Ρεβίθι: Μέτρια η φετινή παραγωγή, προβληματισμός για τιμές και διάθεση

«Αγκάθια» τα αποθέματα και οι εισαγωγές
22/07/2026
5' διάβασμα
revithi-metria-i-fetini-paragogi-provlimatismos-gia-times-kai-diathesi-382918

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η συγκομιδή του ρεβιθιού στις περισσότερες παραγωγικές περιοχές της χώρας. Οι πρώτες εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η φετινή χρονιά εξελίσσεται σε μια μέση παραγωγική περίοδο, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλες αποκλίσεις στις αποδόσεις. Ωστόσο, οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου επηρέασαν σημαντικά την τελική παραγωγή, ενώ το οικονομικό αποτέλεσμα θα κριθεί τελικά από την ποιότητα του προϊόντος και τις τιμές που θα διαμορφωθούν στην αγορά.

Το κλίμα στην αγορά παραμένει συγκρατημένο, καθώς σημαντικές ποσότητες από τα περσινά αποθέματα εξακολουθούν να βρίσκονται στις αποθήκες των παραγωγών. Παράλληλα, η πορεία των εξαγωγών εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητα απορρόφησης της ελληνικής παραγωγής. Την ίδια στιγμή, αυξημένη ζήτηση καταγράφεται για τις μεγαλόσπερμες ποικιλίες, οι οποίες φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς σε σχέση με τις μικρόσπερμες και τις μεσόσπερμες ελληνικές ποικιλίες.

Θήβα: Οι εισαγωγές ασκούν έντονες πιέσεις

Για μια μέση παραγωγική χρονιά κάνει λόγο ο παραγωγός οσπρίων Αριστοτέλης Πέππας από τις Ερυθρές, όπου οι αποδόσεις διαμορφώνονται περίπου στα 200 κιλά ανά στρέμμα. Όπως επισημαίνει, το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργούμενων εκτάσεων αφορά ελληνικές ποικιλίες, όπως οι «Αμοργός», «Γαύδος» και «Θήβα», ενώ σε μικρότερη έκταση καλλιεργούνται μεγαλόσπερμες ποικιλίες, όπως η «Μακαρένα», οι οποίες παρουσιάζουν αυξημένο εμπορικό ενδιαφέρον.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «τα αποθέματα που παραμένουν στις αποθήκες επηρεάζουν αρνητικά τη διαμόρφωση των τιμών». Παράλληλα, εκφράζει έντονο προβληματισμό για τις πιέσεις που δέχεται η ελληνική παραγωγή από τα εισαγόμενα όσπρια, τα οποία, όπως αναφέρει, σε αρκετές περιπτώσεις διατίθενται στην αγορά ως ελληνικά, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.

Σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού, σημειώνει ότι οι μικρόσπερμες ποικιλίες διακινούνται σήμερα περίπου στα 0,60 ευρώ το κιλό, ενώ οι μεγαλόσπερμες ποικιλίες τύπου «Μακαρένα» φθάνουν κοντά στο 1 ευρώ το κιλό.

Καρδίτσα: Μειωμένες οι καλλιεργούμενες εκτάσεις

Για μια επίσης μέτρια χρονιά κάνει λόγο ο παραγωγός οσπρίων Κώστας Καμινιώτης από την Καρδίτσα. Η συγκομιδή βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με τις αποδόσεις να κυμαίνονται από 150 έως 250 κιλά ανά στρέμμα, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά κάθε αγροτεμαχίου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «τα αποθέματα που παραμένουν στις αποθήκες των παραγωγών συνεχίζουν να ασκούν πιέσεις στην αγορά και να περιορίζουν τις δυνατότητες καλύτερης τιμολόγησης του προϊόντος. Αυτή την περίοδο, οι τιμές για τις μικρόσπερμες και μεσόσπερμες ποικιλίες διαμορφώνονται περίπου στα 0,80 ευρώ το κιλό, ανάλογα πάντοτε με την ποιότητα». Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο αυξημένο κόστος παραγωγής, το οποίο, όπως τονίζει, είναι σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, περιορίζοντας το τελικό εισόδημα των παραγωγών.

Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης των πρωτεϊνούχων ψυχανθών, τόσο για ανθρώπινη κατανάλωση όσο και για ζωοτροφές. Όπως υπογραμμίζει, «τα ψυχανθή διαθέτουν σημαντική περιβαλλοντική αξία, καθώς συμβάλλουν στη βελτίωση της γονιμότητας των εδαφών και στη βιωσιμότητα των καλλιεργητικών συστημάτων». Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα της αγροτικής πολιτικής.

Θεσσαλονίκη: Η συμβολαιακή γεωργία δίνει λύσεις

Προς την ολοκλήρωση της συγκομιδής βρίσκεται και ο παραγωγός οσπρίων Σάββας Ιωαννίδης από τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος επιλέγει σταθερά ελληνικές ποικιλίες, καθώς θεωρεί ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις μυκητολογικές προσβολές σε σχέση με τις εισαγόμενες.

Η φετινή παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 25% έως 30% σε σύγκριση με πέρυσι, με τις αποδόσεις να διαμορφώνονται περίπου στα 200 κιλά ανά στρέμμα. Όπως αναφέρει, καλλιεργεί ξηρικά αγροτεμάχια, χωρίς χρήση λιπασμάτων, δίνοντας έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η συνεργασία μέσω συμβολαιακής γεωργίας, η οποία εξασφαλίζει τιμή παραγωγού περίπου 1,10 ευρώ το κιλό, προσφέροντας παράλληλα σιγουριά ως προς τη διάθεση της παραγωγής.

Κλείνοντας, τονίζει ότι «τα ελληνικά όσπρια διαθέτουν σημαντικά ποιοτικά και γευστικά πλεονεκτήματα, τα οποία μπορούν να τα καταστήσουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικά τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά. Προϋπόθεση, ωστόσο, αποτελεί η καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, η ενίσχυση της προβολής των ελληνικών ποικιλιών και η αποτελεσματικότερη προώθηση του προϊόντος στις αγορές».

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: