «εάν η πραγματικότητα ήταν τόσο θετική όσο παρουσιάστηκε, η κτηνοτροφία όχι μόνο δεν θα έχανε παραγωγούς, αλλά θα προσέλκυε και νέους». Η εικόνα, όμως, στην ελληνική ύπαιθρο, όπως λένε οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι, είναι διαφορετική: υψηλό κόστος, χαμηλή κερδοφορία και αυξανόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον.
Κεντρική και Δυτική Μακεδονία: «Δεν κινείται τίποτα στην ύπαιθρο»
Έντονες αντιδράσεις προκαλούν στους αγρότες οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού για τον πρωτογενή τομέα κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τριλόφου και γραμματέα των Αγροτικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης, Χρήστο Τσιλιά.
Όπως τονίζει, δεν ανακοινώθηκε κανένα ουσιαστικό μέτρο πέρα από το φορολογικό, το οποίο, όπως λέει, αφορά εισοδήματα έως 20.000 ευρώ και προσφέρει μεν μια ανάσα, αλλά δεν δίνει λύση στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας.
Ο κ. Τσιλιάς επισημαίνει ότι το φορολογικό μέτρο αφορά περίπου 50.000 αγρότες και πως η πραγματική ανακούφιση είναι περιορισμένη. «Για να φτάσεις, όμως, στη φορολόγηση, πρέπει πρώτα να υπάρχει εισόδημα. Για ποιο εισόδημα μιλάμε όταν οι τιμές των προϊόντων βρίσκονται σε κατάρρευση; Σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι και βαμβάκι κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί. Δεν κινείται τίποτα στην ύπαιθρο. Ήταν ένα μαύρο καλοκαίρι. Η έλλειψη οργανωμένων αρδευτικών δικτύων, το υψηλό κόστος ενέργειας και τα ακριβά ενοίκια γης επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους παραγωγούς», επισημαίνει.
Σε ό,τι αφορά το πετρέλαιο, ο κ. Τσιλιάς σημειώνει ότι το συγκεκριμένο μέτρο ήταν ήδη γνωστό και αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης των αγροτών έπειτα από 55 ημέρες κινητοποιήσεων στους δρόμους. Ωστόσο, όπως λέει, οι παραγωγοί περιμένουν να το δουν και στην πράξη.
Την ίδια στιγμή, η μείωση του αριθμού των αγροτών είναι δραματική. «Φέτος θα είναι 30-40% λιγότεροι. Η γη μένει χέρσα», τονίζει. Προσθέτει, δε, ότι το ΟΣΔΕ δεν έχει ανοίξει ακόμη, δημιουργώντας πρόσθετη αβεβαιότητα για τους νέους αγρότες, τις συνδεδεμένες ενισχύσεις και τα σχέδια βελτίωσης.
Ο πρόεδρος του ΑΣ Τριλόφου αναφέρεται ακόμη στη νέα ΚΑΠ, σημειώνοντας ότι οι συζητήσεις δεν δείχνουν αλλαγή πορείας. «Κινούμαστε στα ίδια πλαίσια. Χρειάζονται μεγάλες τομές. Οι ενισχύσεις και οι συνδεδεμένες πρέπει να συνδεθούν με την παραγωγή. Εγώ δεν βλέπω πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει τον πρωτογενή τομέα», καταλήγει. Όπως περιγράφει, πρόκειται για μια ύπαιθρο που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, με τα ελληνικά προϊόντα να δέχονται αυξανόμενες πιέσεις από τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τρίτες χώρες.
Ανατολική Μακεδονία – Θράκη: Μη αναστρέψιμη η έξοδος από το επάγγελμα
Στη σκιά των ανακοινώσεων του πρωθυπουργού κυριαρχεί η μεγάλη έξοδος από το αγροτικό επάγγελμα, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα «βίαια», με τη δημιουργία χρεών και τις αλυσιδωτές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που προκαλούνται στις τοπικές κοινωνίες. Το «παρών» στην κινητοποίηση του Σαββάτου στον Λευκό Πύργο έδωσαν αγρότες από τον βόρειο Έβρο, μεταφέροντας το αίτημα για ουσιαστική στήριξη της αγροτιάς.
«Επικρατεί απογοήτευση από τις εξαγγελίες. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πρωτογενής τομέας δεν ανήκει στις προτεραιότητες της σημερινής κυβέρνησης», σχολιάζει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Ορεστιάδας, Ηλίας Αγγελακούδης, εξηγώντας πως το φορολογικό μέτρο αφορά λιγότερο από το 10% των αγροτών. «Το πρόβλημα αγροτών, κτηνοτρόφων και μελισσοκόμων είναι ότι δεν φτάνουν τα 20.000 ευρώ καθαρών εσόδων», λέει. Κοινή διαπίστωση των συναδέλφων του είναι η απουσία εθνικής αγροτικής πολιτικής, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, καθιστά δύσκολη την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα.
«Προσδοκούσαμε να ανακοινωθούν μέτρα ανασύστασης των κοπαδιών, αλλά δεν υπήρξε τίποτε. Στον βόρειο Έβρο, η ευλογιά χτύπησε το φθινόπωρο του 2024. Επλήγη το 60% και δεν γνωρίζουμε πόσοι θα επανέλθουν στο επάγγελμα». Ανέμεναν επίσης, χωρίς αποτέλεσμα, μέτρα για τη μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της δημιουργίας υποδομών. Προσθέτει, μάλιστα, ότι δεν έχουν ξεκινήσει οι δηλώσεις καλλιέργειας. «Στις αρχές Σεπτέμβρη έγιναν 1.000 από τις 600.000 που αναμένουμε πανελλαδικά».
Τα ερωτήματα των παραγωγών
Θρακιώτης παραγωγός αντιμετωπίζει θετικά τη φορολογική ελάφρυνση, θέτει, όμως, μια σειρά από ερωτήματα και προβλήματα που παραμένουν άλυτα: «Πώς θα βρει το παραγόμενο προϊόν την αξία του; Πώς θα γίνει η αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου για τους πληγέντες κτηνοτρόφους; Τι θα γίνει με το νέο σύστημα της ΑΑΔΕ; Δεν γνωρίζουμε ποια οικολογικά σχήματα θα πληρωθούν. Τι γίνεται με το πρόγραμμα “Μείωση αποτυπώματος άνθρακα σε αρόσιμες καλλιέργειες”;».
Ικανοποίηση προκαλεί η ανακοίνωση για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου στα 20.000 ευρώ, αλλά είναι πολύ αργά, δηλώνει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Παγγαίου, Γρηγόρης Γρουζίδης, τονίζοντας ότι στον αγροτικό τομέα θα παραμείνουν όσοι αντέξουν και ότι αυτοί θα είναι ελάχιστοι.
Συμφωνεί με τον κ. Αγγελακούδη ότι τα εισοδήματα της πλειονότητας των αγροτών είναι κάτω από τα 20.000 ευρώ, «λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής, των πολύ χαμηλών τιμών και της κλιματικής αλλαγής, στην οποία δεν μπορεί να ανταποκριθεί καμία καλλιέργεια». Τονίζει ότι έπρεπε να γίνουν πολλά περισσότερα, τα οποία, όπως σημειώνει, είχαν ζητήσει και κατά τη συνάντησή τους στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρωθυπουργό.
«Φέτος πληρώθηκε μόνο το 20-30% από την επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Ο φετινός χειμώνας θα είναι μαύρος για πολλούς. Τα φρούτα που πωλούνται είναι κάτω του κόστους, ενώ στα ράφια είναι πανάκριβα. Τα καρτέλ λειτουργούν ως κράτος εν κράτει. Ζητήσαμε ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και ελέγχους για όσα εισάγονται από τρίτες χώρες, ώστε να διαπιστώνεται αν τηρούν τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ζητήσαμε ιχνηλασιμότητα στις τιμές. Το καρπούζι από τα 15 λεπτά το κιλό φτάνει στα 50 λεπτά στο ράφι», περιγράφει.
Η πτώση της τιμής παραγωγού επιβαρύνεται από την άνοδο των εξόδων και την καθυστέρηση των πληρωμών. «Περιμένουμε την επιστροφή του 15% για την αγορά λιπασμάτων. Στο τέλος του μήνα θα πληρωθεί η δεύτερη δόση!», καταλήγει.








