FAO: «Ακρίβυνε το τραπέζι παγκοσμίως»

Ιστορικό ρεκόρ στις εισαγωγές τροφίμων και ανομοιόμορφη έκρηξη κόστους στις διεθνείς αγορές
24/09/2026
10'+ διάβασμα
fao-akrivyne-to-trapezi-pagkosmios-386019

Η διεθνής αγορά αγροδιατροφικών προϊόντων εισήλθε το 2025–2026 σε μια περίοδο όπου η συνολική εικόνα των τιμών δεν χαρακτηρίζεται από γενικευμένο πληθωρισμό, αλλά από έντονες και στοχευμένες πιέσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και αγορές. Σύμφωνα με την εξαμηνιαία ανάλυση του FAO (Food Outlook) για τις διεθνείς αγορές τροφίμων, το παγκόσμιο κόστος εισαγωγών κατέγραψε ιστορικό υψηλό, ενώ οι εξελίξεις στις θαλάσσιες μεταφορές, στις ενεργειακές αγορές και στους δείκτες τιμών δείχνουν ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας. Παρόλο που βασικά σιτηρά επέδειξαν ανθεκτικότητα, αυτή συνυπάρχει με εκρηκτικές αυξήσεις σε προϊόντα υψηλής αξίας. Έτσι, διαμορφώνεται ένα σύστημα, όπου το κόστος «συγκεντρώνεται» σε συγκεκριμένες κατηγορίες, δημιουργώντας νέες ανισορροπίες στην πρόσβαση τροφίμων και αυξημένη αβεβαιότητα για τις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους.

Ιστορικό υψηλό στο παγκόσμιο κόστος εισαγωγών τροφίμων

Το 2025 το παγκόσμιο κόστος εισαγωγών τροφίμων ανήλθε στα 2.218,4 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 7,9% ή 162,5 δισ. δολάρια σε σχέση με το 2024. Μία αύξηση, που προήλθε από συγκεντρωμένες πιέσεις σε συγκεκριμένες αγορές.

Η πιο ισχυρή συμβολή προήλθε από την κατηγορία καφέ, τσαγιού, κακάο και μπαχαρικών. Παράλληλα, αυξήσεις σημειώθηκαν και σε άλλες κατηγορίες όπως τα φρούτα και λαχανικά, τα αλιεύματα, το κρέας και τα προϊόντα του, κ.α..

Αντίθετα, μειώσεις σημειώθηκαν σε πιο βασικά αγαθά, όπως σιτηρά, ζάχαρη αλλά και ελαιούχους σπόρους, αναδεικνύοντας ότι οι βασικές κατηγορίες διατροφής δεν αποτέλεσαν την κύρια πηγή πληθωριστικής πίεσης.

Αγορές ανά εισοδηματική ομάδα: ανισότητες στην κατανομή του κόστους

Η ανάλυση του FAO δείχνει έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών διαφορετικού εισοδηματικού επιπέδου, ,με εκείνες υψηλού εισοδήματος να καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση στο συνολικό κόστος εισαγωγών (+9,3%), φτάνοντας τα 1.469,8 δισ. δολάρια.

Οι χώρες ανώτερου μεσαίου εισοδήματος κατέγραψαν αύξηση 19 δισ. δολαρίων, ενώ οι χώρες χαμηλότερου μεσαίου εισοδήματος, επίσης, αύξηση 14,5 δισ. δολαρίων, με υψηλότερο όμως ποσοστό (7%). Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται, κυρίως, με καφέ, κακάο, ψάρια και φυτικά έλαια.

Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος είδαν αύξηση 1,6 δισ. δολαρίων, η οποία αν και μικρή σε απόλυτους όρους, είναι σημαντική ως ποσοστό (6,7%) και αντανακλά την ευαισθησία αυτών των οικονομιών.

Ακόμη πιο ευάλωτες ομάδες, όπως οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και οι καθαροί εισαγωγείς τροφίμων, κατέγραψαν αυξήσεις μεταξύ 4,9% και 7,7%, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή έκθεσή τους στις διεθνείς διακυμάνσεις.

Ανάλυση και προοπτικές ανά κατηγορία προϊόντων

Σιτηρά: Σταθεροποιητικός πυλώνας στην παγκόσμια αγορά τροφίμων

Τα σιτηρά, το 2025, λειτούργησαν ως βασικός παράγοντας σταθεροποίησης της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων. Ο λογαριασμός εισαγωγών για τα σιτηρά και τα παρασκευάσματά τους διαμορφώθηκε στα 293,3 δισ. δολάρια, μειωμένος κατά 3,4 δισ. δολάρια σε σχέση με το 2024, αντανακλώντας τη γενικά ευνοϊκή εικόνα της παγκόσμιας προσφοράς.

Παρά τη μείωση του κόστους εισαγωγών, οι διεθνείς τιμές εμφάνισαν τάσεις ανάκαμψης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο Δείκτης Τιμών Σιτηρών του FAO αυξήθηκε κατά 10,1% μεταξύ Οκτωβρίου 2025 και Μαΐου 2026, καθώς οι αγορές αντέδρασαν στις ανησυχίες για τις καιρικές συνθήκες στο βόρειο ημισφαίριο. Οι τιμές του σιταριού ενισχύθηκαν, λόγω αβεβαιότητας ενόψει των συγκομιδών, ενώ το καλαμπόκι υποστηρίχθηκε από τη συνεχιζόμενα ισχυρή ζήτηση για ζωοτροφές και από πιο περιορισμένες εξαγώγιμες ποσότητες σε ορισμένες βασικές χώρες προέλευσης. Το ρύζι κατέγραψε, επίσης, μερική ανάκαμψη, αν και οι τιμές του παρέμειναν γενικά χαμηλότερες σε σχέση με άλλες κατηγορίες προϊόντων.

Οι προοπτικές για την περίοδο 2026/27 παραμένουν συνολικά θετικές. Ωστόσο, οι καιρικές εξελίξεις στις κύριες παραγωγικές ζώνες και το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και λιπασμάτων εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας για τη νέα καλλιεργητική περίοδο.

Φυτικά έλαια και ελαιούχα προϊόντα: Η ενεργειακή διάσταση της αγοράς

Η αγορά φυτικών ελαίων βρέθηκε στο επίκεντρο των ανατιμητικών πιέσεων κατά το τελευταίο εξάμηνο όπου καταγράφει η έκθεση, επιβεβαιώνοντας τη στενή διασύνδεση μεταξύ αγροδιατροφικού και ενεργειακού τομέα. Οι εισαγωγές για ζωικά και φυτικά έλαια και λίπη αυξήθηκαν κατά 17,4 δισ. δολάρια το 2025, καθώς οι ανησυχίες για την προσφορά συνέπεσαν με ισχυρή παγκόσμια ζήτηση.

Έτσι, ο σχετικός Δείκτης Τιμών του FAO κατέγραψε άνοδο 9,2% μεταξύ Οκτωβρίου 2025 και Μαΐου 2026, ενώ στους δείκτες κατανάλωσης αποτέλεσε τον σημαντικότερο παράγοντα ενίσχυσης τόσο του θερμιδικού, όσο και του πρωτεϊνικού δείκτη τιμών τροφίμων. Η αγορά επηρεάστηκε κυρίως από τις ανησυχίες για χαμηλότερη παραγωγή φοινικέλαιου στη Νοτιοανατολική Ασία, αλλά και από τη διατηρούμενη ζήτηση από τη βιομηχανία βιοκαυσίμων.

Διαφορετική, όμως, πορεία ακολούθησαν οι ελαιούχοι σπόροι, με το κόστος εισαγωγών τους να μειώνεται κατά 5,2 δισ. δολάρια σε σχέση με το 2024, κυρίως λόγω των χαμηλότερων διεθνών τιμών της σόγιας και άλλων βασικών καλλιεργειών.

Για την περίοδο 2026/27, η πορεία των φυτικών ελαίων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις προοπτικές παραγωγής στη Νοτιοανατολική Ασία και από την εξέλιξη των ενεργειακών αγορών. Ο FAO επισημαίνει ότι οι δεσμοί μεταξύ βιοκαυσίμων και γεωργικών πρώτων υλών παραμένουν ισχυροί, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανές ενεργειακές αναταράξεις μπορούν να μεταφερθούν γρήγορα και στις αγορές τροφίμων.

Καφές, κακάο και μπαχαρικά: Η κατηγορία που καθόρισε το παγκόσμιο ρεκόρ εισαγωγών

Καμία άλλη κατηγορία δεν συνέβαλε τόσο στην αύξηση του «λογαριασμού» εισαγωγών τροφίμων παγκοσμίως όσο ο καφές, το τσάι, το κακάο, τα μπαχαρικά και τα παράγωγά τους. Το κόστος εισαγωγών αυξήθηκε κατά 33,3%, μέσα σε ένα χρόνο, αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το ένα τρίτο της συνολικής αύξησης του παγκόσμιου κόστους εισαγωγών τροφίμων.

Η άνοδος αυτή προήλθε, κυρίως, από σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή, τόσο στο κακάο όσο και στον καφέ στις μεγάλες παραγωγικές και εξαγωγικές χώρες.

Οι υψηλές τιμές διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, παρά τα σημάδια βελτίωσης που παρουσιάστηκαν προς το τέλος του. Ωστόσο, οι μέσοι ετήσιοι όροι παρέμειναν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, διατηρώντας το κόστος εισαγωγών, αντίστιχα, σε ιστορικά υψηλά.

Οι προοπτικές για το 2026/27 εμφανίζονται, σαφώς, πιο ισορροπημένες από τη προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, ο FAO υπογραμμίζει ότι οι αγορές καφέ και κακάο παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες σε νέες καιρικές διαταραχές, λόγω σημαντικής συγκέντρωσης της παραγωγής σε περιορισμένο αριθμό χωρών.

Ζωικά προϊόντα: Η περιορισμένη προσφορά και ανθεκτική ζήτηση

Τα ζωικά προϊόντα αποτέλεσαν μία ακόμη σημαντική πηγή ανόδου του παγκόσμιου κόστους τροφίμων. Το κόστος εισαγωγών για το κρέας και τα παρασκευάσματά του αυξήθηκε κατά 22,7 δισ. δολάρια το 2025, ενώ τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά κατέγραψαν επιπλέον αύξηση 18 δισ. δολαρίων. Στην αγορά κρέατος, η μεγαλύτερη πίεση προήλθε από το βόειο κρέας, όπου η ισχυρή διεθνής ζήτηση συνέπεσε με περιορισμένες εξαγώγιμες ποσότητες και αβεβαιότητες που συνδέονται με ζωονόσους και προβλήματα παραγωγής σε βασικές χώρες προέλευσης. Ο Δείκτης Τιμών Κρέατος του FAO αυξήθηκε κατά 4,4% μεταξύ Οκτωβρίου 2025 και Μαΐου 2026, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές βοείου, πρόβειου και πουλερικών.

Στα γαλακτοκομικά, οι αγορές επηρεάστηκαν αρχικά από τις πολύ υψηλές τιμές βουτύρου, οι οποίες συνδέθηκαν με περιορισμένη προσφορά στην ΕΕ και την Ωκεανία. Όμως, στη συνέχεια, οι συνθήκες προσφοράς βελτιώθηκαν και ο σχετικός Δείκτης Τιμών του FAO υποχώρησε κατά 15,9% από τα υψηλά επίπεδα του τέλους του 2025.

Για το 2026/27, η πορεία των ζωικών προϊόντων θα εξαρτηθεί κυρίως από την εξέλιξη της προσφοράς και την κατάσταση της ζωικής παραγωγής στις βασικές εξαγωγικές χώρες. Ο FAO θεωρεί ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή, αλλά οι αγορές συνεχίζουν να επηρεάζονται από κινδύνους που σχετίζονται με το κόστος παραγωγής και τις ζωονόσους.

Φρούτα και λαχανικά: Διαρκής άνοδος σε προϊόντα υψηλής αξίας

Τα φρούτα και τα λαχανικά αποτέλεσαν τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή αύξησης μετά τον καφέ και το κακάο. Το κόστος εισαγωγών αυξήθηκε κατά 32 δισ. δολάρια το 2025, φθάνοντας τα 422,9 δισ. δολάρια σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε αντίθεση με άλλες αγορές, στην περίπτωση των φρούτων και λαχανικών ο βασικός μοχλός ανατιμήσεων ήταν η ισχυρή και διαρκής ζήτηση. Ιδιαίτερα στις χώρες υψηλού εισοδήματος, τα φρέσκα προϊόντα εξακολουθούν να καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο στο καλάθι των εισαγωγών τροφίμων, γεγονός που διατηρεί τις δαπάνες σε ανοδική τροχιά ακόμη και όταν οι γενικότερες πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν.

Οι προοπτικές για τη νέα περίοδο παραμένουν θετικές, αφού η ζήτηση δεν δείχνει να υποχωρεί, όπως διαπιστώνει ο FAO. Αντίθετα, η κατηγορία συνεχίζει να ενισχύει τη βαρύτητά της στο διεθνές εμπόριο τροφίμων, αντανακλώντας τη στροφή πολλών αγορών προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Αλιεύματα και θαλασσινά: Η ανθεκτική κατανάλωση παρά τις υψηλές τιμές

Η αγορά ψαριών, καρκινοειδών και μαλακίων συνέχισε να κινείται ανοδικά το 2025, με τον «παγκόσμιο λογαριασμό» εισαγωγών να αυξάνεται κατά 15,7 δισ. δολάρια, στα 200,3 δισ. δολάρια.

Η άνοδος συνδέθηκε κυρίως με τον συνδυασμό σταθερά ισχυρής ζήτησης και σχετικά περιορισμένης προσφοράς. Παρά τα υψηλότερα επίπεδα τιμών, οι καταναλωτές συνέχισαν να διατηρούν τα επίπεδα κατανάλωσης που είχαν, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική ανελαστικότητα της ζήτησης για πολλά προϊόντα της κατηγορίας.

Ο δείκτης πρωτεϊνικής κατανάλωσης του FAO καταγράφει επίσης τη συμβολή των αλιευμάτων στη διατήρηση των διεθνών τιμών τροφίμων, καθώς οι τιμές ψαριών ενισχύθηκαν κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2025 – Απριλίου 2026.

Για το 2026/27, η αγορά θα εξακολουθήσει να στηρίζεται από τη σταθερή παγκόσμια ζήτηση, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια σημαντικής αποκλιμάκωσης των τιμών, ιδιαίτερα εάν η προσφορά δεν αυξηθεί με αντίστοιχο ρυθμό.

Ενέργεια, ναύλα και λιπάσματα: Οι «κρυφοί» παράγοντες πίσω από το αυξημένο κόστος τροφίμων

Πέρα από τις εξελίξεις στις ίδιες τις αγορές αγροδιατροφικών προϊόντων, ο FAO επισημαίνει ότι το παγκόσμιο κόστος τροφίμων επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από παράγοντες που βρίσκονται εκτός των «χωραφιών» και των ίδιων των αγορών εμπορευμάτων. Η ενέργεια, οι θαλάσσιες μεταφορές και τα λιπάσματα αποτελούν έναν αλληλένδετο μηχανισμό που μπορεί να ενισχύσει σημαντικά το κόστος εισαγωγών ακόμη και όταν οι τιμές βασικών τροφίμων παραμένουν σταθερές.

Σύμφωνα με την ανάλυση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι κίνδυνοι σε κρίσιμες θαλάσσιες διόδους, όπως τα Στενά του Ορμούζ, έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας, οδηγώντας σε σημαντική άνοδο του κόστους καυσίμων, μεταφορών και ασφάλισης φορτίων. Οι ενεργειακές διαταραχές μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, επηρεάζοντας όχι μόνο τη ναυτιλία αλλά και τις παραγωγή, αποθήκευση, ψύξη και διακίνηση των τροφίμων. Ο FAO εκτιμά ότι η πλήρης επίδραση ενός ενεργειακού σοκ μπορεί να κορυφωθεί έως και δέκα μήνες μετά την αρχική διαταραχή, ενώ σε περιόδους αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου η επίδραση αυτή μπορεί σχεδόν να διπλασιαστεί.

Η τάση αυτή αποτυπώνεται και στις ναυλαγορές. Ο Baltic Dry Index ενισχύθηκε κατά 30% από τον Νοέμβριο του 2025 και βρέθηκε τον Μάιο του 2026 στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών, καταγράφοντας άνοδο 122% σε ετήσια βάση. Οι ναύλοι των πλοίων Capesize αυξήθηκαν κατά 32%, των Panamax κατά 18% και των Supramax κατά 10%, αντανακλώντας τις μεγαλύτερες διαδρομές μεταφοράς, τις ανακατευθύνσεις δρομολογίων μέσω Αφρικής και το αυξημένο κόστος καυσίμων. Αντίστοιχα, ο δείκτης GOFI για τις θαλάσσιες μεταφορές σιτηρών κατέγραψε άνοδο 10%, επιβεβαιώνοντας ότι το μεταφορικό κόστος εξακολουθεί να ασκεί ανοδικές πιέσεις στο διεθνές εμπόριο τροφίμων.

Παράλληλα, η ενέργεια επηρεάζει άμεσα και την αγορά λιπασμάτων, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για τη μελλοντική πορεία της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής. Ο FAO προειδοποιεί ότι παρατεταμένες αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος ή διαταραχές στο εμπόριο λιπασμάτων μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το κόστος των γεωργικών εισροών, επηρεάζοντας τις αποφάσεις των παραγωγών σχετικά με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, τη χρήση θρεπτικών στοιχείων και, τελικά, τις αποδόσεις των καλλιεργειών. Αν και οι επιπτώσεις αυτές δεν γίνονται άμεσα ορατές στις τιμές των τροφίμων, μπορούν να επηρεάσουν την προσφορά στις επόμενες περιόδους συγκομιδής και να δημιουργήσουν νέο κύμα πιέσεων στις διεθνείς αγορές.

Για τον λόγο αυτό, ο FAO θεωρεί ότι οι εξελίξεις στην ενέργεια, στα ναύλα και στα λιπάσματα αποτελούν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την παγκόσμια αγορά τροφίμων. Ακόμη και σε περιβάλλον σχετικά επαρκούς προσφοράς βασικών αγροτικών προϊόντων, η αύξηση του κόστους μεταφοράς, παραγωγής και εισροών μπορεί να διατηρήσει υψηλό το παγκόσμιο κόστος εισαγωγών τροφίμων και να επηρεάσει τη διατροφική ασφάλεια πολλών εισαγωγικών χωρών τους επόμενους μήνες.

Δείκτες τιμών τροφίμων: εκ νέου ανοδικές πιέσεις στις αγορές

Ο γενικός Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO (FFPI) τον Μάιο του 2026 ήταν στα ίδια επίπεδα με τον Απρίλιο αλλά αυξημένος κατά 3,5% έναντι του Οκτωβρίου 2025. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων μηνών, εξακολουθεί να βρίσκεται 18,4% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του Μαρτίου 2022.

Παράλληλα, πιο ισορροπημένη εικόνα έδειχναν οι Δείκτες Κατανάλωσης Τροφίμων του FAO. Ο δείκτης που βασίζεται στη θερμιδική συμβολή των τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,4% μεταξύ Σεπτεμβρίου 2025 και Απριλίου 2026, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης πρωτεϊνικής κατανάλωσης διαμορφώθηκε κατά μόλις 0,2% υψηλότερα από τον Σεπτέμβριο. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις δεν ήταν γενικευμένες σε όλο το φάσμα των τροφίμων, αλλά συγκεντρώθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, κυρίως στα φυτικά έλαια, το κρέας και ορισμένα δημητριακά.

Παρά την υποχώρηση από τα ακραία επίπεδα των τελευταίων ετών, οι διεθνείς αγορές τροφίμων δέχονται εκ νέου ανοδικές πιέσεις, σημειώνει ο FAO. Η ανάκαμψη των τιμών σε βασικές κατηγορίες προϊόντων, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ενέργειας, μεταφορών και λιπασμάτων, δημιουργεί συνθήκες διατήρησης υψηλού κόστους στις παγκόσμιες αγορές τροφίμων και κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, εκτίμηση που επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από τα νεότερα στοιχεία του FAO, στο τέλος Αυγούστου.

Η επιβεβαίωση του Αυγούστου

Ο γενικός Δείκτης Τιμών Τροφίμων τον Αύγουστο ανήλθε στις 133,3 μονάδες, καταγράφοντας αύξηση 1,9% σε σχέση με τον Ιούλιο και 2,5% σε ετήσια βάση, γεγονός που δείχνει ότι οι ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς ενισχύθηκαν κατά τους θερινούς μήνες. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα δημητριακά και τη ζάχαρη, με τις τιμές του σιταριού να αυξάνονται κατά 2,6% σε μηνιαία βάση και να βρίσκονται πλέον 15% υψηλότερα από ένα χρόνο πριν, ενώ ο δείκτης τιμών ζάχαρης σημείωσε άνοδο 11,9% μόνο τον Αύγουστο. Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές των φυτικών ελαίων, του κρέατος και των γαλακτοκομικών ενισχύουν την εικόνα μιας αγοράς που παραμένει ευάλωτη σε κλιματικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση για αυξημένη μεταβλητότητα και σταδιακή επαναφορά του «ασφαλίστρου κινδύνου» στις αγορές τροφίμων κατά το δεύτερο μισό του 2026. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι επιπτώσεις του El Niño στις προοπτικές παραγωγής, οι διαταραχές στο εμπόριο, καθώς και οι γεωπολιτικές εντάσεις, φαίνεται να μετατρέπονται εκ νέου σε κρίσιμους παράγοντες διαμόρφωσης των τιμών. Την ίδια στιγμή, ο FAO εξακολουθεί να προβλέπει «σχετική άνεση» ως προς την παγκόσμια προσφορά δημητριακών, με τον λόγο αποθεμάτων προς χρήση να διαμορφώνεται στο 31,6% το 2026/27, στοιχείο που λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε μια γενικευμένη επισιτιστική κρίση.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: