Αγροτικές προοπτικές 2015-2035: Μεγαλώνει η αβεβαιότητα για τις αγορές δημητριακών, κρέατος, γαλακτοκομικών και πρώτων υλών

Η επόμενη δεκαετία προδιαγράφεται ως μια περίοδος βαθιάς αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας αγροδιατροφικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Οργανισμού για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (FAO) και του ΟΟΣΑ για την περίοδο 2026-2035, η αγροτική παραγωγή, η κατανάλωση και το εμπόριο θα συνεχίσουν να αυξάνονται, όμως η ανάπτυξη μετατοπίζεται πλέον με σαφή τρόπο προς τις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Ευρώπη και Βόρεια Αμερική διατηρούν τον σημαντικό ρόλο τους στο διεθνές εμπόριο, αλλά αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερους περιορισμούς από το κόστος παραγωγής, την περιβαλλοντική νομοθεσία, τη στασιμότητα των αποδόσεων και τις δημογραφικές εξελίξεις. Παράλληλα, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, η κλιματική αλλαγή και οι μεταβαλλόμενες εμπορικές πολιτικές δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η επάρκεια τροφίμων δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό ζητούμενο καθώς εξίσου κρίσιμη είναι η ανθεκτικότητα των αγορών.
Η ανάπτυξη περνά στις αναδυόμενες οικονομίες
Η συνολική αξία της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου 13,3% έως το 2035, προσεγγίζοντας τα 4 τρισ. δολάρια. Άνοδος, που δεν κατανέμεται ισόρροπα, καθώς η ισχυρότερη ανάπτυξη προέρχεται από τις χώρες μέσου εισοδήματος (σε Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική).
Η παραγωγή ζωικών προϊόντων αυξάνεται ταχύτερα από εκείνη των καλλιεργειών, αντανακλώντας τη μεταβολή των διατροφικών προτύπων προς μεγαλύτερη κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών και ψαριών. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί παράλληλα σε αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ζωοτροφών κατά 13,5%.
Η συνολική κατανάλωση αγροτικών προϊόντων αναμένεται να αυξηθεί κατά 12,5%, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στις αναδυόμενες οικονομίες, όπου η άνοδος των εισοδημάτων διευρύνει τη συμμετοχή ζωικών προϊόντων στη διατροφή. Στις φτωχότερες χώρες, αντίθετα, η διατροφή εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε αμυλούχα προϊόντα, ενώ στις ανεπτυγμένες οικονομίες οι μεταβολές είναι ηπιότερες.
Το διεθνές εμπόριο εξακολουθεί να λειτουργεί ως ο βασικός μηχανισμός εξισορρόπησης της παγκόσμιας προσφοράς και ζήτησης, καλύπτοντας περίπου το 22%-23% της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής. Η Λατινική Αμερική διατηρεί τη θέση της ως ο σημαντικότερος εξαγωγικός κόμβος, ενώ η Ευρώπη ενισχύει τον ρόλο της ως καθαρός εξαγωγέας, ιδιαίτερα μέσω της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας. Αντίθετα, η Υποσαχάρια Αφρική και η Μέση Ανατολή γίνονται ολοένα πιο εξαρτημένες από εισαγωγές, καθώς η εγχώρια παραγωγή αδυνατεί να συμβαδίσει με την αυξανόμενη ζήτηση.
Δημητριακά: Κομβικός ο ρόλος των αποδόσεων
Η αγορά δημητριακών εισέρχεται στη νέα δεκαετία με σταθερές αναπτυξιακές προοπτικές, αλλά με σημαντικές γεωγραφικές μεταβολές. Η παγκόσμια παραγωγή αναμένεται να φθάσει τους 3,24 δισ. τόνους έως το 2035, με τη μεγαλύτερη αύξηση να προέρχεται από τη βελτίωση των αποδόσεων και όχι από την επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.
Η Ινδία, μαζί με άλλες ασιατικές και λατινοαμερικανικές οικονομίες, οδηγεί την αύξηση της παραγωγής σιταριού και ρυζιού, ενώ στην ΕΕ οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σταθεροποιούνται και οι αποδόσεις αυξάνονται με περιορισμένο ρυθμό.
Η κατανάλωση δημητριακών προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 12%, με την Ασία να αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας αύξησης. Το σιτάρι και το ρύζι διατηρούν τον ρόλο τους ως βασικά τρόφιμα, ενώ το καλαμπόκι εξακολουθεί να κυριαρχεί στις ζωοτροφές.
Στο εμπόριο, η διεθνής διακίνηση δημητριακών αυξάνεται κατά μία μονάδα, στο 18% της παγκόσμιας παραγωγής. Η Ρωσία αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο εξαγωγέα σιταριού, ενώ η ΕΕ διατηρεί τη δεύτερη θέση με εξαγωγές που υπερβαίνουν τα 32 εκατ. τόνους. Στο καλαμπόκι ΗΠΑ, Βραζιλία και Αργεντινή εξακολουθούν να ελέγχουν περίπου το 90% των παγκόσμιων εξαγωγών. Αντίθετα, η Αφρική και μεγάλο μέρος της Ασίας αυξάνουν την εξάρτησή τους από τις διεθνείς αγορές.
Οι ονομαστικές τιμές προβλέπεται να κινηθούν ανοδικά, με το σιτάρι να προσεγγίζει τα 307 δολάρια/τόνο και το καλαμπόκι τα 236 δολάρια, ωστόσο σε πραγματικούς όρους οι τιμές υποχωρούν ελαφρά. Μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, συνιστά η μεταβλητότητα των τιμών, καθώς ακραία καιρικά φαινόμενα, γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές εξελίξεις και αλλαγές στην εμπορική πολιτική μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις αγορές.
Ελαιούχοι σπόροι: Αποδόσεις και εφοδιαστικές αλυσίδες τα κλειδιά
Στους ελαιούχους σπόρους η επόμενη δεκαετία σηματοδοτεί τη μετάβαση από την επέκταση των εκτάσεων στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Η παραγωγή σόγιας, ελαιοκράμβης και ηλίανθου συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν.
Η ΕΕ παραμένει σημαντικός παραγωγός ελαιοκράμβης και ηλίανθου, όμως με περιορισμένη δυναμική, ανάλογη του περιορισμού των διαθέσιμων εκτάσεων και των αυστηρότερων περιβαλλοντικών πολιτικών. Παράλληλα, Ουκρανία και Ρωσία διατηρούν στρατηγικό ρόλο στην προμήθεια ηλιέλαιου.
Η παγκόσμια κατανάλωση φυτικών ελαίων συνεχίζει να αυξάνεται χάρη στην οικονομική ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, ενώ η ζήτηση για πρωτεϊνικά γεύματα επιβραδύνεται, κυρίως λόγω της βελτίωσης της αποδοτικότητας των ζωοτροφών στην Κίνα.
Παράλληλα, εξακολουθεί η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις εισαγωγές σόγιας από Βραζιλία και ΗΠΑ, καθώς και από εισαγόμενα πρωτεϊνικά γεύματα για την κτηνοτροφία της. Επιπλέον, μετά το 2028 προβλέπεται σταδιακή μείωση της χρήσης φυτικών ελαίων για παραγωγή βιοκαυσίμων, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική μετατοπίζεται προς απόβλητα έλαια και πρώτες ύλες δεύτερης γενιάς.
Το διεθνές εμπόριο παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένο. Η Βραζιλία διατηρεί την κυριαρχία στις εξαγωγές σόγιας, ενώ Ινδονησία και Μαλαισία εξακολουθούν να δεσπόζουν στην αγορά φοινικέλαιου. Οι μελλοντικές ισορροπίες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές για τα βιοκαύσιμα, τους περιβαλλοντικούς κανόνες και τις ρυθμίσεις για την αποτροπή της αποψίλωσης.
Ζάχαρη: Χάνει έδαφος η κατανάλωση σε Ευρώπη και ΗΠΑ
Η αγορά ζάχαρης προβλέπεται να ακολουθήσει σταθερή αλλά ήπια αναπτυξιακή πορεία έως το 2035, με την παγκόσμια κατανάλωση να αυξάνεται κατά περίπου 1% ετησίως και να φτάνει τους 199 εκατ. τόνους. Σχεδόν ολόκληρη η πρόσθετη ζήτηση προέρχεται από την Ασία και την Αφρική, όπου πληθυσμιακή αύξηση, αστικοποίηση και μεγαλύτερη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων στηρίζουν την αγορά.
Η Ινδία, η Ινδονησία και το Πακιστάν αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της ανόδου, ενώ στην Αφρική η αύξηση της κατανάλωσης είναι μικρότερη ανά κάτοικο αλλά σημαντική σε συνολικό όγκο. Αντίθετα, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η κατανάλωση παραμένει στάσιμη ή υποχωρεί, καθώς οι πολιτικές δημόσιας υγείας, η φορολόγηση της ζάχαρης και η αναδιαμόρφωση προϊόντων από τη βιομηχανία τροφίμων περιορίζουν τη ζήτηση.
Η παραγωγή εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε λίγες χώρες, με τις Βραζιλία και Ινδία να καλύπτουν περίπου το 42% της παγκόσμιας παραγωγής έως το 2035. Αντίθετα, στην ΕΕ το υψηλότερο κόστος παραγωγής, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί και ο ανταγωνισμός από πιο αποδοτικές καλλιέργειες περιορίζουν την καλλιέργεια ζαχαρότευτλων.
Το εμπόριο παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένο. Η Βραζιλία εκτιμάται ότι θα καλύπτει το 55%-72% των παγκόσμιων εξαγωγών ακατέργαστης ζάχαρης, ενώ σημαντικό ρόλο διατηρεί και η Ταϊλάνδη. Η αγορά επηρεάζεται ολοένα περισσότερο από την παραγωγή αιθανόλης, καθώς σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδία σημαντικό μέρος του ζαχαροκάλαμου κατευθύνεται στα βιοκαύσιμα, συνδέοντας άμεσα την αγορά ζάχαρης με τις εξελίξεις στις τιμές του πετρελαίου.
Κρέας: Τα πουλερικά κυριαρχούν στη νέα διατροφική πραγματικότητα
Η αγορά κρέατος συνεχίζει να αναπτύσσεται έως το 2035, αλλά με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η συνολική κατανάλωση προβλέπεται να φθάσει περίπου τους 412 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 12%, όμως η κατά κεφαλήν κατανάλωση αυξάνεται μόλις κατά περίπου 0,7 κιλά, φτάνοντας τα 30 κιλά ετησίως.
Η μεγαλύτερη αύξηση της ζήτησης προέρχεται από την Ασία και την Αφρική, με κατευθυντήριες την άνοδο των εισοδημάτων, την πληθυσμιακή ανάπτυξη και την αστικοποίηση. Αντίθετα, στις ανεπτυγμένες οικονομίες η κατανάλωση σταθεροποιείται ή υποχωρεί, καθώς οι υψηλότερες τιμές, οι δημογραφικές μεταβολές και οι ανησυχίες για την υγεία, το περιβάλλον και την ευζωία των ζώων περιορίζουν την περαιτέρω ανάπτυξη.
Η κατανάλωση στα πουλερικά αυξάνεται κατά περίπου 20% και η κατηγορία αποτελεί τον βασικό μοχλό της συνολικής ανάπτυξης, ενώ το βοδινό αυξάνεται πιο συγκρατημένα. Το χοιρινό εξακολουθεί να αυξάνεται σε απόλυτους όρους, αλλά εμφανίζει μείωση στην κατά κεφαλήν κατανάλωση, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Το αιγοπρόβειο κρέας παραμένει μικρότερη αγορά, αλλά συνεχίζει επίσης να αναπτύσσεται.
Αντίστοιχη πορεία ακολουθεί και η παραγωγή, αυξανόμενη κατά περίπου 12%, με περισσότερο από το μισό του επιπλέον όγκου να προέρχεται από την Ασία. Ταυτόχρονα, όμως, ο τομέας θα οδηγήσει και σε αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά περίπου 6%, καθώς η διεύρυνση του ζωικού κεφαλαίου αντισταθμίζει μέρος των κερδών από τη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Στο διεθνές εμπόριο, Βραζιλία, ΕΕ και ΗΠΑ εξακολουθούν να πραγματοποιούν πάνω από το ήμισυ των παγκόσμιων εξαγωγών. Η Κίνα μειώνει σταδιακά τις εισαγωγές χοιρινού χάρη στην αυξημένη αυτάρκεια, αλλά παραμένει σημαντικός εισαγωγέας βοδινού, ενώ αναδυόμενοι εξαγωγείς όπως η Αργεντινή, η Ταϊλάνδη και η Τουρκία ενισχύουν τη θέση τους.
Τεχνητή νοημοσύνη, αυτοματοποίηση και προηγμένα συστήματα διαχείρισης εκτροφών αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην παραγωγική διαδικασία, όταν, από την άλλη, ζωονόσοι, ακραία καιρικά φαινόμενα και γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς παράγοντες κινδύνου.
Γαλακτοκομικά: Παραμένει η ευρωπαϊκή κυριαρχία στο τυρί
Η αγορά γαλακτοκομικών αναμένεται να αναπτυχθεί με σταθερό ρυθμό, καθώς η παγκόσμια παραγωγή γάλακτος θα αυξάνεται, περίπου, κατά 2% ετησίως φτάνοντας τους 1.223 εκατ. τόνους έως το 2035. Η μεγαλύτερη ώθηση προέρχεται από την Ασία, με την Ινδία να αναμένεται να συμβάλει σε πάνω από το μισό της παγκόσμιας αύξησης της παραγωγής. Στον αντίποδα, στάσιμη, ουσιαστικά, εκτιμάται η παραγωγή στην ΕΕ, καθώς μειώνεται ο αριθμός των αγελάδων και επιβραδύνεται η αύξηση των αποδόσεων.
Η κατανάλωση φρέσκων γαλακτοκομικών αυξάνεται κυρίως στην Ινδία και το Πακιστάν, ενώ στις ανεπτυγμένες οικονομίες μεταβάλλεται η σύνθεσή της, με αυξημένη προτίμηση σε προϊόντα υψηλότερης περιεκτικότητας σε λιπαρά. Η κατανάλωση τυριού συνεχίζει να αυξάνεται τόσο στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, όπου συνδέεται με την εξάπλωση των έτοιμων γευμάτων.
Παρά το γεγονός ότι λιγότερο από το 7% της παγκόσμιας παραγωγής γάλακτος διακινείται διεθνώς, το εμπόριο γαλακτοκομικών προβλέπεται να αυξηθεί κατά 11%, φθάνοντας τους 13,7 εκατ. τόνους έως το 2035. ΕΕ, Νέα Ζηλανδία και ΗΠΑ εξακολουθούν να κυριαρχούν στις εξαγωγές, καλύπτοντας περίπου το 67% του παγκόσμιου εμπορίου τυριού και περισσότερο από το 60%-70% των βασικών γαλακτοκομικών προϊόντων.
Οι διεθνείς τιμές εμφανίζουν ήπια ανοδική τάση σε ονομαστικούς όρους, ενώ η αγορά επηρεάζεται, ολοένα περισσότερο, από περιβαλλοντικές πολιτικές, τεχνολογικές καινοτομίες, τις εξελίξεις στα φυτικά υποκατάστατα και τη ζήτηση για προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης.
Ιχθυηρά: Η υδατοκαλλιέργεια συνεχίζει να οδηγεί την ανάπτυξη
Η συνολική παραγωγή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας προβλέπεται να αυξηθεί από 194 εκατ. τόνους ισοδύναμου ζώντος βάρους σε 216 εκατ. τόνους έως το 2035, με την υδατοκαλλιέργεια να αποτελεί τον βασικό κινητήριο μοχλό, αυξάνοντας το μερίδιό της από 53% σε 56% της συνολικής παραγωγής.
Κυρίαρχη θέση διατηρεί η Ασία, συγκεντρώνοντας περίπου το 88% της παγκόσμιας παραγωγής υδατοκαλλιέργειας, ενώ η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός με μερίδιο περίπου 55%.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση υδρόβιων προϊόντων αυξάνεται από 21,4 σε 21,9 κιλά ισοδύναμου ζώντος βάρους, με την Ασία να αντιπροσωπεύει περίπου το 75% της παγκόσμιας κατανάλωσης και την Κίνα, μόνη της, περίπου το 39%. Αντίθετα, στην Ευρώπη και την Αφρική η κατά κεφαλήν κατανάλωση υποχωρεί ελαφρά.
Το διεθνές εμπόριο συνεχίζει να διευρύνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό, με τις παγκόσμιες εξαγωγές να φθάνουν τους 47,5 εκατ. τόνους. Η Ασία διατηρεί το 49% των εξαγωγών, ενώ η Ευρώπη ακολουθεί με 22%. Επιπλέον, η Κίνα ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο της ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιχθυαλεύρων, καλύπτοντας το 53% των παγκόσμιων εισαγωγών έως το 2035.
Η αύξηση της παραγωγής ταχύτερα από τη ζήτηση θα οδηγήσει πτωτικά ως το τέλος της περιόδου τις πραγματικές τιμές στο σύνολο των προϊόντων. Ωστόσο, οι κλιματικές μεταβολές, η κατάσταση των αλιευτικών αποθεμάτων και οι διεθνείς ρυθμίσεις παραμένουν βασικοί παράγοντες αβεβαιότητας.
Βιοκαύσιμα: Η ανάπτυξη συνεχίζεται αλλά με ανακατανομή παιχτών
Η αγορά βιοκαυσίμων εισέρχεται σε φάση πιο ώριμης ανάπτυξης. Η παγκόσμια ζήτηση προβλέπεται να αυξάνεται κατά περίπου 1,4% ετησίως, με κινητήριες δυνάμεις τις Βραζιλία, Ινδονησία και Ινδία.
Έως το 2035 η παραγωγή αιθανόλης εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 162,5 δισ. λίτρα και του βιοντίζελ τα 99 δισ. λίτρα. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αντίθετα, η ανάπτυξη επιβραδύνεται εξαιτίας της εξάπλωσης της ηλεκτροκίνησης, της χαμηλότερης κατανάλωσης καυσίμων μεταφορών και της σταδιακής υποχώρησης των πολιτικών στήριξης.
Η εφαρμογή της οδηγίας RED III στην ΕΕ, περιορίζει σταδιακά τη χρήση βιοκαυσίμων από καλλιέργειες και ενισχύει τη χρήση αποβλήτων, υπολειμμάτων και προηγμένων βιοκαυσίμων. Το διεθνές εμπόριο παραμένει περιορισμένο, αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από το 10% της αγοράς, με τις ΗΠΑ και Βραζιλία να καλύπτουν περίπου το 80% των εξαγωγών αιθανόλης.
Η εξέλιξη της αγοράς θα εξαρτηθεί από την πορεία των τιμών πετρελαίου, τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών, τις πολιτικές για τα ηλεκτρικά οχήματα και την ανάπτυξη βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων.
Βαμβάκι: Η Ασία ενισχύει τη ζήτηση, η Βραζιλία αποκτά ηγετικό ρόλο
Η αγορά βαμβακιού αναμένεται να αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 1,6%, ακολουθώντας την επέκταση της ασιατικής κλωστοϋφαντουργίας. Μπαγκλαντές, Βιετνάμ και Ινδία εξελίσσονται στους βασικούς μοχλούς της ζήτησης, ενώ η Κίνα διατηρεί την πρώτη θέση στη μεταποίηση, παρά τη σταδιακή στασιμότητα της εγχώριας κατανάλωσης.
Η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται να φθάσει περίπου τους 30 εκατ. τόνους έως το 2035, με μεγαλύτερη παραγωγό την Κίνα, ακολουθούμενη από τις Ινδία και Βραζιλία.
Το διεθνές εμπόριο αναμένεται να αυξάνεται κατά περίπου 2,4% ετησίως, φθάνοντας τους 12 εκατ. τόνους. Το Μπαγκλαντές προβλέπεται να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο εισαγωγέα παγκοσμίως, ενώ η Βραζιλία θα πρωτοστατήσει στις εξαγωγές, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ, με τις δύο να πραγματοποιούν, περίπου, τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εξαγωγών.
Οι πραγματικές τιμές εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν ελαφρά, καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας και ο ανταγωνισμός από συνθετικές ίνες, όπως ο πολυεστέρας, περιορίζουν τις ανοδικές πιέσεις. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τη βιώσιμη και κυκλική κλωστοϋφαντουργία, η αυξανόμενη ζήτηση για πιστοποιημένο βαμβάκι και οι απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας αναμένεται να επηρεάζουν, ολοένα περισσότερο, τις παραγωγικές πρακτικές και τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Δημητριακά: Κομβικός ο ρόλος των αποδόσεων
Κρέας: Τα πουλερικά κυριαρχούν στη νέα διατροφική πραγματικότητα
Γαλακτοκομικά: Παραμένει η ευρωπαϊκή κυριαρχία στο τυρί








