Η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των λεπιδόπτερων του βάμβακος και η σημασία της για τον αποτελεσματικό έλεγχό τους

Το πράσινο σκουλήκι, Ηelicoverpa armigera (Lepidoptera: Noctuidae) είναι ένα πολυφάγο είδος εντόμου. Μπορεί, μέσω της διατροφής του, να προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημιά στο βαμβάκι καθώς και σε άλλα φυτά-ξενιστές (καλαμπόκι, μελιτζάνα, πιπεριά, τομάτα κ.ά.). Είναι ευρέως διαδεδομένο σε πολλές χώρες στην Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Νότια και Κεντρική Αμερική και Ωκεανία.
Το αυγό του εναποτίθεται μεμονωμένα πάνω στα φύλλα και διακρίνεται σχετικά εύκολα με τη χρήση απλού μεγεθυντικού φακού, έχει διάμετρο 0,5 χιλιοστά, σχήμα σφαιρικό με κατά μήκος αυλακώσεις και χρώμα κιτρινόλευκο, ανοιχτό στην αρχή αλλά, πριν την εκκόλαψη της προνύμφης, αποκτά χρώμα σκούρο καστανό. Υπό ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας (27-28οC) εντός 3 ημερών ολοκληρώνεται η εμφάνιση των νεαρών προνυμφών. Η νεοεκκολαφθείσα προνύμφη είναι κιτρινόλευκη έως καστανέρυθρη με σκούρα στίγματα.
Ο χρωματισμός της προνύμφης γενικά ποικίλλει από σκούρο πράσινο, ανοιχτοκίτρινο έως το σκούρο καστανό χρώμα και φέρει αντίστοιχων χρωμάτων ταινίες στο σώμα της. Το τελικό μήκος της φτάνει στα 4cm. Ακολουθεί το στάδιο της νύμφης που έχει χρώμα καστανέρυθρο και το μήκος της κυμαίνεται από 14-18mm. Η νύμφωση γίνεται στο έδαφος. Τα ενήλικα άτομα (πεταλούδες) έχουν άνοιγμα πτερύγων 3,5-4 cm. Το αρσενικό είναι τεφροπράσινου χρώματος, ενώ το θηλυκό έχει χρώμα καστανό ή καστανοκίτρινο. Tα ενήλικα άτομα έχουν την ικανότητα να μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις. H διάρκεια του βιολογικού κύκλου εξαρτάται από τη θερμοκρασία που επικρατεί στην εκάστοτε περιοχή. Γενικά το έντομο αυτό χαρακτηρίζεται από την υψηλή προσαρμοστικότητά του στις κλιματολογικές συνθήκες.
Η προνύμφη τρέφεται με τα φύλλα, τα χτένια, τα άνθη και τα καρύδια του βαμβακιού. Στα φύλλα προκαλεί φαγώματα, οπές στα χτένια, προκαλώντας την πτώση τους και διεισδύει στα καρύδια προκαλώντας την πτώση των μικρών καρυδιών, ενώ τα μεγαλύτερα σαπίζουν από προσβολές μυκήτων. Μια προνύμφη προσβάλλει περισσότερες από μία κάψες και οι οπές εξόδου και εισόδου είναι ορατές και φέρουν αποχωρήματα του εντόμου. Συμπληρώνει συνήθως 4 γενεές ανά έτος. Στο βαμβάκι το μέγεθος της ζημιάς σχετίζεται με το στάδιο ανάπτυξης του φυτού. Εάν έχουμε πρώιμη προσβολή και έχουμε απώλεια μόνο των πρώτων καρποφόρων οργάνων η ζημιά μπορεί να αποκατασταθεί, μη επηρεάζοντας την τελική παραγωγή. Οι κλιματολογικές συνθήκες όπως η βροχή, οι ισχυροί άνεμοι και οι χαμηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν τη συμπεριφορά των θηλυκών ατόμων κατά τις περιόδους της ωοτοκίας, καθώς παρατηρείται σημαντική μείωση της εναπόθεσης αυγών στα βαμβακόφυτα.
Τα ενήλικα άτομα μπορούν να μετακινούνται μεταξύ των διαφορετικών καλλιεργειών και επομένως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται συστηματικά σε όλη την ευρύτερη περιοχή, για να αποφεύγονται εξάρσεις του σε κάποια καλλιέργεια. Για την παρακολούθηση της εμφάνισης και της διακύμανσης των πληθυσμών του, χρησιμοποιούνται φερομονικές παγίδες, στις οποίες γίνεται η καταγραφή της παρουσίας των ενήλικων αρσενικών ατόμων του.
Για την απόφαση ψεκασμού θα πρέπει να ελέγχονται παράλληλα τα βαμβακόφυτα για τον εντοπισμό αυγών και εμφάνισης νεαρών προνυμφών (έως 1 εκατοστό). Επέμβαση δικαιολογείται όταν η συχνότητα εμφάνισης αυγών και προνυμφών είναι μεγαλύτερη των ορίων επέμβασης, καθώς αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων προκαλεί μεγάλη μείωση των ωφελίμων εντόμων, με αποτέλεσμα εξάρσεις του εντόμου και κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικότητας. Για τη λήψη απόφασης είναι σημαντικό οι παραγωγοί και οι γεωπόνοι-σύμβουλοί τους να παρακολουθούν τα ενημερωτικά δελτία των γεωργικών προειδοποιήσεων για την περιοχή τους, αλλά θα πρέπει παράλληλα να παρακολουθούν και το επίπεδο των πληθυσμών στη δική τους καλλιέργεια. Ενδεικτικά, το όριο επέμβασης για την 1η γενεά (Ιούλιος) είναι 6-8 προνύμφες (1ης & 2ης ηλικίας) / 100 φυτά ή μία (1) νεαρή προνύμφη στα φυτά ενός μέτρου επί της γραμμής, για τη 2η και 3η γενεά (Αύγουστος-Σεπτέμβριος): 4 προνύμφες (1ης & 2ης ηλικίας) / 100 φυτά.
Σε περίπτωση ανάγκης ψεκασμού θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εκλεκτικά εντομοκτόνα για τα ωφέλιμα έντομα όπως είναι τα Chrysopidae, Anthocoridae, Miridae, Nabidae, που συμβάλλουν στη διατήρηση των πληθυσμών του σε χαμηλά επίπεδα. Η χρήση της μεθόδου παρεμπόδισης σύζευξης (κομφούζιο) είναι αποτελεσματική όταν εφαρμόζεται σωστά και σε μεγάλη ενιαία έκταση. Η χρήση εντομοπαθογόνων μικροοργανισμών όπως του βακίλου της Θουριγγίας και ιών μπορεί να είναι αποτελεσματική έναντι των νεαρών προνυμφών του εντόμου χωρίς δυσμενείς επιδράσεις στα ωφέλιμα έντομα. Γενικά, πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο εγκεκριμένα εντομοκτόνα που να εφαρμόζονται με βάση τις οδηγίες και μόνο από επαγγελματίες χρήστες που κατέχουν πιστοποιητικό γνώσεων ορθολογικής χρήσης γεωργικών φαρμάκων. Οι βαμβακοπαραγωγοί πριν τον ψεκασμό θα πρέπει να ενημερώνουν εγκαίρως σύμφωνα με τη νομοθεσία τους μελισσοκόμους για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας των μελισσοσμηνών τους.
Στην επιλογή της δραστικής ουσίας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η αποφυγή ανάπτυξης ανθεκτικότητας του εντόμου σε διάφορες ομάδες εντομοκτόνων. Σε σχέση με τα καλλιεργητικά μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης, οι βαμβακοπαραγωγοί συνιστάται να εφαρμόζουν ορθολογική αζωτούχο λίπανση και άρδευση, καθώς υπερβολική βλάστηση και οψίμιση των φυτικών οργάνων οδηγεί σε εντονότερα εντομολογικά προβλήματα κατά την εξέλιξη της καλλιεργητικής περιόδου. Τέλος, βασικό καλλιεργητικό μέτρο διατήρησης των πληθυσμών του σε χαμηλά επίπεδα και σε μεγάλες περιοχές είναι η προσεκτική στελεχοκοπή με καταστροφέα μετά τη συγκομιδή, η οποία ακολουθείται από βαθύ όργωμα με υνιοφόρο αλέτρι, σε βάθος 20-25 εκατοστών, το φθινόπωρο σε όλα τα χωράφια που καλλιεργήθηκαν με βαμβάκι. Η πρακτική αυτή, πρέπει να ακολουθείται από όλους τους καλλιεργητές της ευρύτερης περιοχής.
Το ρόδινο σκουλήκι Pectinophora gossypiella (Lepidoptera: Gelechiidae) αποτελεί επίσης ένα σημαντικό εχθρό του βάμβακος και για αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα των πληθυσμών του. Το ακμαίο έχει μήκος 8-9mm, οι πρόσθιες πτέρυγες είναι ανοιχτοκάστανες με δύο ή περισσότερες μαύρες κηλίδες. Η προνύμφη του είναι αρχικά υπόλευκη και κατόπιν ρόδινη και σε πλήρη ανάπτυξη φθάνει μέχρι και 15 mm. Διαχειμάζει στο στάδιο της ανεπτυγμένης προνύμφης στους σπόρους ενώνοντας δύο μεταξύ τους, στον αγρό ή και στην αποθήκη. Συμπληρώνει 3-6 γενεές/έτος. Τον Μάιο παρατηρείται η έξοδος των ενηλίκων και το θηλυκό εναποθέτει 200-400 αυγά. Η προνύμφη προσβάλλει απευθείας τα άνθη και στις επόμενες γενεές τα καρύδια, χωρίς να αφήνει εύκολα ορατά εξωτερικά σημάδια.
Για την αντιμετώπιση του εντόμου οι φερομονικές παγίδες βοηθούν στον προσδιορισμό του χρονικού σημείου αλλαγής των γενεών και σε συνδυασμό με τον επιτόπιο έλεγχο για εμφάνιση των προνυμφών συμβάλλουν στον προσδιορισμό της καταλληλότερης χρονικής στιγμής για επέμβαση. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται να ελέγχουν τα βαμβακόφυτα για πιθανή ύπαρξη προσβεβλημένων κλειστών ανθέων (ροζέτες) (>20%) και αργότερα με συλλογή και άνοιγμα 100 καρυδιών ηλικίας 10-15 ημερών από διάφορα σημεία του χωραφιού (προνύμφες τουλάχιστον σε 5 καρύδια).
Επίσης, η καταστροφή των υπολειμμάτων της καλλιέργειας μετά το τέλος της συγκομιδής των βαμβακιού και το παράχωμά τους με όργωμα είναι βασικό καλλιεργητικό μέτρο μείωσης των πληθυσμών του.
Τα εκκοκκιστήρια και οι αποθηκευτικοί χώροι θα πρέπει να διατηρούνται καθαροί από υπολείμματα, γιατί μπορεί να λειτουργήσουν ως εστίες του εντόμου. Το ρόδινο σκουλήκι έχει αρκετούς φυσικούς εχθρούς που θα πρέπει να προστατεύονται από μη εκλεκτικά εντομοκτόνα. Η παρεμπόδιση σύζευξης έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική μέθοδος αντιμετώπισης.
των ∆ιονυσίου Περδίκη, καθηγητή, Σοφίας ∆ερβίσογλου και Ευάγγελου Φυτά, γεωπόνων, ΜSc, υπ. διδακτόρων, Εργαστήριο Γεωργικής Ζωολογίας και Εντοµολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών








