Η τουρκική… feta και το επόμενο βήμα της Ελλάδας

Από τη διαπίστωση στη διπλωματική πρωτοβουλία καλούνται να περάσουν οι ελληνικές αρχές, προκειμένου να προλάβουν τις εξελίξεις στο ζήτημα της χρήσης της ονομασίας «Φέτα» από τουρκικές γαλακτοβιομηχανίες. Το θέμα έχει ήδη καταγραφεί δημοσιογραφικά, έχει επισημανθεί υπηρεσιακά και έχει αρχίσει να απασχολεί παραγωγούς και φορείς.
Στις 20 Οκτωβρίου 2025, το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη απέστειλε αναλυτικό έγγραφο προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Σε αυτό τεκμηριώνεται η παραγωγή και διάθεση προϊόντων με τις επωνυμίες «Urfarm Feta» και «Awassi FETA» από την εταιρεία Urfarm Süt ve Süt Ürünleri, καθώς και η παρουσία τους σε μεγάλη αλυσίδα λιανικής. Το έγγραφο περιλαμβάνει φωτογραφίες, στοιχεία συσκευασιών, τιμές και πληροφορίες για το καθεστώς εισαγωγής ελληνικής φέτας στην Τουρκία.
Ανεξέλεγκτες διακινούνται οι απομιμήσεις Φέτας στην τουρκική αγορά
03/07/2026 4' διάβασμα
Αξιοποιώντας αυτές τις πληροφορίες και προχωρώντας σε περαιτέρω έρευνα, στις 26 Ιουλίου, ρεπορτάζ της «Καθημερινής» ανέδειξε την παρουσία στην τουρκική αγορά κι άλλων τυριών που διακινούνται με την ονομασία «Feta», αναφέροντας ενδεικτικά τις Urfarm Feta, Galante Farm Feta και Feta Peyniri της Zeytinli Çiftliği. Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφηκε και η μεγάλη διαφορά τιμής με την αυθεντική ελληνική φέτα (μάρκας «Δωδώνη») που κυκλοφορεί στην Τουρκία, λόγω δασμών και φόρων.
Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Σαρόπουλο, πρόεδρο της ΔΕ του Παραρτήματος ΓΕΩΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος ανακίνησε πάλι το θέμα πριν μερικές μέρες με υπόμνημά του, «το πρόβλημα στην περίπτωση της Τουρκίας είναι ότι αυτές οι απομιμήσεις της Φέτας είναι λευκά τυριά άλμης κυρίως από αιγοπρόβειο γάλα και ότι η Τουρκία έχει τεράστια παραγωγική ικανότητα. Η Τουρκία έχει σήμερα 58 εκατομμύρια αιγοπρόβατα (47 εκατ. πρόβατα και 11 εκατ. αίγες) όταν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν 70 εκατομμύρια αιγοπρόβατα.
Παρότι το ελληνικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης είχε προειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση και τους σχετικούς φορείς για το πρόβλημα από τις 20-10-2025, καμία ενέργεια εκ μέρους τους δεν έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα. Για να μη γιγαντωθεί το πρόβλημα στο άμεσο μέλλον, η Ελλάδα πρέπει να είναι αποφασιστική και απόλυτη για το θέμα της Φέτας με την Τουρκία και να αξιοποιήσει τις διμερείς σχέσεις και συμφωνίες Ε.Ε.-Τουρκίας, όπως είναι η επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, για να αποτρέψει μία δυσμενή εξέλιξη του φαινομένου».
Το πλαίσιο της σημερινής προστασίας των προϊόντων ΠΟΠ
Η κρίσιμη παραδοχή είναι ότι η Τουρκία, όπως εξήγησε και η δημοσιογράφος, Τάνια Γεωργιοπούλου, στην «Καθημερινή», μπορεί σήμερα να χρησιμοποιεί την ονομασία «φέτα» για προϊόντα που παράγει και διακινεί εντός της επικράτειάς της. Μπορεί επίσης να τα εξάγει σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτός εκείνων με τις οποίες η Ε.Ε. έχει συνάψει συμφωνίες προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αποδεχθεί παθητικά την κατάσταση. Σημαίνει, όμως, ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια απλή υπόθεση ελέγχου της Διεπαγγελματικής Φέτας ή σαν μια υπόθεση ενημερωτικής καμπάνιας. Η Διεπαγγελματική μπορεί να συμβάλει, να τεκμηριώσει, να πιέσει και να κινητοποιήσει. Δεν μπορεί όμως να αλλάξει το πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων Ε.Ε.-Τουρκίας.
Η υπόθεση πρέπει να περάσει σε κυβερνητικό και ευρωπαϊκό επίπεδο
Από εδώ και πέρα, η πρωτοβουλία ανήκει στην ελληνική κυβέρνηση και, ειδικότερα, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και στα συναρμόδια υπουργεία. Η Ελλάδα οφείλει να θέσει επισήμως στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ανάγκη προστασίας των ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντων στο πλαίσιο των σχέσεων με την Τουρκία, ιδίως ενόψει οποιασδήποτε συζήτησης για επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε.-Τουρκίας. Ο στόχος πρέπει να είναι σαφής: Είτε να προβλεφθεί προστασία των ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων εντός της τουρκικής αγοράς είτε, κατ’ ελάχιστον, να αποτραπεί η εξαγωγή τουρκικών απομιμήσεων προς τρίτες χώρες με ονομασίες που ανταγωνίζονται ευθέως εμβληματικά ευρωπαϊκά προϊόντα.
Η Ελλάδα δεν είναι μόνη σε αυτό. Η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία έχουν εξίσου ισχυρό, ίσως και μεγαλύτερο, συμφέρον να προστατεύσουν προϊόντα όπως τυριά, αλλαντικά, οίνους και άλλα τρόφιμα υψηλής προστιθέμενης αξίας, που κινδυνεύουν από απομιμήσεις.








