Μπαίνει δυνατά στη σεζόν η πρώιμη ποικιλία μήλων Gala

Υψηλές προσδοκίες και ανοιχτά μέτωπα για τους παραγωγούς
20/08/2026
5' διάβασμα
bainei-dynata-sti-sezon-i-proimi-poikilia-milon-gala-384194

Στην τελική ευθεία μπαίνει η συγκομιδή της πρώιμης ποικιλίας μήλων Gala στη Δυτική Μακεδονία, με τους παραγωγούς να προετοιμάζονται για την έναρξη λίγο μετά τις 15 Αυγούστου. Ο παραγωγός και εκπρόσωπος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Βερμίου, Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, μεταφέρει μια σαφώς βελτιωμένη εικόνα σε σχέση με την περσινή χρονιά, όταν η παραγωγή είχε σχεδόν καταστραφεί λόγω των παγετών. «Φέτος είμαστε 60% με 70% πάνω σε ποσότητα και η ποιότητα είναι εξαιρετική», τονίζει, περιγράφοντας μια καλλιεργητική περίοδο που εξελίχθηκε ομαλά και χωρίς σοβαρά προβλήματα.

Το δροσερό καλοκαίρι αποδείχθηκε καθοριστικό για την ποικιλία Gala. Οι χαμηλές νυχτερινές θερμοκρασίες και η γενικότερη ήπια πορεία του καιρού βοήθησαν τόσο στον χρωματισμό όσο και στην ανάπτυξη των καρπών. «Το φετινό καλοκαίρι ήταν δώρο για όλα τα μήλα, όχι μόνο για τα Gala», σημειώνει ο παραγωγός, επιβεβαιώνοντας ότι η φετινή χρονιά δίνει καρπούς υψηλής ποιότητας, χωρίς ζημιές. Ωστόσο, το θετικό αυτό σκηνικό δεν αναιρεί τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί της Δυτικής Μακεδονίας. Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές των λιπασμάτων, των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των εισροών θρέψης.

«Ειδικά ό,τι ήταν από το Ισραήλ δεν το βρίσκαμε. Τα κόστη ανέβηκαν ακόμη περισσότερο από πέρυσι», αναφέρει ο κ. Ελευθεριάδης, ενώ θίγει και το ζήτημα της έλλειψης εργατών γης, το οποίο παραμένει οξύ. «Η διαδικασία πρόσληψης εργατών από τρίτες χώρες απαιτεί προετοιμασία μηνών, κάτι που δεν συμβαδίζει με την παραγωγή και τη συγκομιδή. Για τα κεράσια, ειδικά, δεν προλαβαίνεις σε καμία περίπτωση. Κάνεις χαρτιά όταν δεν ξέρεις αν θα έχεις παραγωγή», λέει χαρακτηριστικά.

Στο μέτωπο της αγοράς

Η ζήτηση για τα Gala δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως, όμως υπάρχουν ενδείξεις ότι θα κινηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ο Συνεταιρισμός κατευθύνει παραδοσιακά μεγάλο μέρος της παραγωγής του στις εξαγωγές, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί και φέτος. Οι τιμές, σύμφωνα με τον κ. Ελευθεριάδη, θα πρέπει να ξεπεράσουν τα 70 λεπτά το κιλό, ώστε να καλυφθεί το αυξημένο κόστος και να υπάρξει ένα ελάχιστο περιθώριο κέρδους.

«Υπήρξαν χρονιές που πουλήσαμε 25 με 30 λεπτά. Το κόστος μας σήμερα είναι 30 με 35 λεπτά. Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό», υπογραμμίζει.

Σημαντικό κεφάλαιο παραμένουν και οι αποζημιώσεις. Η πλατφόρμα για τις ενισχύσεις de minimis του 2021 άνοιξε, με τους παραγωγούς να υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις. Παρ’ όλα αυτά, τα έτη 2024 και 2025 παραμένουν απλήρωτα, ενώ οι ζημιές – ειδικά στα κεράσια – ήταν τεράστιες. «Το 2025 ήμασταν 90% κάτω. Πολλοί δεν μπήκαν καν στη διαδικασία να συγκομίσουν», αναφέρει. Παρά τις δυσκολίες, η φετινή εικόνα στα Gala δημιουργεί συγκρατημένη αισιοδοξία. Οι παραγωγοί της Δυτικής Μακεδονίας περιμένουν μια χρονιά που, αν και δεν λύνει τα χρόνια προβλήματα του κλάδου, τουλάχιστον δίνει μια ανάσα μετά από συνεχόμενες ζημιές.

«Οι προσδοκίες μας είναι ψηλά, αλλά συνήθως δεν κρατούν. Άλλα θέλουμε και άλλα μας έρχονται», σημειώνει ο κ. Ελευθεριάδης, συνοψίζοντας την κατάσταση στον αγροτικό κόσμο της περιοχής. Παράλληλα με τα Gala, η Δυτική Μακεδονία προετοιμάζεται και για τις επόμενες συγκομιδές. Τα κόκκινα μήλα αναμένονται γύρω στις 20 Σεπτεμβρίου, ενώ τα Fuji θα μπουν στη συγκομιδή από τις 20 έως τις 25 Οκτωβρίου. Ο Συνεταιρισμός Βερμίου διαθέτει σημαντική παραγωγική βάση, με περισσότερα από 15 εκατομμύρια κιλά κόκκινα μήλα ετησίως, γεγονός που καθιστά την περιοχή έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής μηλοκαλλιέργειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εικόνα στα κεράσια, όπου η φετινή χρονιά ήταν εντυπωσιακή. «Ξεπεράσαμε τον ενάμιση τόνο το στρέμμα στον μέσο όρο», αναφέρει ο κ. Ελευθεριάδης, με ορισμένες ποικιλίες να φτάνουν ακόμη και τους δύο τόνους. Η ποιότητα ήταν εξαιρετική και σχεδόν το σύνολο της παραγωγής οδηγήθηκε σε εξαγωγές προς τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία, αλλά και τη Μολδαβία και την Κίνα. Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές παραγωγού παρέμειναν χαμηλές.