Ελαιόλαδο: Στο εξαιρετικό παρθένο και το βιολογικό το στοίχημα των ελληνικών εξαγωγών στη Γερμανία

Ισχυροποιεί τη θέση της η Ελλάδα στις εξαγωγές της πρώτης κατηγορίας
30/09/2026
5' διάβασμα
elaiolado-sto-exairetiko-partheno-kai-to-viologiko-to-stoichima-ton-ellinikon-exagogon-sti-germania-378143

Ισχυρή παρουσία στη γερμανική αγορά ελαιολάδου διατηρεί η Ελλάδα, με τις μεγαλύτερες προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης να εντοπίζονται στο εξαιρετικό παρθένο, το βιολογικό και γενικότερα στα προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως προκύπτει από την πρόσφατη ανάλυση για τη γερμανική αγορά ελαιολάδου που πραγματοποίησε το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας στο Βερολίνο.

Η Γερμανία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγορές για το ελληνικό ελαιόλαδο, καθώς συνδυάζει το μεγάλο μέγεθος της αγοράς, τη σταθερή ζήτηση και ένα ιδιαίτερα οργανωμένο δίκτυο διανομής. Παράλληλα, λόγω της περιορισμένης εγχώριας παραγωγής, λειτουργεί ως σημαντικός εμπορικός κόμβος για το ελαιόλαδο στην ευρωπαϊκή αγορά, επισημαίνεται.

Στη δεύτερη θέση η Ελλάδα στο εξαιρετικό παρθένο

Τα στοιχεία για το 2025, που έχει συγκεντρώσει το Γραφείο ΟΕΥ, επιβεβαιώνουν την ισχυρή θέση του ελληνικού ελαιολάδου στη Γερμανία. Η Ελλάδα ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής ελαιολάδου της χώρας συνολικά, με μερίδιο 18,28% επί της αξίας των εισαγωγών, πίσω από τις Ιταλία και Ισπανία.

Την ίδια ώρα, η αξία των ελληνικών εξαγωγών προς τη συγκεκριμένη αγορά αυξήθηκε κατά 4,28% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τα 107,17 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας (DESTATIS).

Ακόμη ισχυρότερη είναι η εικόνα στην κατηγορία του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, καθώς το 2025 η Ελλάδα κατέλαβε τη δεύτερη θέση, μεταξύ των προμηθευτριών χωρών, ξεπερνώντας την Ισπανία. Οι ελληνικές εξαγωγές εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου ανήλθαν σε 98,47 εκατ. ευρώ, έναντι 94,4 εκατ. ευρώ των ισπανικών εξαγωγών.

Ενδεικτικό της εξειδίκευσης του ελληνικού εξαγωγικού προφίλ είναι το γεγονός ότι το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αντιπροσώπευσε το 91,88% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών ελαιολάδου προς τη Γερμανία.

Πιέσεις από τις τιμές και τον ανταγωνισμό

Η ισχυρή θέση της Ελλάδας, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η γερμανική αγορά δεν παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις.

Η κατανάλωση ελαιολάδου, μετά το ιστορικό υψηλό των 82 χιλ. τόνων την περίοδο 2020/2021, υποχώρησε στους 55,7 χιλ. τόνους το 2024/2025, καταγράφοντας πτώση περίπου 32%. Βασικός παράγοντας για την υποχώρηση ήταν η σημαντική αύξηση των τιμών του προϊόντος, σημειώνει το Γραφείο ΟΕΥ.

Την ίδια στιγμή, οι Γερμανοί καταναλωτές εμφανίζουν υψηλή ευαισθησία στην τιμή, ενώ οι εκπτωτικές αλυσίδες διατηρούν ισχυρή παρουσία, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 38,1% του κύκλου εργασιών του λιανεμπορίου τροφίμων. Η εκτεταμένη παρουσία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας εντείνει περαιτέρω τον ανταγωνισμό και τις πιέσεις στις τιμές.

Στροφή στην ποιότητα και το βιολογικό

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ωστόσο, το πεδίο διαφοροποίησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκεται κυρίως στα προϊόντα που μπορούν να προσφέρουν στον καταναλωτή σαφή χαρακτηριστικά ποιότητας, προέλευσης και βιολογικής παραγωγής.

Η γερμανική αγορά βιολογικών προϊόντων κατέγραψε σημαντική ανάπτυξη το 2025, ενώ η κατηγορία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη παρουσία τόσο στο οργανωμένο λιανεμπόριο και τις εκπτωτικές αλυσίδες όσο και στα καταστήματα τύπου drugstore.

Παράλληλα, η διαφοροποίηση των καναλιών λιανικής δημιουργεί χώρο και για προϊόντα ανώτερης κατηγορίας. Εξειδικευμένα καταστήματα, delicatessen και τμήματα του ηλεκτρονικού εμπορίου προσφέρουν μεγαλύτερες δυνατότητες τοποθέτησης προϊόντων που δίνουν έμφαση στην προέλευση, την ποιότητα και τη βιολογική παραγωγή, στοιχεία που μπορούν να «εκμεταλλευτούν» εξαγωγικά οι ελληνικές επιχειρήσεις.

Μάλιστα, το εύρος των τιμών που επικρατούν στην αγορά – από 7,99 έως και 54 ευρώ ανά λίτρο – αποτυπώνει χαρακτηριστικά την απόσταση ανάμεσα στα προϊόντα μαζικής κατανάλωσης και τις premium επιλογές.

Η ελληνική προέλευση ως στοιχείο διαφοροποίησης

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η πρόκληση, πλέον, δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των όγκων εξαγωγών, αλλά και την αύξηση της αξίας του προϊόντος.

Η ανάδειξη της ελληνικής προέλευσης, της ποικιλίας της ελιάς και της συγκεκριμένης περιοχής παραγωγής, καθώς και η αξιοποίηση πιστοποιήσεων και σημάτων ΠΟΠ και ΠΓΕ, μπορούν να αποτελέσουν βασικά εργαλεία διαφοροποίησης, τονίζεται στην ανάλυση.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η ανάπτυξη βιολογικών κωδικών, η αναβάθμιση της συσκευασίας και η πληρέστερη ενημέρωση του καταναλωτή για τα χαρακτηριστικά και την προέλευση του προϊόντος.

Η ήδη ισχυρή θέση της Ελλάδας στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, σε συνδυασμό με τη δυναμική των βιολογικών και premium προϊόντων στην αγορά, διαμορφώνει ένα σαφές πεδίο για την περαιτέρω ενίσχυση της παρουσίας του ελληνικού ελαιολάδου στη Γερμανία.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: