Καρπούζι-πεπόνι: Μέτριες τιμές και αποδόσεις ο απολογισμός στην Τριφυλία

Μέτρια ήταν τελικά η χρονιά για την παραγωγή των καλοκαιρινών πεπονιών και καρπουζιών στην Τριφυλία, όπου οι καιρικές συνθήκες έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποδόσεων. Ενώ η ποιότητα κρατήθηκε σε καλά επίπεδα, δεν συνέβη το ίδιο και με τις αποδόσεις.
Ο γεωπόνος Φάνης Παπανικολόπουλος, δήλωσε ότι «η καλλιέργεια πεπονιού, όταν αναφερόμαστε στην πρώιμη, είτε είναι σε τούνελ, που δίνει υψηλότερες τιμές, είτε στα πρώιμα υπαίθρια, έχει σταθεροποιηθεί. Η απόδοση κρατιέται γύρω στους τέσσερις τόνους. Σε ό,τι αφορά την εξαγωγική του προοπτική, είναι δύσκολη, αφού δεν παράγουμε τον τύπο που καταναλώνει η Ευρώπη και, επιπλέον, υπάρχει ο ανταγωνισμός από την Ισπανία και το Μαρόκο. Στη Μεσσηνία καλλιεργούνται πεπόνια τύπου Galia, ενώ υπάρχουν και λίγες ποσότητες παραδοσιακών πεπονιών, όπως είναι τα Αργείτικα».
Σχολιάζοντας τη χρονιά, ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι «οι καιρικές συνθήκες επηρέασαν πολύ την παραγωγή, αλλά γλίτωσαν τα πολύ πρώιμα πεπόνια. Οι τιμές στο ξεκίνημα ήταν χαμηλότερα και στην πορεία ανέβηκαν». Η μείωση της κατανάλωσης έχει επηρεάσει τις τιμές, αφού, όπως σημειώνει, ο καταναλωτής βρίσκεται μπροστά σε διλήμματα και αντιμέτωπος με τη μείωση της αγοραστικής του δύναμης. Παράλληλα, όμως, ανεβαίνει διαρκώς το κόστος καλλιέργειας, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το οικονομικό πρόβλημα για τους παραγωγούς.
Στη συνέχεια, ο κ. Παπανικολόπουλος ξεκαθάρισε ότι οι εισαγωγές πεπονιών από ξένες χώρες δεν αποτελούν το βασικό πρόβλημα, καθώς το ελληνικό προϊόν είναι ποιοτικότερο. Παράλληλα, όπως ανέφερε, υπάρχει και το δεδομένο ότι το ελληνικό πεπόνι δεν παρουσιάζει προβλήματα με υπολείμματα φυτοφαρμάκων, καθώς οι παραγωγοί προσέχουν ιδιαίτερα, ώστε να μην υπάρξει το παραμικρό ζήτημα.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον, ο Φάνης Παπανικολόπουλος δήλωσε ότι αναμένεται οι παραγωγοί να στραφούν ακόμη περισσότερο στα πρώιμα πεπόνια, όπου το περιθώριο κέρδους είναι καλύτερο.
Μέτρια η χρονιά και στο καρπούζι
Στον απολογισμό της χρονιάς που πέρασε βρίσκονται πλέον οι παραγωγοί της Τριφυλίας, καθώς ο κύκλος της παραγωγής καρπουζιών και πεπονιών έκλεισε. Ο γεωπόνος και τέως προϊστάμενος της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, Αντώνης Παρασκευόπουλος, δήλωσε: «Το καρπούζι είναι μία δεύτερη καλλιέργεια που καταγράφεται σε 1.500 στρέμματα το καλοκαίρι. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η ποιότητα ήταν καλή, αλλά οι επιδόσεις ήταν μέτριες λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που επικράτησαν, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτή η καλύτερη καρπόδεση.
Αν και οι παραγωγοί της Τριφυλίας είναι πολύ έμπειροι στη διαδικασία της θρέψης αλλά και της φυτοπροστασίας, υπάρχουν κάποιες φορές που δεν μπορούν να πετύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πρέπει να σημειώσουμε ότι και τα χωράφια, επειδή καλλιεργούνται επί σειρά ετών, είναι πλέον εξαντλημένα, γι’ αυτό και οι αποδόσεις ήταν μέτριες. Οι συνήθεις αποδόσεις είναι 6-8 τόνοι το στρέμμα και μπορεί να φθάσουν μέχρι και τους 10 τόνους. Φέτος, όμως, η απόδοση έπεσε στους 5 τόνους το στρέμμα, το καλοκαίρι».
Στη συνέχεια, ο Αντώνης Παρασκευόπουλος αναφέρθηκε στη διαμόρφωση των τιμών, επισημαίνοντας ότι «οι τιμές πέρασαν από διάφορες διακυμάνσεις και κινήθηκαν από 18 έως 22 λεπτά, επίπεδο που, φυσικά, χαρακτηρίστηκε μέτριο. Η ποιότητα, όμως, ήταν καλή, αφού οι παραγωγοί γνωρίζουν τι μέτρα πρέπει να πάρουν για την προστασία του καρπού από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Η σωστή διαχείριση του νερού άρδευσης, μαζί με τη θρέψη και την ισορροπία όταν χρειάζεται, βοηθούν στη διαμόρφωση μιας καλής παραγωγής. Σε ό,τι αφορά την προοπτική της καλλιέργειας, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, ενώ στην καλοκαιρινή καλλιέργεια υπάρχει ένα ρίσκο, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στις πρώιμες».








