Το ελληνικό «λευκό χρυσάφι» κατακτά τις διεθνείς αγορές με ιχνηλασιμότητα και ποιότητα

Σε μια εποχή όπου οι διεθνείς αγορές κατακλύζονται από συνθετικές ίνες και οι τιμές των πρώτων υλών πιέζονται, μια οργάνωση παραγωγών από την καρδιά του θεσσαλικού κάμπου αποδεικνύει ότι η εμμονή στην ποιότητα και την τεχνολογία αποτελεί το ισχυρότερο διαβατήριο για τις διεθνείς αγορές.
Ο Συνεταιρισμός Cotton Farsala ιδρύθηκε το 2017 (η πρώτη αναγνωρισμένη Οργάνωση Παραγωγών Βάμβακος στην Ελλάδα), έχει στη δύναμή του περισσότερους από 150 παραγωγούς-μέλη, τα οποία καλλιεργούν πάνω από 25.000 στρέμματα στον κάμπο.
Ο Σάββας Παχατίρογλου, πρόεδρος του Συνεταιρισμού «Cotton Farsala» μιλώντας στο «ΕΒ» για την προσπάθεια που γίνεται από τους βαμβακοπαραγωγούς μέλη αναφέρεται στην πρωτοπορία και στο κοινό πρωτόκολλο καλλιέργειας που έχει ως στόχο να αποκτήσει το προϊόν υπεραξία και να ενισχυθεί το εισόδημα του παραγωγού: «Η Οργάνωση Παραγωγών “Cotton Farsala” κατάφερε να ξεπεράσει τον ατομικισμό του παρελθόντος και να επιβάλει ένα αυστηρό, κοινό πρωτόκολλο καλλιέργειας. Για την επίτευξη απόλυτης ομοιομορφίας στο τελικό προϊόν, οι παραγωγοί εστιάζουν στη χρήση μόλις 3 έως 4 συγκεκριμένων ομοειδών ποικιλιών. Η καλλιεργητική φροντίδα –από τη σπορά, τη θρέψη και τη φυτοπροστασία έως την αποφύλλωση– πραγματοποιείται συντονισμένα και κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας κατά τη συγκομιδή».
Παράλληλα, υιοθετούνται φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές, «όπως η μειωμένη κατεργασία του εδάφους (strip-till), οι οποίες προστατεύουν τη δομή του εδάφους και μειώνουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Προσφέρουμε το προϊόν στην αγορά, αφού έχουμε επενδύσει στην ποιότητα», προσθέτει ο κ. Παχατίρογλου και εξηγεί: «Μπορεί η καταναλωτική ζήτηση για το ποιοτικό βαμβάκι να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, ωστόσο πάντα υπάρχει ενδιαφέρον από διεθνείς οίκους και funds για την ποιότητα. Μπορεί να κυριαρχούν τα πολυεστερικά technical συνθετικά ρούχα, ωστόσο υπάρχουν πιστοί καταναλωτές που επιμένουν να αγοράζουν ποιοτικά βαμβακερά ρούχα».
Σχετικά με τον ρόλο του κάθε παραγωγού, μάς λέει: «Ο κάθε παραγωγός του Συνεταιρισμού έχει εκπαιδευτεί στο να ακολουθεί αυτήν την καθετοποίηση της παραγωγής και να επενδύει στην ποιότητα, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες ποικιλίες, έχοντας ερευνήσει το μικροκλίμα στο χωράφι του, στοιχεία που κάνουν τη διαφορά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ακολουθούμε όλοι το ίδιο πρωτόκολλο σε όλες τις φάσεις της καλλιέργειας (λίπανση, φυτοπροστασία, αποφύλωση, συγκομιδή στις σωστές συνθήκες υγρασίας κ.α.). Αφού συγκεντρωθεί το προϊόν, ακολουθεί η ταξινόμηση στο εκκοκκιστήριο με βάση την κάθε ποικιλία. Στην κάθε μπάλα ίνας, που ζυγίζει από 230 έως 260 κιλά, με τη χρήση του μηχανήματος hvi καταγράφεται το χρώμα, η αντοχή της ίνας (τα πιο σημαντικά κριτήρια) και πολλές ακόμη λεπτομέρειες (micronare, τα κόμπος -nebs, κ.α.)».
Ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού καταλήγει: «Στο εκκοκκιστήριο εκτός από την ίνα βγαίνει και ο σπόρος που είναι το υποπροϊόν και το οποίο προσφέρει έξτρα εμπορική αξία στον παραγωγό, καθώς χρησιμοποιείται ως σιτηρέσιο στα μηρυκαστικά ζώα (π.χ αγελάδες) και εξάγεται σε τρίτες χώρες».
Το παράδειγμα, λοιπόν, της Οργάνωσης Παραγωγών «Cotton Farsala» αποδεικνύει ότι το μέλλον της ελληνικής βαμβακοκαλλιέργειας στηρίζεται στην εξειδίκευση, τη συλλογικότητα, την τεχνολογία και την πιστοποιημένη ποιότητα.







