Μαλακό σιτάρι: Διακόσια κιλά πάνω τα καλά χωράφια

Ικανοποίηση σε Γρεβενά και Μαγνησία στο ξεκίνημα

-Διαφήμιση-

Με καλές προϋποθέσεις ξεκίνησε η συγκομιδή μαλακού σίτου στα Γρεβενά, όπου όλα δείχνουν ότι οι αποδόσεις θα κινηθούν σε υψηλότερα από πέρσι επίπεδα. Η περσινή χρονιά ήταν μία από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων, κάτι που αποτυπώθηκε και στο ελάχιστο σιτάρι που αξιοποιήθηκε από τους ελληνικούς μύλους, ωστόσο φέτος όλα δείχνουν ότι η παραγωγή θα επανέλθει στην κανονικότητα. Ολοκληρωμένη εικόνα, πάντως, θα έχει διαμορφωθεί από εβδομάδα, όταν θα έχουν ξεκινήσει η συγκομιδή και σε βορειότερες περιοχές όπου καλλιεργείται το προϊόν.

Προς το παρόν, το μαλακό σιτάρι φαίνεται ότι ακολουθεί τις υψηλές αποδόσεις του σκληρού, αν και το ζητούμενο (αλλά δύσκολο, δεδομένου του καθεστώτος των αθρόων εισαγωγών) θα είναι να ακολουθήσει και την ανοδική τάση της τιμής του τελευταίου.

Ικανοποιητικές οι αποδόσεις στην αρχή της συγκομιδής

Ο Μπάμπης Ορφανίδης, έμπειρος παραγωγός μαλακού, ανέφερε στην «ΥΧ»: «Μετά από δύο εβδομάδες, που δεν μπορούσαμε να μπούμε στο χωράφι λόγω βροχών, ο καιρός σταθεροποιήθηκε και ξεκινήσαμε να κόβουμε. Οι παραγωγές είναι μέτριες προς καλές, ξεκίνησαν από 400 κιλά και φτάνουν τα 600 κιλά/ στρέμμα. Τα πράγματα είναι καλύτερα σε σχέση με πέρσι, τις επόμενες ημέρες θα έχουμε πιο ολοκληρωμένη εικόνα.

Σε ό,τι αφορά την τιμή, εκτιμώ ότι η εκκίνηση φέτος θα γίνει στα 16-17 λεπτά». Ο κ. Ορφανίδης αναφέρθηκε, επίσης, σε ένα πρόβλημα που έχει ανησυχήσει μερίδα παραγωγών. Αυτό αφορά προσβολές χωραφιών από μύκητες και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, όπως είπε.

Ανησυχία από προσβολές μύκητα και ανάγκη για διερεύνηση

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Γρεβενών, Ευθύμης Σαράντης, δήλωσε στην εφημερίδα μας: «Προχθές, μπήκαμε στο χωράφι. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι μια αύξηση στις αποδόσεις κατά περίπου 200 κιλά ανά στρέμμα σε σχέση με πέρσι. Εκτιμώ ότι, κατά μέσο όρο, οι αποδόσεις στα χωράφια του βόρειου τμήματος των Γρεβενών κινούνται σε πάνω από 400 κιλά/στρέμμα. Ο καιρός, πάντως, είναι ευνοϊκός». Ο κ. Σαράντης επιβεβαίωσε την εμφάνιση μυκήτων σε ορισμένα χωράφια της περιοχής, εκφράζοντας παράλληλα τον προβληματισμό του για το ζήτημα: «Είναι κάτι που το βλέπουμε αρκετό καιρό να εξελίσσεται και έχουμε προβληματιστεί για το που πρέπει να απευθυνθούμε για να εξακριβώσουμε τι συμβαίνει.

Έχουμε επικοινωνήσει και με τη Διεύθυνση Γεωργίας. Προσωπικά, έχω παρατηρήσει μύκητα και σε καλλιέργεια κριθαριού και μάλιστα με πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Το θέμα είναι ότι εκεί που εμφανίζονται οι προσβολές δεν είναι δικαιολογημένες, μιλάμε για ξεκούραστα χωράφια. Θα πρέπει να διερευνηθεί άμεσα το θέμα, σε αντίθετη περίπτωση φοβάμαι ότι θα υπάρξουν σημαντικές απώλειες στην παραγωγή».

Ευχαριστημένος ήταν από τους καρπούς των κόπων του και ο παραγωγός από τον Αλμυρό Μαγνησίας, Χρήστος Μπάτζιος: «Προσωπικά, κάνω σποροπαραγωγή. Επιμελούμαι αρκετά την καλλιέργεια, με όλες τις απαραίτητες λιπάνσεις και τα ποτίσματα. Αυτό μου δίνει για φέτος μια απόδοση, που φτάνει τα 600 κιλά/στρέμμα με πάνω από 14% πρωτεΐνη. Εκτιμώ ότι οι αποδόσεις φέτος στο μαλακό είναι 20%-30% πάνω σε σχέση με πέρσι».

Θετική η πρώτη αποτίμηση της ποιότητας από τους μύλους

Μια πρώτη εκτίμηση για τη φετινή χρονιά έδωσε στην «ΥΧ» και ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Αλευροβιομηχάνων, Δημήτρης Χαλάτσογλου: «Όλα τα σιτηρά φέτος φαίνεται ότι πηγαίνουν πολύ καλά προς το παρόν. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάποια οριστική εκτίμηση, δεδομένου ότι είναι ελάχιστες οι μέρες που ξεκίνησε η συγκομιδή, ενώ υπάρχουν περιοχές όπου περιμένουμε να μπουν στα χωράφια από βδομάδα, όπως στην Κοζάνη, στις Σέρρες και στον Έβρο.

Πάντως, υπάρχουν ενδείξεις για καλύτερες παραγωγές σε σχέση με πέρσι. Θα θυμάστε, άλλωστε, ότι πέρσι η χρονιά ήταν πολύ κακή λόγω βροχοπτώσεων και το μεγαλύτερο μέρος του μαλακού είχε πάει για κτηνοτροφικό». Ζητώντας μια περαιτέρω αποτίμηση του τι σήμαινε αυτό ποσοτικά, ο ίδιος μας είπε: «Πέρσι, από τους περίπου 350.000 τόνους μαλακού σίτου, που συγκομίστηκε, μόλις 50.000 τόνοι ήταν το σιτάρι που αξιοποιήθηκε από τους μύλους. Δεδομένου ότι οι ανάγκες μας ετησίως είναι περίπου στο 1,4 με 1,5 εκατομμύριο τόνους, αντιλαμβάνεστε γιατί οι τιμές είχαν βρεθεί το 2018 ακόμα και στα 13 λεπτά/κιλό».