Όταν η γεωπολιτική της ΕΕ συναντά τον αγροδιατροφικό της τομέα – Ο ήχος των τρακτέρ και η σιωπή των Βρυξελλών

Το 2024, οι δρόμοι της Ευρώπης αντήχησαν από έναν ήχο ταυτόχρονα οργισμένο και απελπισμένο: τις κόρνες και τις μηχανές χιλιάδων τρακτέρ. Από το Βερολίνο ως το Παρίσι, από τη Βαρσοβία ως τα Τέμπη, μια πρωτοφανής πανευρωπαϊκή κινητοποίηση έφερε την ύπαιθρο στις πύλες των αστικών κέντρων εξουσίας. Για τον αδαή παρατηρητή, θα μπορούσε να μοιάζει με μια ακόμη συντεχνιακή αντίδραση, μια διαπραγμάτευση για λίγα σεντς παραπάνω στο λίτρο του γάλακτος ή στο κιλό του σιταριού. Όμως, κάτω από τις σημαίες των αγροτικών συλλόγων και τα συνθήματα για το κόστος παραγωγής, κρυβόταν κάτι πολύ βαθύτερο. Αυτός ο ήχος δεν ήταν μια απλή διαμαρτυρία. Ήταν μια κραυγή αγωνίας. Μια κραυγή που προέκυψε από μια συσσωρευμένη αίσθηση αδικίας, αβεβαιότητας και εγκατάλειψης, και η οποία αποτελεί την άμεση συνέπεια μιας σειράς θεμελιωδών πολιτικών λαθών και δομικών αντιφάσεων που έχουν διαμορφωθεί στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κραυγή αυτή δεν γεννήθηκε εν κενώ. Τροφοδοτήθηκε από δύο παράλληλες και φαινομενικά ασύνδετες διαδικασίες που, στην πράξη, λειτούργησαν ως οι δύο συμπληγάδες πέτρες που συνθλίβουν τον ευρωπαίο αγρότη. Από τη μία, η εξωστρεφής γεωπολιτική φιλοδοξία της ΕΕ, που εκφράζεται μέσα από εμπορικές συμφωνίες όπως αυτή με το μπλοκ της Mercosur, και από την άλλη, η εσωστρεφής, περίπλοκη και όλο και πιο απαιτητική αρχιτεκτονική της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Η συνδυαστική τους δράση δημιούργησε ένα τοξικό κοκτέιλ που απειλεί όχι μόνο την οικονομική βιωσιμότητα εκατομμυρίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, αλλά και την ίδια την κοινωνική συνοχή της ευρωπαϊκής υπαίθρου. Η ανάλυση αυτών των πολιτικών λαθών είναι απαραίτητη για να αποκωδικοποιήσουμε την κραυγή της υπαίθρου και να κατανοήσουμε το διακύβευμα, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά όρια της γεωργίας.
Το 2025, οι δρόμοι της Ελλάδας αντήχησαν από έναν ήχο ταυτόχρονα οργισμένο και απελπισμένο: τις κόρνες και τις μηχανές χιλιάδων τρακτέρ που διαμαρτύρονται για το κόστος παραγωγής, τις εισαγωγές φθηνών προϊόντων και τις ασφυκτικές απαιτήσεις της ΚΑΠ. Για τον αδαή παρατηρητή, θα μπορούσε να μοιάζει με μια ακόμη συντεχνιακή αντίδραση, όμως κάτω από τα συνθήματα κρύβεται κάτι βαθύτερο: μια κραυγή αγωνίας της ελληνικής υπαίθρου, θύματων λανθασμένων ευρωπαϊκών πολιτικών και γεωπολιτικών επιλογών.
Η Ελλάδα βιώνει σήμερα τις συνέπειες ενός ευρωπαϊκού πλαισίου όπου η ΕΕ επιδιώκει να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός παίκτης και όχι μόνο ως οικονομική ένωση. Στρατηγική αυτονομία, διασφάλιση εφοδιασμού και επιρροή μέσω κανόνων (normative power) συνθέτουν ένα πλαίσιο όπου η Mercosur εντάσσεται ως αντίβαρο στην κινεζική επιρροή και ως φθηνός αγροδιατροφικός εταίρος.
Το γεωπολιτικό δίλημμα είναι σαφές: παγκόσμια παρουσία μέσω εμπορίου ή προστασία του ευρωπαϊκού κοινωνικού και παραγωγικού μοντέλου;
Το Πρώτο Πολιτικό Λάθος: Υποκρισία Green Deal και Mercosur
Το μεγαλύτερο και πιο εξόφθαλμο πολιτικό λάθος που πυροδότησε την αγροτική οργή είναι η θεμελιώδης ασυνέπεια μεταξύ των εσωτερικών περιβαλλοντικών δεσμεύσεων της ΕΕ και της εξωτερικής εμπορικής της πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal) και η στρατηγική της «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» (Farm to Fork) αποτελούν το ηθικό και πολιτικό λάβαρο της Ευρώπης στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Στο όνομα αυτών των στόχων, η ΕΕ επιβάλλει στους αγρότες της ένα συνεχώς αυξανόμενο και δαπανηρό πλαίσιο κανόνων: μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, υποχρεωτική αγρανάπαυση, αυστηρά πρότυπα για την καλή διαβίωση των ζώων, περίπλοκα Οικολογικά Σχήματα. Οι ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να γίνουν οι πρωτοπόροι της παγκόσμιας πράσινης μετάβασης, επωμιζόμενοι ένα σημαντικό κόστος συμμόρφωσης που μειώνει την ανταγωνιστικότητά τους.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά εντός των τειχών, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και ειδικότερα η Γενική της Διεύθυνση Εμπορίου, προωθεί με γεωπολιτική θέρμη την εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Πρόκειται για μια συμφωνία που θα ανοίξει την ευρωπαϊκή αγορά σε τεράστιες ποσότητες αγροτικών προϊόντων, όπως το βόειο κρέας, η σόγια και η αιθανόλη, τα οποία παράγονται σε συνθήκες που απέχουν παρασάγγας από τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η κτηνοτροφία στη Βραζιλία συνδέεται άμεσα με την αποψίλωση του τροπικού δάσους του Αμαζονίου, του μεγαλύτερου πνεύμονα του πλανήτη. Η χρήση φυτοφαρμάκων που έχουν απαγορευτεί εδώ και δεκαετίες στην Ευρώπη είναι ευρέως διαδεδομένη. Οι κανόνες για την καλή διαβίωση των ζώων είναι, στην καλύτερη περίπτωση, υποτυπώδεις.
Αυτό το διπλό παιχνίδι συνιστά ένα πολιτικό λάθος κολοσσιαίων διαστάσεων. Δημιουργεί μια κατάφωρη συνθήκη αθέμιτου ανταγωνισμού, ζητώντας από τον ευρωπαίο αγρότη να αγωνιστεί με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη. Ακόμη χειρότερα, εκθέτει την ΕΕ σε μια κατηγορία περιβαλλοντικής υποκρισίας. Πώς μπορεί η Ευρώπη να ισχυρίζεται ότι ηγείται της παγκόσμιας προσπάθειας για το κλίμα, όταν η εμπορική της πολιτική ενθαρρύνει έμμεσα την καταστροφή του Αμαζονίου; Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως «διαρροή άνθρακα» (carbon leakage), όπου η παραγωγή και η ρύπανση απλώς μεταφέρονται εκτός συνόρων, ακυρώνει στην πράξη ένα μεγάλο μέρος των θυσιών που κάνουν οι ευρωπαίοι πολίτες και παραγωγοί. Για τον αγρότη που βλέπει το εισόδημά του να πιέζεται από φθηνά, εισαγόμενα προϊόντα αμφίβολης ποιότητας και βιωσιμότητας, η Πράσινη Συμφωνία αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ένα ευγενές όραμα και περισσότερο με μια καλοστημένη απάτη. Η συμφωνία με τη Mercosur έγινε το σύμβολο αυτής της αδικίας, ο καταλύτης που μετέτρεψε τη σιωπηλή απόγνωση σε εκκωφαντική οργή.
Η ΕΕ ζητά από τους αγρότες της να μειώσουν τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, να προστατεύουν τη βιοποικιλότητα, να τηρούν αυστηρά πρότυπα ζωικής διαβίωσης – όλα στο όνομα της Πράσινης Συμφωνίας και της στρατηγικής Farm to Fork.
Παράλληλα, μέσω της εμπορικής πολιτικής, προωθεί εισαγωγές από Mercosur, όπου οι συνθήκες παραγωγής απέχουν πολύ από τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στην Ελλάδα, αυτό σημαίνει αθέμιτο ανταγωνισμό για βασικά προϊόντα όπως ελαιόλαδο, φέτα, βαμβάκι, ενώ η τοπική αγορά δέχεται πίεση από φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, υπονομεύοντας το εισόδημα και την επιβίωση των παραγωγών.
Η ασυνέπεια αυτή, γνωστή και ως «carbon leakage», καθιστά την Πράσινη Συμφωνία λιγότερο αποτελεσματική και εκθέτει την ΕΕ σε κατηγορίες υποκρισίας. Η ελληνική ύπαιθρος δεν έχει την πολυτέλεια να επωμιστεί τις συνέπειες αυτών των αντιφάσεων.
Το Δεύτερο Πολιτικό Λάθος: Ο Λαβύρινθος της ΚΑΠ και η Γραφειοκρατική Ασφυξία
Αν η Mercosur αντιπροσωπεύει την εξωτερική απειλή, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ 2023-2027) αποτελεί την εσωτερική πληγή που κάνει την κατάσταση ακόμη πιο επώδυνη. Η τελευταία μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, αν και σχεδιάστηκε με τις καλύτερες προθέσεις για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής της διάστασης, εξελίχθηκε σε ένα γραφειοκρατικό τέρας, ένα πολιτικό λάθος που πηγάζει από την αποξένωση των κέντρων λήψης αποφάσεων από την αγροτική πραγματικότητα.
Η νέα αρχιτεκτονική της ΚΑΠ, με την περίπλοκη αιρεσιμότητα, τα δεκάδες εθελοντικά Οικολογικά Σχήματα (Eco Schemes) και τις ατελείωτες απαιτήσεις παρακολούθησης και τεκμηρίωσης, έχει μετατρέψει τον αγρότη από καλλιεργητή της γης σε υπάλληλο γραφείου. Οι αγρότες, πολλοί από τους οποίους είναι μεγάλης ηλικίας και δεν διαθέτουν ψηφιακές δεξιότητες, καλούνται να πλοηγηθούν σε έναν ακατανόητο λαβύρινθο κανόνων, να συμπληρώνουν ατελείωτες φόρμες και να ζουν με τον συνεχή φόβο του ελέγχου και της επιβολής προστίμων για το παραμικρό λάθος. Η πολυπλοκότητα αυτή δεν είναι απλώς εκνευριστική, είναι βαθιά αντιπαραγωγική. Αποθαρρύνει τη συμμετοχή, ιδίως των μικρότερων παραγωγών, και οδηγεί σε καθυστερήσεις στις πληρωμές των ενισχύσεων, οι οποίες για πολλούς αποτελούν την κύρια πηγή του εισοδήματός τους.
Το πολιτικό λάθος εδώ είναι η ψευδαίσθηση ότι η βιωσιμότητα μπορεί να επιβληθεί από πάνω προς τα κάτω, μέσα από ένα άκαμπτο και συγκεντρωτικό σύστημα κανόνων. Αντί να επιβραβεύει το αποτέλεσμα (π.χ. τη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους ή τη μείωση των εκπομπών), η ΚΑΠ επιμένει να ελέγχει τη διαδικασία, πνίγοντας την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα του αγρότη. Δημιουργεί μια σχέση καχυποψίας μεταξύ του κράτους και του παραγωγού, αντί για μια σχέση συνεργασίας. Οι αγρότες αισθάνονται ότι η πολιτεία δεν τους εμπιστεύεται, αλλά τους αντιμετωπίζει ως εν δυνάμει παραβάτες. Αυτή η γραφειοκρατική ασφυξία, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και την πίεση από τις εισαγωγές, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Η κραυγή αγωνίας της υπαίθρου είναι και μια κραυγή για απλότητα, λογική και σεβασμό.
Η Ελληνική Μικρογραφία: Όταν τα Λάθη Πολλαπλασιάζονται
Πουθενά αλλού στην Ευρώπη αυτά τα πολιτικά λάθη δεν έχουν τόσο οδυνηρές συνέπειες όσο στην Ελλάδα. Στα ορεινά χωριά της Πίνδου, στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, στα νησιά του Αιγαίου, η ελληνική ύπαιθρος φθίνει και ερημώνει με ρυθμούς που προκαλούν ίλιγγο. Τα σχολεία κλείνουν, οι καφενέδες αδειάζουν, τα σπίτια σφραγίζονται. Οι νέοι φεύγουν για τα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό, αφήνοντας πίσω τους γερασμένους γονείς που κρατούν με νύχια και με δόντια τα χωράφια τους, όχι από κέρδος, αλλά από πείσμα και αξιοπρέπεια.
Η ελληνική γεωργία, με τα ιδιαίτερα δομικά της χαρακτηριστικά, λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός των ευρωπαϊκών παθογενειών. Ο εξαιρετικά πολυτεμαχισμένος και μικρός κλήρος (μέσος όρος 7 εκτάρια έναντι 17 στην ΕΕ) καθιστά την επίτευξη οικονομιών κλίμακας σχεδόν αδύνατη. Ο έλληνας αγρότης καλλιεργεί συχνά τέσσερα-πέντε διασκορπισμένα κομμάτια γης, κληρονομιά γενεών και οικογενειακών διανομών, που τον καθιστούν αιχμάλωτο μιας δομής άλλης εποχής. Η υψηλή εξάρτηση από τις ενισχύσεις της ΚΑΠ, οι οποίες συχνά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού εισοδήματος, καθιστά τον τομέα εξαιρετικά ευάλωτο σε κάθε αλλαγή. Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού – ο μέσος όρος ηλικίας ξεπερνά τα 60 χρόνια – και η έλλειψη εκπαίδευσης και κατάρτισης δυσχεραίνουν την προσαρμογή στις νέες, πολύπλοκες απαιτήσεις.
Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, τα ευρωπαϊκά πολιτικά λάθη έρχονται να δώσουν τη χαριστική βολή. Η προοπτική της συμφωνίας με τη Mercosur είναι εφιαλτική για προϊόντα-κλειδιά της ελληνικής παραγωγής. Ο κτηνοτρόφος της Ηπείρου που μάχεται να κρατήσει το κοπάδι του στα βουνά, ο βαμβακοπαραγωγός της Θεσσαλίας που βλέπει το κόστος των εισροών να εκτοξεύεται, ο ελαιοπαραγωγός της Κρήτης που πληρώνεται ψίχουλα για το υγρό χρυσό του – όλοι αισθάνονται την αγχόνη να σφίγγει. Η πολυπλοκότητα της νέας ΚΑΠ είναι σχεδόν ανυπέρβλητη για τον μέσο Έλληνα αγρότη, που συχνά δεν έχει ούτε υπολογιστή ούτε γνώση της γραφειοκρατικής γλώσσας των Βρυξελλών.
Ταυτόχρονα, η εγχώρια αγορά μαστίζεται από χρόνιες στρεβλώσεις, όπως οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και οι παράνομες «ελληνοποιήσεις» εισαγόμενων προϊόντων – το βουλγάρικο μέλι που γίνεται “ελληνικό”, το πολωνικό γάλα που μεταμορφώνεται σε “φέτα”, το ρουμανικό κρέας που ντύνεται με την ελληνική σημαία. Αυτές οι πρακτικές εξαπατούν τους καταναλωτές και συνθλίβουν τους έντιμους παραγωγούς, που βλέπουν την αγορά να τους κλέβεται μπροστά στα μάτια τους. Η κραυγή αγωνίας στην ελληνική ύπαιθρο είναι, επομένως, πιο διαπεραστική, γιατί ο πόνος είναι πιο βαθύς και οι αντοχές λιγότερες.
Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση αναδεικνύει και μια άλλη διάσταση: τη βαθιά πολιτισμική και κοινωνική σύνδεση της γεωργίας με την εθνική ταυτότητα. Προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, η φέτα, τα φρούτα και τα λαχανικά δεν είναι απλώς εμπορεύματα, είναι τα δομικά στοιχεία της μεσογειακής διατροφής, ενός μοντέλου ζωής. Είναι το ελαιόλαδο που ο παππούς έριχνε στη χόρτα, η φέτα που συνόδευε κάθε τραπέζι, τα ροδάκινα της Ημαθίας, τα πορτοκάλια της Άρτας, οι ελιές της Καλαμάτας. Είναι η γεύση της παιδικής ηλικίας, η μνήμη του τόπου, η συνέχεια των γενεών.
Η απειλή για τον Έλληνα αγρότη είναι και μια απειλή για αυτή την κληρονομιά. Όταν κλείνει ένα αγρόκτημα στη Μεσσηνία, δεν χάνεται μόνο μια οικονομική μονάδα – χάνεται ένα κομμάτι της ψυχής του τόπου. Όταν ερημώνει ένα χωριό στην Αρκαδία, δεν εγκαταλείπεται απλώς μια γεωγραφική θέση – σβήνει μια ιστορία, μια παράδοση, ένας τρόπος ζωής. Η αγωνία του αγρότη συναντά την αγωνία του καταναλωτή που βλέπει την αγοραστική του δύναμη να εξανεμίζεται και την ποιότητα της τροφής του να υποβαθμίζεται, που αναρωτιέται αν αυτό που τρώει είναι πραγματικά ελληνικό ή μια φθηνή απομίμηση.
Το πολιτικό λάθος εδώ είναι η αποτυχία να αναγνωριστεί ότι η στήριξη της πρωτογενούς παραγωγής δεν είναι μια συντεχνιακή χάρη, αλλά μια στρατηγική επένδυση στην επισιτιστική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Είναι η διαφορά μεταξύ μιας ζωντανής υπαίθρου που παράγει, που ζει, που αναπνέει – και ενός μουσείου υπαίθρου, όπου οι τουρίστες θα φωτογραφίζουν τα ερειπωμένα αλώνια και τα εγκαταλελειμμένα μαντριά.
Η ΚΑΠ 2023-2027, με τα δεκάδες Eco Schemes και τις απαιτήσεις αιρεσιμότητας, έχει μετατρέψει τον αγρότη σε γραφειοκράτη, ιδιαίτερα σε περιοχές με μικρούς και πολυτεμαχισμένους κλήρους. Η γραφειοκρατική αυτή ασφυξία, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής και την πίεση από εισαγωγές Mercosur, οδηγεί σε κοινωνική και οικονομική κατάρρευση των μικρομεσαίων ελληνικών εκμεταλλεύσεων.
Η Ελλάδα, με τον γηράσκοντα αγροτικό πληθυσμό και την υψηλή εξάρτηση από τις ενισχύσεις της ΚΑΠ, βλέπει την κατάσταση ως διπλή απειλή: η ύπαιθρος χάνει τα εισοδήματά της και οι νέοι φεύγουν, αφήνοντας πίσω μια κοινωνία σε διαδικασία ερημοποίησης.
Γεωπολιτική Διάσταση: Διλήμματα ΕΕ και Επίδραση στην Ελλάδα
Η ελληνική ύπαιθρος πλήττεται όχι μόνο από εσωτερικές πολιτικές, αλλά και από γεωπολιτικές επιλογές της ΕΕ:
- Ανταγωνιστικότητα vs Ευρωπαϊκό αγροτικό μοντέλο
- Mercosur: μεγάλες εκμεταλλεύσεις, χαμηλό κόστος, λιγότερα περιβαλλοντικά πρότυπα.
- ΕΕ: μικρομεσαίοι αγρότες, υψηλό κόστος συμμόρφωσης.
- Η Ελλάδα κινδυνεύει από εισαγόμενα προϊόντα που δεν πληρούν ισοδύναμα πρότυπα.
- Επισιτιστική ασφάλεια vs Επισιτιστική κυριαρχία
- Φθηνά εισαγόμενα προϊόντα σήμερα οδηγεί σε εξάρτηση και αποδυνάμωση εγχώριας παραγωγής αύριο.
Πράσινη Συμφωνία vs Εμπορική πραγματικότητα
Τα μέτρα βιωσιμότητας εντός ΕΕ αντισταθμίζονται από την εισαγωγή προϊόντων που δεν υπόκεινται σε ισοδύναμους κανόνες.
Συνέπεια: η Ελλάδα μπορεί να υποστεί περαιτέρω καθίζηση του αγροτικού τομέα, με κλείσιμο εκμεταλλεύσεων, απώλεια προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ και ερημοποίηση ορεινών και νησιωτικών περιοχών.
Η Κοινωνική Αντίφαση: Αγρότες vs Καταναλωτές
Οι Έλληνες αγρότες πιέζονται από χαμηλές τιμές εισαγωγών, αυξημένο κόστος και γραφειοκρατία, ενώ οι καταναλωτές επωφελούνται από φθηνά προϊόντα αλλά απομακρύνονται από την ποιότητα, την εποχικότητα και την ιχνηλασιμότητα. Η ελληνική περίπτωση αναδεικνύει το κεντρικό δίλημμα:
Φθηνό τρόφιμο για όλους vs βιώσιμο εισόδημα και διατροφική κληρονομιά για την ύπαιθρο.
Συμπέρασμα: Από την Κραυγή στον Διάλογο και την Προστασία της Ελλάδας
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη το 24 και τώρα οι Ελληνικές του 2025 δεν ήταν και δεν είναι το πρόβλημα, ήταν και είναι το σύμπτωμα. Ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς πολιτικών λαθών που βασίστηκαν στην ασυνέπεια, την πολυπλοκότητα και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Η υποκρισία μιας πράσινης πολιτικής που εξαντλείται στα σύνορα της ΕΕ και η γραφειοκρατική παράνοια μιας ΚΑΠ που σχεδιάστηκε σε αποστειρωμένα γραφεία δημιούργησαν ένα αίσθημα αδιεξόδου, το οποίο εκφράστηκε με τον μόνο τρόπο που γνώριζε η ύπαιθρος: βγάζοντας τα τρακτέρ στους δρόμους.
Η κραυγή αγωνίας της υπαίθρου είναι ένα σήμα κινδύνου που η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει. Η συνέχιση αυτών των λανθασμένων πολιτικών δεν θα οδηγήσει απλώς σε οικονομική κατάρρευση του αγροτικού τομέα, αλλά σε μια βαθιά κοινωνική και πολιτική ρήξη μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αστυνομική καταστολή ή οι αποσπασματικές παραχωρήσεις της τελευταίας στιγμής.
Απαιτείται μια ριζική αλλαγή πορείας. Μια νέα κοινωνική συμφωνία για τα τρόφιμα και τη γεωργία, βασισμένη στην αρχή της συνοχής και της αμοιβαιότητας: ό,τι απαιτούμε από τους δικούς μας παραγωγούς, πρέπει να το απαιτούμε και από τα προϊόντα που εισάγουμε. Μια νέα, απλοποιημένη και έξυπνη ΚΑΠ, που θα εμπιστεύεται τον αγρότη και θα επιβραβεύει την καινοτομία και το αποτέλεσμα, αντί να πνίγει την παραγωγή στη γραφειοκρατία.
Η πρόκληση είναι τεράστια, αλλά η εναλλακτική – μια σιωπηλή, ερημωμένη ύπαιθρος – είναι αδιανόητη. Η Ευρώπη πρέπει να μάθει να ακούει την κραυγή της υπαίθρου, όχι ως έναν ενοχλητικό θόρυβο, αλλά ως μια επείγουσα πρόσκληση για διάλογο και διόρθωση των πολιτικών της λαθών, πριν να είναι πολύ
Η ελληνική ύπαιθρος δεν χρειάζεται απλώς ενισχύσεις· χρειάζεται στρατηγική προστασία, με βάση:
- Απλοποίηση και στόχευση της ΚΑΠ post-2027, ώστε να υποστηρίζεται η μικρομεσαία εκμετάλλευση.
- Συμμετρική εφαρμογή Green Deal για εισαγόμενα προϊόντα.
- Εθνική στρατηγική επισιτιστικής κυριαρχίας, για να μην εξαρτάται η Ελλάδα από φθηνές εισαγωγές και να προστατεύεται η παραγωγή ΠΟΠ/ΠΓΕ.
- Θεσμική ενίσχυση της υπαίθρου ως κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο, όχι μόνο ως παραγωγικό.
- Διασύνδεση γεωπολιτικής στρατηγικής και κοινωνικής βιωσιμότητας, ώστε οι επιλογές της ΕΕ να μην επιβαρύνουν περαιτέρω την ελληνική ύπαιθρο.
Η κραυγή αγωνίας της ελληνικής υπαίθρου είναι μήνυμα που η Ευρώπη πρέπει να ακούσει πριν η σιωπή της γίνει μόνιμη. Η συνέχιση των λανθασμένων πολιτικών και γεωπολιτικών επιλογών θα οδηγήσει σε βαθύτερη κατάρρευση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, κοινωνική αποσάθρωση και απώλεια διατροφικής κυριαρχίας.









