Ακριβότερο το πακέτο των τσιγάρων από ένα κιλό καπνού

14/10/2026
4' διάβασμα
akrivotero-to-paketo-ton-tsigaron-apo-ena-kilo-kapnou-387265

Μπορεί οι καπνοπαραγωγοί να στηρίζουν τα έσοδα του κράτους μέσω της φορολόγησης των καπνιστών, στην πράξη, όμως, τα δικά τους εισοδήματα κινούνται σε χαμηλά επίπεδα. Για τον λόγο αυτόν, χρόνο με τον χρόνο, οι καλλιέργειες μειώνονται, ενώ σημαντικός αριθμός καπνοπαραγωγών εγκαταλείπει το επάγγελμα λόγω συνταξιοδότησης, χωρίς να υπάρχει διάδοχη κατάσταση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει τη λεγόμενη αντικαπνιστική πολιτική, όμως για τους παραγωγούς η πολιτική αυτή μεταφράζεται στην πράξη σε σημαντικές πιέσεις.

Προς τα τέλη Οκτωβρίου ολοκληρώνεται και ο κύκλος συλλογής του καπνού της φετινής καλλιέργειας, κυρίως της ποικιλίας Virginia. Οι παραγωγοί κάνουν λόγο για μια μέση χρονιά, χωρίς σημαντικές μεταβολές όσον αφορά τα ποσοτικά χαρακτηριστικά. Όπως, όμως, επισημαίνουν, στόχος τους είναι να ενισχύσουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, ώστε να εξασφαλίσουν και καλύτερη τιμή στην αγορά.

Όπως δηλώνει στη «ΥΧ» ο πρόεδρος της Ομάδας Καπνοπαραγωγών Καρδίτσας, Παναγιώτης Κεφαλάς, η περιοχή βρίσκεται προς το τέλος της συγκομιδής, με τις αποδόσεις να χαρακτηρίζονται μέτριες. «Ανάλογα με τον σπόρο που χρησιμοποιούμε, έχουμε και τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Τα αμερικανικά Virginia κυμαίνονται περίπου στα 400 κιλά το στρέμμα, ενώ τα γερμανικά και τα γαλλικά στα 340-350 κιλά», δηλώνει ο ίδιος.

Στο επίκεντρο το κόστος παραγωγής και οι τιμές

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως, εστιάζεται στο οικονομικό σκέλος, όπως αυτό διαμορφώνεται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, αλλά και από τις τιμές του προϊόντος, οι οποίες δείχνουν να κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα. Όπως μας εξηγεί ο κ Κεφαλάς, οι έμποροι διαθέτουν περσινές ποσότητες στις αποθήκες τους και, για τον λόγο αυτόν, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την ποιότητα, πιέζουν για χαμηλότερες τιμές.

«Πέρυσι οι τιμές κυμάνθηκαν από 2,80 έως 4,20 ευρώ, ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό το μεγάλο εύρος τιμών ευνοεί τους εμπόρους και, έτσι, δεν ανεβάζουν την τιμή του προϊόντος», αναφέρει.

Παράλληλα, εξηγεί ότι το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί υπέρμετρα, κάτι που, σε σύγκριση με την περσινή περίοδο, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το εισόδημα των παραγωγών.

«Υγραέριο και πέλετ είναι οι μορφές θέρμανσης και ενέργειας που χρησιμοποιούμε, μαζί και με το πετρέλαιο. Η ενεργειακή κρίση, που έχει προκληθεί από τον πόλεμο στην περιοχή του Κόλπου, επηρεάζει σημαντικά την παραγωγή μας. Πρακτικά, η χρονιά κλείνει με αρνητικό πρόσημο, κάτι που θα επιδράσει σε μεγάλο βαθμό και στις επιλογές μας για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο», επισημαίνει.

Μεσαία επίπεδα παραγωγής λόγω έλλειψης βροχοπτώσεων

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η δήλωση του Βασίλη Ιωάννου, προέδρου της Ομάδας Καπνοπαραγωγών από τον Κολινδρό Πιερίας, ο οποίος υποστηρίζει ότι η φετινή χρονιά είναι όψιμη και κινείται σε μεσαία επίπεδα, κυρίως λόγω της έλλειψης βροχοπτώσεων. «Οι βροχές συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη των φυτών του καπνού και δίνουν καλύτερες αποδόσεις», σημειώνει.

Ο ίδιος κάνει λόγο και για αυξημένο κόστος παραγωγής, εκτιμώντας ότι ξεπερνά το 20% σε σύγκριση με την περσινή περίοδο, χωρίς, ωστόσο, να διαπιστώνεται αντίστοιχη διάθεση από την πλευρά των εμπόρων για την αγορά του προϊόντος σε καλύτερη τιμή. «Ενώ θα έπρεπε να συζητάμε για τιμές μεγαλύτερες σε σύγκριση με την περσινή περίοδο, αυτό που μέχρι τώρα εισπράττουμε είναι μια πίεση προς την πλευρά των παραγωγών για χαμηλότερη τιμή, λόγω του γεγονότος ότι, όπως επικαλούνται οι έμποροι, υπάρχουν αποθέματα καπνού στις αποθήκες», αναφέρει.

Καταλήγοντας, ο κ. Ιωάννου θέτει και το ζήτημα της πολιτικής που αφορά την καλλιέργεια του καπνού. «Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η καλλιέργεια αυτή δεν εντάσσεται στις προωθούμενες καλλιέργειες από την ΚΑΠ, λόγω της αντικαπνιστικής εκστρατείας, αλλά, από την άλλη πλευρά, εφόσον νόμιμα συνεχίζεται το κάπνισμα και νόμιμα καλλιεργούμε τον καπνό, θα μπορούσε να υπάρχει και ένας χώρος πολιτικής για τον καπνό, ώστε οι παραγωγοί που εργάζονται σε αυτόν τον χώρο να έχουν και αυτοί κάποια προνόμια», καταλήγει με προβληματισμό ο κ. Ιωάννου.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: