Μηδική: Πιέσεις στις τιμές και διαφοροποιήσεις στις αποδόσεις ανά περιοχή

Η κοπή του δεύτερου χεριού στη μηδική έχει ολοκληρωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, χωρίς όμως να αφήσει ικανοποιημένους τους παραγωγούς. Οι συνεχείς βροχοπτώσεις επηρέασαν σημαντικά τόσο τις αποδόσεις όσο και, κυρίως, την ποιότητα του προϊόντος, με αποτέλεσμα αρκετές κοψιές να υποβαθμιστούν.
Πλέον, οι ελπίδες στρέφονται στο τρίτο χέρι, από το οποίο οι καλλιεργητές προσδοκούν καλύτερη ποιότητα και υψηλότερες αποδόσεις, καθώς οι καιρικές συνθήκες είναι ευνοϊκότερες και τα χωράφια έχουν απαλλαγεί, σε μεγάλο βαθμό, από τα ανεπιθύμητα ζιζάνια. Παράλληλα, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον κλάδο παραμένει η σημαντική υποχώρηση των τιμών σε σχέση με την περσινή χρονιά, γεγονός που περιορίζει αισθητά το εισόδημα των παραγωγών.
Καρδίτσα: Δύο χαμένες κοψιές
Για μια ιδιαίτερα δύσκολη καλλιεργητική χρονιά κάνει λόγο ο παραγωγός Απόστολος Εκίζογλου από την Καρδίτσα. Όπως επισημαίνει, το πρώτο και το δεύτερο χέρι μπορούν να χαρακτηριστούν ουσιαστικά ως «χαμένες κοψιές», καθώς τόσο η ποιότητα όσο και η παραγωγή κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Ο ίδιος εκτιμά ότι στην περιοχή έχουν αυξηθεί οι εκτάσεις με μηδική, ωστόσο αρκετοί νέοι παραγωγοί δεν διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία στην καλλιέργεια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μπήκαν στην παραγωγή χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία, με αποτέλεσμα να διαθέτουν το προϊόν σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, προκειμένου να αδειάσουν γρήγορα τα χωράφια τους». Αναφερόμενος στην αγορά, σημειώνει ότι την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι η τιμή παραγωγού κυμαινόταν από 28 έως 30 λεπτά το κιλό στο χωράφι, ενώ σήμερα διαμορφώνεται μόλις στα 18-19 λεπτά.
Σύμφωνα, πάντα, με τον ίδιο, «σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι προοπτικές για ένα ικανοποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα περιορισμένες». Παράλληλα, εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά του για το ύψος της ενίσχυσης μέσω του προγράμματος de minimis, καθώς «οι παραγωγοί της Καρδίτσας έλαβαν 40 ευρώ ανά στρέμμα, όταν στον γειτονικό νομό Λάρισας η ενίσχυση έφτασε τα 80 ευρώ ανά στρέμμα».
Κοζάνη: Ικανοποιητικές αποδόσεις και αυξημένη ζήτηση
Διαφορετική είναι η εικόνα στην Κοζάνη, σύμφωνα με τον παραγωγό Νίκο Θάνο. Όπως αναφέρει, το δεύτερο χέρι εξελίχθηκε ιδιαίτερα θετικά, με τις αποδόσεις να ξεπερνούν τα 500 κιλά ανά στρέμμα. Παρότι οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με μηδική είναι μειωμένες σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, η ζήτηση παραμένει έντονη. «Η αυξημένη ανάγκη για ζωοτροφές στην περιοχή του συνδέεται με το γεγονός ότι τα αιγοπρόβατα εξακολουθούν να παραμένουν σταβλισμένα, λόγω των μέτρων προστασίας από τις ζωονόσους». Η τιμή παραγωγού κυμαίνεται σήμερα στα 27-28 λεπτά το κιλό, ενώ ο ίδιος εκτιμά ότι η βελτίωση της τιμής του πρόβειου γάλακτος θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη ζήτηση κατά τους επόμενους μήνες.
Λάρισα: Στροφή στη σποροπαραγωγή
Στη Λάρισα, ο παραγωγός Βαγγέλης Παναγιώτου χαρακτηρίζει μέτριες τις αποδόσεις του δεύτερου χεριού, οι οποίες κυμάνθηκαν μεταξύ 350 και 400 κιλών σανού ανά στρέμμα. Παρά τις χαμηλότερες ποσότητες, υπογραμμίζει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Συνεταιρισμός ΘΕΣγη δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα και ειδικότερα στην περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, η οποία ξεπερνά το 18% και αποτελεί βασικό κριτήριο εμπορίας του προϊόντος.
Ο κ. Παναγιώτου παρατηρεί ότι αρκετοί παραγωγοί, βλέποντας τις χαμηλές αποδόσεις στις πρώτες κοπές, επιλέγουν να οδηγήσουν τις καλλιέργειές τους στη σποροπαραγωγή αντί για την παραγωγή σανού. Εφόσον η ανθοφορία εξελιχθεί ομαλά, οι προοπτικές για την παραγωγή σπόρου είναι θετικές. «Οι αποδόσεις κυμαίνονται από 40 έως 120 κιλά ανά στρέμμα, ενώ η τιμή του σπόρου διαμορφώνεται σε επίπεδα άνω των 3 ευρώ το κιλό».
Κωπαΐδα: Η ενσίρωση δεν είναι συμφέρουσα
Ο Βασίλης Παναγιώτου, παραγωγός μηδικής από την Αλίαρτο Βοιωτίας, επισημαίνει ότι η παραγωγή ενσιρώματος θα περιοριστεί σημαντικά τη φετινή περίοδο. Όπως εξηγεί, οι χαμηλές τιμές που προσφέρουν οι κτηνοτρόφοι, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής, καθιστούν την ενσίρωση οικονομικά ασύμφορη. Για τον λόγο αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του θα κατευθυνθεί στην παραγωγή σανού, όπου «το κόστος είναι χαμηλότερο και οι οικονομικές προοπτικές καλύτερες». Παράλληλα, εμφανίζεται πιο αισιόδοξος για την άρδευση, καθώς, σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές, δεν αναμένονται ιδιαίτερα προβλήματα στη διαχείριση του νερού. Ωστόσο, εκφράζει έντονο προβληματισμό για την αυξημένη παρουσία ποντικιών στις καλλιέργειες, τα οποία έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε αρκετές εκτάσεις.








