Από τον Θερμαϊκό στο εργαστήριο: Η χώρα αποκτά τον πρώτο σταθμό γόνου για όστρακα

Μια υποδομή που έρχεται να καλύψει ένα κενό δεκαετιών
18/05/2026
3' διάβασμα
apo-ton-thermaiko-sto-ergastirio-i-chora-apokta-ton-proto-stathmo-gonou-gia-ostraka-378913

Μια σημαντική τομή για την ελληνική οστρακοκαλλιέργεια συντελείται στο αγρόκτημα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ξεκίνησε τη λειτουργία του ο πρώτος οστρακογεννητικός σταθμός της χώρας. Πρόκειται για μια υποδομή που έρχεται να καλύψει ένα κενό δεκαετιών σε έναν κλάδο που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φυσική συλλογή γόνου και έχει πληγεί έντονα από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Όπως εξηγεί ο επικεφαλής του έργου, επίκουρος καθηγητής Ιχθυοκομίας – Αλιείας του ΑΠΘ, Ιωάννης Γιάντσης: «Ο στόχος μας είναι να αναπτύξουμε τεχνογνωσία για την τεχνητή αναπαραγωγή και παραγωγή γόνου, κάτι που μέχρι σήμερα δεν υπήρχε στα όστρακα».

Όπως σημειώνει, η σύγκριση με την ιχθυοκαλλιέργεια είναι ενδεικτική: «Στην Ελλάδα λειτουργούν 25 ιχθυογεννητικοί σταθμοί στη θαλάσσια υδατοκαλλιέργεια και τρεις κρατικοί σταθμοί στα εσωτερικά ύδατα. Στα όστρακα δεν υπήρχε ούτε ένας». Η ανάγκη για τη δημιουργία ενός τέτοιου σταθμού κατέστη επιτακτική μετά τις καταστροφικές απώλειες των τελευταίων ετών στις μυδοκαλλιέργειες του Θερμαϊκού.

«Το 2024 είχαμε θνησιμότητες που σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν το 100%, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών», υπενθυμίζει ο κ. Γιάντσης. Η ομάδα του ΑΠΘ έχει ήδη εντοπίσει γονίδια φυσικών πληθυσμών που προσδίδουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο θερμικό στρες, ανοίγοντας τον δρόμο για γενετικά βελτιωμένα και πιο ανθεκτικά μύδια.

Παράλληλα, ο σταθμός δεν περιορίζεται στο μύδι. Στόχος είναι η ανάπτυξη τεχνογνωσίας και για άλλα είδη με υψηλή ζήτηση στο εξωτερικό, όπως το κυδώνι και η αχιβάδα. «Τα είδη αυτά έχουν πολύ μεγάλη ζήτηση στην Ευρώπη. Μπορούμε να τα μετατρέψουμε από προϊόντα αλιείας σε προϊόντα υδατοκαλλιέργειας και να αυξήσουμε την προσφορά», τονίζει ο καθηγητής.

Η έρευνα βασίζεται αποκλειστικά σε άτομα που έχουν συλλεχθεί από τον Θερμαϊκό και άλλες ελληνικές περιοχές. «Χρησιμοποιούμε όστρακα που έχουν εξελιχθεί και προσαρμοστεί στις τοπικές συνθήκες. Έτσι, ο γόνος που θα παράγουμε θα εγκλιματίζεται πολύ πιο εύκολα. Το επόμενο βήμα είναι η παραγωγή τοπικού φυτοπλαγκτού, ώστε η διατροφή των οστράκων να ανταποκρίνεται πλήρως στις φυσικές συνθήκες», σημειώνει ο κ. Γιάντσης.

Κατά τον καθηγητή Ιχθυοκομίας, η οικονομική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη: «Η Ελλάδα εξάγει το 50% της παραγωγής της σε μύδια, εκ των οποίων το 70–80% προέρχεται από τον Θερμαϊκό. Μιλάμε για ένα προϊόν με μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τεράστια σημασία για την περιφερειακή ανάπτυξη».

Όσο για το μέλλον, ο κ. Γιάντσης εκτιμά ότι καθοριστικό ρόλο θα παίξουν τα νέα είδη. Ο ίδιος βλέπει τον σταθμό ως πιθανό Εθνικό Κέντρο Αναφοράς, μέσα από μια σύμπραξη πανεπιστημίου, κράτους και συνεταιρισμών, για την ουσιαστική στήριξη των μυδοπαραγωγών.