Θωμάς Καφαντάρης: «Το ελληνικό βαμβάκι έχει καλή θέση στην παγκόσμια αγορά»

Με περισσότερες από επτά δεκαετίες παρουσίας στο βαμβάκι, η Καφαντάρης-Παπακώστας ΑΒΕΕ έχει συνδέσει την πορεία της με την εξέλιξη της ελληνικής εκκόκκισης. Ο Θωμάς Καφαντάρης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, μάς εξηγεί πώς το ελληνικό βαμβάκι θα παραμείνει ανταγωνιστικό, αλλά και ποιες είναι οι προκλήσεις για την παραγωγή και τη μεταποίησή του.
Ποια είναι σήμερα η θέση του ελληνικού βαμβακιού στη διεθνή αγορά;
Το ελληνικό βαμβάκι έχει καλή θέση στην παγκόσμια αγορά. Πάνω από το 90% είναι εξαγώγιμο, ενώ το υπόλοιπο χρησιμοποιείται για την παραγωγή νημάτων στην εσωτερική αγορά. Οι δύο μεγαλύτεροι πελάτες μας είναι η Τουρκία και η Αίγυπτος, ενώ ποσότητες ελληνικού βαμβακιού κατευθύνονται και σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ασίας. Τα χαρακτηριστικά του ζητούνται από τα κλωστήρια, κυρίως για να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με βαμβάκι άλλων προελεύσεων.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητα και την αξία του;
Τα βασικά χαρακτηριστικά είναι τέσσερα: το χρώμα, το μήκος της ίνας, η αντοχή και το micronaire. Το micronaire είναι ένας συμβατικός δείκτης της ωριμότητας του βαμβακιού, μέσω του πάχους της ίνας, και πρέπει να κινείται μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Όσο καλύτερα είναι τα χαρακτηριστικά, τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία του προϊόντος. Για το συμβατικό βαμβάκι, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη κατηγορία παγκοσμίως, το μήκος της ίνας είναι περίπου 29 χιλιοστά, η αντοχή γύρω στα 30 γραμμάρια ανά tex και το micronaire από 3,4 έως 4,9 μονάδες.
Πόσο σημαντικό είναι το χρώμα;
Όσο πιο λευκό είναι το βαμβάκι τόσο καλύτερη θεωρείται η ποιότητά του και τόσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του. Το βαμβάκι όταν ωριμάσει και ανοίξει είναι λευκό, όμως κατά τη συγκομιδή και την επεξεργασία μπορεί να αλλοιωθεί το χρώμα του, για παράδειγμα λόγω υγρασίας ή επειδή δεν εκκοκκίζεται άμεσα. Αν βραχεί, χάνει τη λαμπρότητά του, την ασπράδα του. Τη βροχή, βέβαια, δεν μπορούμε να την αποφύγουμε.
Πώς εξελίσσονται οι καταναλωτικές τάσεις στο ύφασμα διεθνώς;
Το βαμβάκι παλαιότερα κυριαρχούσε στην αγορά των υφασμάτων, όμως η τεχνολογία έχει προχωρήσει και τα συνθετικά νήματα αποτελούν πλέον πολύ μεγάλο ανταγωνιστή. Ενώ κάποτε το βαμβάκι αντιπροσώπευε περίπου το 40% της αγοράς νημάτων, τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει γύρω στο 25%. Τα συνθετικά θα ακριβύνουν συγκυριακά λόγω της ακριβής πρώτης ύλης, του πετρελαίου, αλλά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο θα διαρκέσει αυτή η συγκυρία.
Μπορεί το ελληνικό βαμβάκι να αποκτήσει ισχυρό brand;
Είναι δύσκολο. Η ελληνική παραγωγή έχει μειωθεί σημαντικά, κυρίως επειδή η τιμή του βαμβακιού και το εισόδημα των παραγωγών έχουν υποχωρήσει. Από περίπου 4,5 εκατ. στρέμματα πριν από 25 χρόνια, σήμερα έχουμε πέσει κάτω από τα 2 εκατ. στρέμματα. Το βαμβάκι, πάντως, δεν είχε ποτέ πρόβλημα διάθεσης.
Οι παραγωγοί επέλεξαν άλλες, αποδοτικότερες ή καταλληλότερες καλλιέργειες για το χωράφι τους. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή και στην ποιότητα του προϊόντος. Βαμβάκι βρώμικο, υγρό ή κακομαζεμένο δεν βοηθά. Πρέπει να προκύπτει ένα ομοιόμορφο προϊόν. Καλό είναι το βαμβάκι να το προσέχουμε καλύτερα, να έχει υψηλότερη τιμή για τον παραγωγό και έτσι θα έχει και μεγαλύτερο σεβασμό από τους αγοραστές.
Ποια είναι η πορεία της Καφαντάρης-Παπακώστας μέχρι σήμερα;
Ασχολούμαστε οικογενειακά με το βαμβάκι από τη δεκαετία του ’50, ξεκινώντας από την Καρδίτσα. Το 1977 δημιουργήσαμε το δικό μας εργοστάσιο και στα τέλη της δεκαετίας του ’90 επεκτείναμε σημαντικά τις εγκαταστάσεις μας. Σήμερα έχουμε καλυμμένες επιφάνειες περίπου 29.000 τ.μ. και δυναμικότητα 1.000-1.200 τόνων την ημέρα, καθώς και αποθηκευτικούς χώρους για το βαμβάκι και τον βαμβακόσπορο. Επιλέξαμε συνειδητά να έχουμε επαρκείς αποθήκες, ώστε να μη μένει το προϊόν στο ύπαιθρο και να μην υποβαθμίζεται η ποιότητά του.







