«Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια»: Το έργο – κατάθεση ψυχής του Ρ. Β. Φασμπίντερ για την αποδοχή που δεν ήρθε ποτέ

Ο ριζοσπάστης του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου εμπνεύστηκε από το τραγικό βίωμα της αυτοκτονίας του εραστή του, Άρμιν Μάιερ
08/01/2026
10'+ διάβασμα
i-chronia-me-ta-13-fengaria-to-ergo-katathesi-psychis-tou-r-v-fasbinter-gia-tin-apodochi-pou-den-irthe-pote-370849

Υπόθεση: Σε μια γκρίζα και μουντή Φρανκφούρτη της δεκαετίας του ’70, ο πρώην χασάπης Έρβιν Βάισχαουπτ συστήνεται, πλέον, με το όνομα Ελβίρα. Προσφάτως, ο έρωτάς του για έναν βαθύπλουτο επιχειρηματία τον είχε οδηγήσει στην απόφαση να κάνει επέμβαση διόρθωσης φύλου και να εγκαταλείψει το σπιτικό του, όπου ζούσε μέχρι πρότινος μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του. Ωστόσο, η απονενοημένη πράξη δεν θα βρει ανταπόκριση, φέρνοντας τη διεμφυλική γυναίκα στο κατώφλι μιας συντριπτικής υπαρξιακής κρίσης. Η ίδια δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη νέα της ταυτότητα και αναζητά εναγωνίως συναισθηματική θαλπωρή, σε έναν κόσμο που καταπνίγει κάθε μορφή διαφορετικότητας και κυριαρχείται από ετεροκανονικά κοινωνικά πρότυπα και στερεότυπα. Αυτή της η ανάγκη θα τη στρέψει και πάλι σε οικεία πρόσωπα του παρελθόντος, σε μια ύστατη προσπάθεια να αντλήσει θέληση για ζωή.

Εν έτει 1978, μία από τις πιο τραυματικές εμπειρίες στη ζωή του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ έμελλε να αποτελέσει το εφαλτήριο για να γεννηθεί ένα απ’ τα διαμάντια της εκλεκτής φιλμογραφίας του. Τέσσερις μήνες μετά την αυτοκτονία του εραστή του, ηθοποιού Άρμιν Μάιερ, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του μέσα στο διαμέρισμα του σκηνοθέτη, αφότου εκείνος τού ανακοίνωσε τον χωρισμό τους, ο ριζοσπάστης δημιουργός του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου της δεκαετίας του ’70 παίρνει ατόφια την ενοχή του και τη μεταφέρει στο σελιλόιντ, δοκιμάζοντας τις αντοχές μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στη συλλογική ευθύνη που τη βαραίνει. Να σημειωθεί ότι, μέχρι πρόσφατα, η ταινία ήταν διαθέσιμη και στο ελληνικό κοινό, μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας της κρατικής τηλεόρασης, ERTFLIX.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου συναντάμε την Ελβίρα (σ.σ. ένας σπουδαίος Φόλκερ Σπένγκλερ) – μια τρανς γυναίκα, η οποία βρίσκεται σε διαρκή πάλη τόσο με τον εαυτό της, τον οποίο αδυνατεί να αποδεχθεί, όσο και με τον κοινωνικό περίγυρο, ο οποίος την αντιμετωπίζει ως ξένο σώμα. Εστιάζοντας στο τελευταίο πενθήμερο του βίου της, η ταινία εμβαθύνει αφενός στην επίπονη διαδικασία ενδοσκόπησης που ξεκινά η ηρωίδα και αφετέρου στην εγκληματική αδιαφορία, την απόρριψη, την περιφρόνηση και τις λοιδορίες που «γεύεται» από κοντινά ή τρίτα πρόσωπα. Πρόκειται για συμπεριφορές που πρακτικά την οδηγούν στην αυτοχειρία, σκιαγραφώντας με αυτόν τον τρόπο έναν ψυχρό, κυνικό κόσμο, στον οποίο η ευαισθησία είναι καταδικασμένη να μαραζώνει ή να εκριζώνεται βίαια. Σε αυτή την επίπονη και συνταρακτική πορεία που διαγράφει «Η Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια» (πρωτ. τίτλος «In einem Jahr mit 13 Monden» / αγγλ. τίτλος «In a Year with 13 Moons»), η ταινία δεν παραλείπει να τοποθετεί εμμέσως τον θεατή προ των δικών του ευθυνών, αποτελώντας ένα σκληρό και άκρως απαιτητικό τεστ συναισθηματικής κοπώσεως για εκείνον.

TITLE: IN EINEM JAHR MIT 13 MONDEN / IN A YEAR WITH 13 MOONS • YEAR: 1978 • DIR: FASSBINDER, RAINER WERNER • REF: INE003AE • CREDIT: [ THE KOBAL COLLECTION ]

Να σημειωθεί ότι η ζωή του Έρβιν ως Ελβίρα σημαδεύεται από βάναυση απόρριψη και βία ακόμη και από ομοφυλόφιλους άνδρες, από τον πρώην εραστή της, αλλά και από την κοινωνία γενικότερα, που απαξιώνει συλλήβδην τα διεμφυλικά άτομα, θεωρώντας τα παρεκκλίνοντα και την ταυτότητά τους τεχνητή.

Φωτίζοντας όλες αυτές τις πτυχές, η ταινία στέκεται επικριτικά απέναντι στη δυτικογερμανική κοινωνία, η οποία δεν είχε καταφέρει να καλλιεργήσει τα αντανακλαστικά και την ενσυναίσθησή της σε βαθμό που να αποδέχεται και να ενσωματώνει άτομα των οποίων η ταυτότητα φύλου δεν συμβάδιζε με το φύλο που τούς είχε αποδοθεί κατά τη γέννηση. Σαν να μην έφταναν αυτά, ακόμη και οι περιθωριοποιημένες ομάδες του κοινωνικού ιστού αποτυγχάνουν να διαμορφώσουν κλίμα αλληλεγγύης στους κόλπους τους, καθώς βλέπουμε τα μέλη τους να έρχονται σε αντιπαράθεση και να φέρονται με ανείπωτη σκληρότητα το ένα στο άλλο.

Ένα κυριολεκτικό και μεταφορικό «σφαγείο»

Η ωμότητα, με την οποία έρχεται αντιμέτωπη καθημερινά η διεμφυλική ηρωίδα, δεν μπαίνει καν στην ίδια κλίμακα με το αποκρουστικό θέαμα του αιματοκυλίσματος στο σφαγείο, όπου δούλευε παλαιότερα, ως οικογενειάρχης άρρεν, και που εμείς αναγκαζόμαστε να υπομείνουμε για μία ολόκληρη σεκάνς, κατά την οποία η ίδια αφηγείται μέρος της ιστορίας της. Έτσι, για να νιώσουμε κι εμείς σε έναν βαθμό τι εστί να σε ξεσκίζουν κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά – μόνο και μόνο επειδή ανήκεις σε διαφορετική συνομοταξία από τον εκάστοτε «δήμιο», ο οποίος κατέχει τη δύναμη και τα «όπλα» για να τεμαχίζει σάρκες και ψυχές αντίστοιχα. Η Ελβίρα, συνηθισμένη λόγω του παλαιότερου επαγγέλματός της, δεν βρίσκει τίποτα το αποκρουστικό στις εικόνες γραφικής βίας από τη θανάτωση των βοοειδών στο σφαγείο, ούτε συνταράσσεται από την αγωνία που καθρεφτίζεται στο βλέμμα τους, καθώς εκείνα οδηγούνται στη σφαγή. Ίσως γιατί η λύτρωση για εκείνα έρχεται γρήγορα, σε αντίθεση με την ίδια, η οποία, αδυνατώντας να αγαπήσει και να αποδεχτεί ουσιαστικά τον εαυτό της, παρασύρεται σε ένα πολύ πιο αργόσυρτο και σαδιστικό ψυχικό μακέλεμα, υπομένοντας τα χαστούκια και εμφανίζοντας μια υποσυνείδητη τάση για αυτοτιμωρία.

Μην έχοντας καταφέρει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν και το παρόν της, η Ελβίρα θα αποφασίσει να ανατρέξει στο πρώτο για να βρει τα αποκούμπια, ώστε να κρατηθεί ζωντανή στο δεύτερο. Θα αναζητήσει θαλπωρή και καταφύγιο σε μια σειρά από οικεία πρόσωπα, ακολουθώντας ένα μονοπάτι που θα την οδηγήσει μέχρι τον ερωτικό σύντροφο για τον οποίο οδηγήθηκε στην επέμβαση διόρθωσης φύλου, υποκινούμενη από μια μονόπλευρη αγάπη, χωρίς ανταπόκριση. Όσο κι αν ψάξει, δεν θα βρει την εξιλέωση, την αποδοχή, ή έστω κάποιο νόημα που να ζεστάνει την ταλαιπωρημένη, αλλά αγνή ψυχή της. Η αναμόχλευση του παρελθόντος όχι μόνο δεν θα επιφέρει ανακούφιση, αλλά θα προσθέσει αλάτι στα τραύματά της, παρά τις έμμεσες εκκλήσεις για βοήθεια.

Διάσταση πολιτικοκοινωνικής αλληγορίας

Η ταινία δεν παραλείπει να εκθέσει τη βαρβαρότητα του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η οποία επιδεινώνεται από τη συναισθηματική αποσύνδεση και την αποστροφή της κοινωνίας προς το διαφορετικό. Σε αυτό το σημείο, στο στόχαστρο του Φασμπίντερ μπαίνουν ο άκρατος υλισμός και το ηθικό κενό του δυτικογερμανικού οικονομικού θαύματος, το οποίο γιγαντώθηκε στις δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το «κακό» προσωποποιείται στην περίπτωση του Άντον Ζάιτς, του ανθρώπου, δηλαδή, που οδήγησε την Ελβίρα στην απόφαση να μπεί στο χειρουργείο.

Πρόκειται για έναν Εβραίο επιζώντα του Ολοκαυτώματος, ο οποίος από θύμα –κάποτε– των Ναζί έχει μεταλλαχθεί σε αδίστακτο μεγιστάνα του real estate και μαστροπό (!), ξεσπιτώνοντας απλούς ανθρώπους και διαχειριζόμενος ακόμη και οίκους ανοχής, μεταξύ άλλων. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα πρόσωπο που, πλέον, εκπροσωπεί παραλλαγμένες τις αυταρχικές δομές εξουσίας από τις οποίες κάποτε υπέφερε, εκτονώνοντας την απληστία του σε ευάλωτες μονάδες του συνόλου, που αντιμετωπίζονται ως πρόβατα επί σφαγή. Στην περίπτωσή του αντανακλάται η μεγάλη εικόνα της καπιταλιστικής κοινωνίας στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία.

Πάντως, εάν διαβάζοντας όλα τα παραπάνω νομίζετε ότι το έργο του Φασμπίντερ φλερτάρει σε οποιοδήποτε σημείο με το δακρύβρεχτο μελόδραμα (πέρα από άκρως προχωρημένο για την εποχή του, όσον αφορά την κεντρική του φιγούρα και τη σφαιρική παρουσίασή της), πλανάστε πλάνην οικτρά. Αντιθέτως, η ταινία υιοθετεί ανά διαστήματα έναν ειρωνικά εύθυμο τόνο, ο οποίος όχι μόνο δεν αφαιρεί τίποτα από το σφυροκόπημα που βιώνουμε, αλλά το κάνει ακόμα πιο ανελέητο, διότι καθίσταται κατανοητό ότι παρακολουθούμε μια ηρωίδα με απτή ζωντάνια και όρεξη για ζωή, που το μόνο που ζητά είναι να λυτρωθεί και να κουρνιάσει σε μια ζεστή αγκαλιά. Ωστόσο, σε κάθε της προσπάθεια συναντά ένα αόρατο τείχος από ψυχρές συμπεριφορές – άτομα που είτε την αποφεύγουν, είτε την περιπαίζουν, είτε την αγνοούν, είτε την απορρίπτουν ελαφρά τη καρδία, οδηγώντας τη σε μια οδυνηρή παραίτηση. Παρατηρώντας την Ελβίρα, αυτόν τον τρισδιάστατο χαρακτήρα με τις τόσες ενδιαφέρουσες πτυχές, θαρρεί κανείς ότι ο φακός και τα σκηνικά την κρατούν όμηρο στην τράπεζα ενός μικροσκοπίου, όπου όλοι εμείς –το κοινό– την περιεργαζόμαστε.

Συνολικά, με αφορμή το τραγικό προσωπικό του βίωμα, ο Ρ. Β. Φασμπίντερ προχωρά σε μια κινηματογραφική κατάθεση ψυχής, χρησιμοποιώντας την ιστορία μιας διεμφυλικής γυναίκας, προκειμένου να εκθέσει τις ευρύτερες συστημικές αποτυχίες και τις σαθρές δομές πάνω στις οποίες έχει δομηθεί η μεταπολεμική δυτικογερμανική κοινωνία. Κριτικάρει τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, την παντελή αδιαφορία απέναντι στις ευάλωτες ομάδες και τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις στους κόλπους της κοινωνίας, εστιάζοντας σε παθογένειες όπως η μισαλλοδοξία (τρανσφοβία), η υποκρισία, ο κατακερματισμός και η διχόνοια, η έλλειψη συναισθηματικής σύνδεσης και η αποξένωση. Παράλληλα, συνθέτει μια ωδή στους κάθε λογής περιθωριοποιημένους, οι οποίοι υποβάλλονται στη δοκιμασία μιας ναρκοθετημένης διαδρομής, προς μια αποδοχή που, τελικά, δεν έρχεται ποτέ.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: