Η φύρα στους πατατοπαραγωγούς, τα κέρδη στο παραεμπόριο

Καταγγελία παραγωγού για αδιαφάνεια στα συσκευαστήρια της Δυτικής Πελοποννήσου
07/07/2026
5' διάβασμα
i-fyra-stous-patatoparagogous-ta-kerdi-sto-paraeborio-382110

Για ακόμη μία φορά, η πατατοπαραγωγή της Δυτικής Πελοποννήσου βρίσκεται στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών, οι οποίες αναδεικνύουν χρόνιες παθογένειες στη διακίνηση και εμπορία του προϊόντος. Η υπόθεση αφορά τις διαδικασίες παραλαβής, διαλογής και εκκαθάρισης της πατάτας στα συσκευαστήρια της περιοχής, με τους παραγωγούς να υποστηρίζουν ότι οι πρακτικές που εφαρμόζονται προκαλούν σημαντικές οικονομικές απώλειες και δημιουργούν συνθήκες αδιαφάνειας.

Αφορμή αποτελεί η καταγγελία της Π.Λ., πατατοπαραγωγού κανονικού καθεστώτος από την περιοχή, η οποία απέστειλε αναφορά στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της Πολιτείας.

Η διαδικασία που αμφισβητείται

Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην καταγγελία της, η παραγωγή παραδίδεται στα συσκευαστήρια αφού προηγουμένως έχει ζυγιστεί από την ίδια και συνοδεύεται από όλα τα νόμιμα παραστατικά. Ωστόσο, η τελική εκκαθάριση της αξίας του προϊόντος δεν βασίζεται στο συνολικό βάρος που παραδόθηκε, αλλά στην ποσότητα που απομένει μετά τον καθαρισμό, τη διαλογή και τη συσκευασία.

Η παραγωγός υποστηρίζει ότι «η ποσότητα που αφαιρείται ως δήθεν ακατάλληλη δεν ζυγίζεται ούτε καταγράφεται με επίσημο τρόπο, γεγονός που στερεί από τον παραγωγό τη δυνατότητα να γνωρίζει την πραγματική τύχη της παραγωγής του. Αντίθετα, η απόρριψη γίνεται κατ’ εκτίμηση του συσκευαστηρίου, χωρίς να υπάρχει τεκμηριωμένη διαδικασία ελέγχου ή δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων».

Απώλειες που φτάνουν ακόμη και το 40%

Η Π.Λ. αναφέρει στην «ΥΧ» ότι οι απώλειες που καταγράφονται κατά τη διαδικασία της διαλογής κυμαίνονται από 28% έως και 40% της συνολικής παραγωγής. Όπως υποστηρίζει, οι ποσότητες αυτές χαρακτηρίζονται γενικά ως «ξένες ύλες» ή «ακατάλληλο προϊόν», χωρίς να υπάρχει αναλυτική καταγραφή του πραγματικού βάρους ή της ποιότητάς τους.

Η ίδια καλλιεργεί περισσότερα από 150 στρέμματα πατάτας, με ετήσια παραγωγή περίπου 300 τόνων. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, έως και 80 τόνοι χαρακτηρίζονται ως ακατάλληλοι κατά την εκκαθάριση, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, συνεπάγεται ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική ζημία για την αγροτική της εκμετάλλευση.

Ισχυρισμοί για παράλληλη διακίνηση της παραγωγής

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά ο ισχυρισμός της παραγωγού ότι σημαντικό μέρος της πατάτας που χαρακτηρίζεται ως ακατάλληλη δεν καταστρέφεται ούτε απορρίπτεται, αλλά τελικά διοχετεύεται στην αγορά μέσω διαφορετικών δικτύων διακίνησης. Όπως υποστηρίζει, η διακίνηση αυτή πραγματοποιείται χωρίς το προϊόν να συνοδεύεται από τα προβλεπόμενα νόμιμα παραστατικά.

Εφόσον οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί επιβεβαιωθούν από τους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, θα πρόκειται για ζήτημα που δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ παραγωγών και συσκευαστηρίων, αλλά και τη διαφάνεια στην αγορά, τη φορολογική νομιμότητα και την προστασία του υγιούς ανταγωνισμού.

Οι συνέπειες για τους παραγωγούς

Οι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων πρακτικών οδηγεί σε σημαντική απώλεια εισοδήματος, καθώς αμείβονται μόνο για την ποσότητα που αναγνωρίζεται από το συσκευαστήριο μετά τη διαδικασία διαλογής. Παράλληλα, εκφράζουν την ανησυχία ότι η έλλειψη αποτελεσματικών ελέγχων δημιουργεί περιθώρια για την ανάπτυξη παραεμπορίου, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται τόσο οι ίδιοι όσο και το Δημόσιο.

Όπως επισημαίνουν, «η αδυναμία ελέγχου της πραγματικής ποσότητας που παραδίδεται δημιουργεί ένα καθεστώς αβεβαιότητας, στο οποίο ο παραγωγός καλείται ουσιαστικά να αποδεχθεί τα στοιχεία που του γνωστοποιούνται, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να τα επαληθεύσει».

Το αίτημα προς το Υπουργείο

Η Π.Λ. ζητά από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να θεσπιστεί υποχρεωτική διαδικασία ζύγισης της παραγωγής κατά την παραλαβή στα συσκευαστήρια, πριν από οποιαδήποτε εργασία καθαρισμού, διαλογής ή συσκευασίας. Παράλληλα, προτείνει να καθιερωθεί η υποχρεωτική ζύγιση και αναλυτική καταγραφή της ποσότητας που απορρίπτεται, με σύνταξη σχετικού πρακτικού και δυνατότητα ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Όπως υποστηρίζει, «μόνο μέσα από μια διαφανή και πιστοποιημένη διαδικασία θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ παραγωγών και επιχειρήσεων και θα διασφαλιστεί η δίκαιη αμοιβή της αγροτικής παραγωγής».

Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει τις αρμόδιες αρχές, καθώς οι καταγγελίες εγείρουν ζητήματα που αφορούν τη διαφάνεια στις εμπορικές συναλλαγές, την ιχνηλασιμότητα των αγροτικών προϊόντων, τη φορολογική συμμόρφωση και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Οι απαντήσεις των ελεγκτικών μηχανισμών και του Υπουργείου αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τον αγροτικό κόσμο της περιοχής.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: