ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Στροφή σε ποιοτικές επενδύσεις και παραγωγικότητα

Την ανάγκη επιτάχυνσης των προσπαθειών της Ελλάδας για τη μετάβασή της από ένα υπόδειγμα που στηρίζεται στην κατανάλωση, στις εισαγωγές, στις κατασκευές και στη δημοσιονομική σταθερότητα, σε ένα υπόδειγμα που θα στηρίζεται στις ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις, στη βιομηχανική και στην τεχνολογική αναβάθμιση, καθώς και στην αύξηση της παραγωγικότητας, τονίζει η ετήσια έκθεση του 2026 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ).
Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, «η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια στρατηγική ποιοτικής αναβάθμισης της εργασίας. Αυτή οφείλει να περιλαμβάνει ουσιαστικές αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επέκταση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις, πολιτικές ενεργητικής απασχόλησης για τους μακροχρόνια ανέργους, ισχυρότερη ένταξη των γυναικών και των νέων, αναβάθμιση δεξιοτήτων, περιορισμό της υπερεργασίας και βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Η προοπτική της ελληνικής οικονομίας θα κριθεί από το εάν η μεγέθυνση θα αποκτήσει παραγωγικό, κοινωνικό και γεωοικονομικό περιεχόμενο. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η παραγωγική επάρκεια, η τεχνολογική ικανότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η στρατηγική αυτονομία, αποκτούν αυξανόμενη σημασία, η Ελλάδα δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα υπόδειγμα περιορισμένης παραγωγικής βάσης και υψηλής εισαγωγικής εξάρτησης. Η αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας πρέπει να συνδέσει τη μακροοικονομική σταθερότητα με την παραγωγική αναδιάρθρωση και την κοινωνική δικαιοσύνη. Μόνο έτσι η οικονομική μεγέθυνση μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική σύγκλιση, κοινωνική ευημερία και ενίσχυση της γεωοικονομικής θέσης της Ελλάδας».
Μεταξύ άλλων, το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ αναφέρει:
«Η ανάλυση του παραγωγικού υποδείγματος αναδεικνύει μια σειρά από διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που είναι κρίσιμα και επηρεάζουν τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών και την ανάκαμψη που ακολούθησε την οικονομική και την υγειονομική κρίση, η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει έντονα προσανατολισμένη στον τριτογενή τομέα και στις υπηρεσίες. Αντίθετα, η συμβολή της βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν εξακολουθεί να είναι περιορισμένη.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό σε ό,τι αφορά την κλαδική διάρθρωση είναι η υψηλή εξάρτηση από υπηρεσίες, ειδικά συναφείς με τον τουρισμό, το εμπόριο και τη διαχείριση ακινήτων.
Ωστόσο, η εξέλιξη των μεγεθών την περίοδο 2009-2025 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία γνωρίζει μια ήπια, αλλά διακριτή αναδιάρθρωση της παραγωγής. Η βιομηχανία ενισχύει σταδιακά τη συμμετοχή της στην προστιθέμενη αξία, ενώ στις υπηρεσίες κλάδοι υψηλότερης έντασης γνώσης και τεχνολογίας αρχίζουν να αναδύονται επίσης ως σημαντικοί.
Ενδεικτικά, ενισχύεται η παρουσία των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων, όπως και της ενημέρωσης και επικοινωνίας, γεγονός που υποδηλώνει σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες κρίσιμες για την ψηφιακή μετάβαση.
Παράλληλα, ενισχύονται οι επενδύσεις σε υποδομές, δίκτυα, ενέργεια και διαχείριση περιβάλλοντος, γεγονός θετικό για την πράσινη μετάβαση.
Ωστόσο, οι τάσεις αυτές είναι αρκετά πρόσφατες και εξελίσσονται αργά σε βάρος άλλων βασικών κλάδων, όπως οι δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες, η εκπαίδευση και η υγεία.
Ως εκ τούτου, από τη μία, ο βασικός προσανατολισμός της εγχώριας οικονομίας δεν έχει μεταβληθεί ριζικά, δεδομένου ότι βασικός πυλώνας παραμένουν οι δραστηριότητες σχετικές με υπηρεσίες προς τον καταναλωτή και τον τουρισμό.
Από την άλλη, η υποχώρηση δραστηριοτήτων σε κρίσιμους τομείς για την ανάπτυξη και την ευημερία εγείρει προβληματισμό ως προς την ανθεκτικότητα του νέου υποδείγματος.
Στα χαρακτηριστικά της παραγωγικής δομής πρέπει να προστεθούν η σχετικά χαμηλή τεχνολογική ένταση των βασικών κλάδων και η χαμηλή ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στις επιχειρήσεις, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών.
Γενικά, διαπιστώνεται αργή μετάβαση προς ένα νέο τεχνοοικονομικό υπόδειγμα και την οικονομία της γνώσης, τάση που συσχετίζεται με το πολύ μικρό μέγεθος της μέσης τυπικής ελληνικής επιχείρησης, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, παραμένει απομονωμένη και ανεξάρτητη. Η συμμετοχή σε δίκτυα και ομάδες-συστάδες στο τοπικό και περιφερειακό επίπεδο θα μπορούσε να συμβάλει σε ένα αντισταθμιστικό πλεονέκτημα έναντι των μεγαλύτερων επιχειρήσεων και σε μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Σε ό,τι αφορά τη χωρική διάρθρωση του παραγωγικού υποδείγματος, βασικό χαρακτηριστικό είναι η έντονη ανισοκατανομή και η υπερσυγκέντρωση γύρω από την Αθήνα.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών καταδεικνύουν ενίσχυση της σχετικής θέσης των περιφερειών με μια σχετική πολυειδίκευση, όπως των μητροπόλεων, πρωτίστως της Αττικής και σε μικρότερο βαθμό της Κεντρικής Μακεδονίας. Οι τελευταίες αναδεικνύονται σε ακόμα πιο ισχυρούς πόλους της αξίας, της απασχόλησης, της γνώσης και της καινοτομίας. Αντίθετα, περιφέρειες των οποίων η οικονομία βασίζεται σε μικρό αριθμό δραστηριοτήτων και σε πρότυπα μονοειδίκευσης, εμφανίζουν σχετική στασιμότητα ή απόκλιση».
Το πλήρες κείμενο της ετήσιας έκθεσης 2026 έχει αναρτηθεί στις ιστοσελίδες της ΓΣΕΕ www.gsee.gr και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ www.inegsee.gr και είναι διαθέσιμο στους ακόλουθους συνδέσμους:
https://gsee.gr/i-elliniki-ikonomia-ke-i-apascholisi-etisia-ekthesi-2026
https://www.inegsee.gr/ekdosi/etisia-ekthesi-2026-gia-tin-elliniki-ikonomia-ke-tin-apascholisi/








