Αυτό το άρθρο είναι 11 μηνών

Αρωματικά και Φαρμακευτικά Φυτά: Στα χνάρια του τσαγιού ο βασιλικός και το χαμομήλι

26.07.2023
19' διάβασμα
aromatika-kai-farmakeftika-fyta-sta-chnaria-tou-tsagiou-o-vasilikos-kai-to-chamomili-297803

Το παρόν άρθρο αποτελεί το τέταρτο μέρος του αφιερώματος της «ΥΧ» για τις προοπτικές που έχει η καλλιέργεια των Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών (ΑΦΦ) στην Ελλάδα. Η σημερινή ανασκόπηση αφορά τον βασιλικό, το τσάι του βουνού και το χαμομήλι, αναλύοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καλλιέργειάς τους, τις καλλιεργητικές πρακτικές τους και τους τρόπους χρήσης τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και η Ελλάδα έχει πολύ καλές συνθήκες και τα φυτά αυτά έχουν μεγάλη προσαρμοστικότητα, είμαστε ελλειμματική χώρα σε βασιλικό και χαμομήλι.

του Γεώργιου Ζακυνθινού, καθηγητή Τεχνολογίας, Ασφάλειας και Ανάπτυξης Λειτουργικών Τροφίμων και Υγειοπροστατευτικών Προϊόντων στη Δημόσια Υγεία, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Βασιλικός

Ο βασιλικός ανήκει στην οικογένεια των Lamiaceae (Χειλανθή) στο γένος Ocimum και στο είδος bacilicum. Είναι μονοετές φυτό που δημιουργεί ένα πυκνό πλέγμα βλαστών, το οποίο φθάνει σε ύψος 20-80cm, ανάλογα με την ποικιλία. Μορφολογικά υπάρχουν φυτά λεπτόφυλλα, πλατύφυλλα και αραιόκλαδα.

Τα άνθη του είναι δίχειλα, μικρά, λευκά ή λευκορόδινα που σχηματίζουν ακραίο στάχυ. Ο βασιλικός αναφέρεται από τον Ιπποκράτη ως φυτό που χρησιμοποιείται εναντίον των εμετών. Καλλιεργείται για το υπέροχο αιθέριο έλαιό του που χρησιμοποιείται στην παραγωγή σαπώνων, αλλά και στις συνθέσεις πολλών αρωμάτων. Στην Ιταλία, χρησιμοποιείται και σε σαλάτες. Κυριότερες χώρες παραγωγής του αιθέριου ελαίου βασιλικού είναι η Μαδαγασκάρη, οι Ινδίες και η Γαλλία. Στην Ελλάδα, καλλιεργείται σε μικρή έκταση για παραγωγή ξηρής δρόγης, που κάποιοι την εξάγουν στην Ευρώπη. Το κόστος εγκατάστασης και καλλιέργειας του βασιλικού ανέρχεται σε 400-500 ευρώ το στρέμμα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να δώσει 2.000 κιλά νωπού ή 400-500 κιλά ξηρής δρόγης, η καλλιέργεια αυτή μπορεί να δώσει ένα εισόδημα 800-1.000 ευρώ το στρέμμα στη συμβατική και 1.500-2.000 στη βιολογική καλλιέργεια. Επομένως, με τη λογική του κόστους θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η καλλιέργεια.

Περιβάλλον και προσαρμογή καλλιέργειας

Ο βασιλικός καλλιεργείται σε διάφορες περιοχές που μπορεί να είναι θερμότερες ή ψυχρότερες. Το εύκρατο κλίμα είναι το καταλληλότερο για την καλλιέργεια του βασιλικού. Ο ήπιος και μικρής διάρκειας χειμώνας που τον ακολουθεί ένα δροσερό καλοκαίρι αποτελεί την καλύτερη προϋπόθεση για μία επιτυχημένη παραγωγή βασιλικού.

Στις περιοχές αυτές, η διάρκεια της βλάστησης είναι πιο μακρά, με συνέπεια να γίνονται περισσότερες συγκομιδές το έτος. Γενικά, η θερμοκρασία, στην οποία αναπτύσσεται καλύτερα ο βασιλικός είναι οι 22οC-30οC, ενώ ταυτόχρονα απαιτεί 10-12 ώρες φωτισμού ημερησίως. Το κατάλληλο έδαφος για την καλλιέργεια αυτού του φυτού είναι το βαθύ, μέσης συστάσεως, πλούσιο σε οργανική ουσία, που αρδεύεται και έχει καλή στράγγιση.

Αναφορικά με τις ποικιλίες βασιλικού, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 150 σε ολόκληρο τον κόσμο. Μεταξύ αυτών, αναφέρονται οι εξής:

✱ Grand Vert var. Genovese. Φθάνει σε ύψος τα 30 cm. Έχει ωοειδή πράσινα φύλλα και χρησιμοποιείται από τις μεσογειακές κουζίνες.

✱ Fin vert. Έχει μικρά και λεπτά φύλλα, λαμπρού χρώματος με χαρακτηριστικό άρωμα.

✱ Thai. Πράσινα φύλλα, με βλαστούς και άνθη κόκκινα. Γεύση χαρακτηριστική που μοιάζει με το εστραγκόν ή το άνηθο.

✱ Feuille de laitye. Έχει πολύ μεγάλα φύλλα ανοιχτού πράσινου χρώματος. Χαρακτηριστικό άρωμα.

✱ Κοινός βασιλικός. Είναι φυτό με λευκά και πολύ αρωματικά άνθη.

Καλλιεργητικές πρακτικές και πρακτικές συγκομιδής

Ο πολλαπλασιασμός του βασιλικού γίνεται με φυτάρια που έχουν παραχθεί σε σπορείο. Η σπορά γίνεται την άνοιξη Μάρτιο-Απρίλιο, εφόσον το σπορείο διατηρείται στην ύπαιθρο ή νωρίτερα, στα τέλη του χειμώνα, εφόσον βρίσκεται σε θερμοκήπιο.

Ο σπόρος του βασιλικού είναι μικρός, ζυγίζει ένα γραμμάριο, έχει περίπου 500 σπόρους και για να ετοιμάσουμε τα φυτά που έχουμε ανάγκη ώστε να φυτέψουμε ένα στρέμμα, απαιτούνται 30-40 γραμμάρια κι ένα σπορείο 6-7 m2. Η συνήθης πυκνότητα μιας συστηματικής φυτείας είναι 8.500 φυτά το στρέμμα. Το φύτρωμα των σπόρων γίνεται ανάλογα με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες μεταξύ 5-14 ημερών μετά τη σπορά. Η φύτευση των φυταρίων μετά το σπορείο γίνεται όταν τα φυτά αποκτήσουν τουλάχιστον 4-6 φύλλα και ύψος 10 cm περίπου.

Η εποχή της μεταφύτευσης στη χώρα μας είναι μεταξύ Απριλίου με μέσα Μαΐου. Ο βασιλικός είναι φυτό πολύ απαιτητικό σε νερό, καθώς απαιτεί αρδεύσεις σε κανονικά χρονικά διαστήματα, οι οποίες μπορεί να γίνονται με σταγόνες ή με κατάκλιση. Τις πολύ θερμές ημέρες πρέπει να γίνεται ανά δεύτερη ημέρα. Κατά μέσο όρο, οι αρδεύσεις πρέπει να γίνονται κάθε 10-12 ημέρες.

Η άρδευση του βασιλικού πρέπει να σταματά 4-5 ημέρες πριν από κάθε συλλογή των φύλλων. Αναφερόμενοι στη λιπαντική τακτική για 500 κιλά παραγωγή ξηρής δρόγης απαιτούνται περίπου 10 κιλά άζωτο, 3 κιλά φώσφορο και 12 κιλά περίπου κάλιο, ενώ σημαντική απαίτηση έχει και σε μαγνήσιο.

Στο τελευταίο στάδιο της καλλιέργειας, ξεκινά η συγκομιδή, όταν το φυτό βρίσκεται σε πλήρη άνθιση. Πραγματοποιείται με αποκοπή των φυτών σε ύψος 10 cm από το έδαφος. Η συγκομιδή με αυτόν τον τρόπο γίνεται με δρεπάνι ή με θεριστική μηχανή και πραγματοποιείται λίγο πριν ανθίσει. Το αιθέριο έλαιο που παράγεται με αυτόν τον τρόπο είναι διπλάσιο από εκείνο που παράγεται όταν κόβονται ολόκληρα τα φυτά. Η συλλογή των ανθοφόρων κορυφών γίνεται με τα χέρια.

Η ακολουθούμενη αποξήρανση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε χώρους σκιερούς που αερίζονται καλά ή σε ειδικά ξηραντήρια. Η παραγωγή των αιθέριων ελαίων γίνεται σε ίδιους αποστακτήρες με εκείνους που χρησιμοποιούνται για τη μέντα κ.λπ. Η αποξήρανση πρέπει να γίνεται μέχρι τους 35οC. Μπορεί να δώσει μέχρι 2.000 κιλά το στρέμμα χλωρή μάζα, ενώ έχει απόδοση 20%-25% σε ξηρή δρόγη μετά την αποξήρανση, δηλαδή 400-500 κιλά ξηρή δρόγη.

Χρήσεις

Χρησιμοποιείται σαν αφέψημα (φρέσκος και ξηρός), σε σαλάτες και για το αιθέριο έλαιο στην αρωματοποιία, στην ποτοποιία, στην κονσερβοποιία, στη φαρμακοποιία και στη σαπωνοποιία. Ο βασιλικός θεωρείται φυτό αντιεμετικό, αντικαταθλιπτικό, αντισηπτικό, διουρητικό, εντομοαπωθητικό, χωνευτικό κ.ά.

 


 

Tσάι του βουνού

Το τσάι του βουνού ή αλλιώς σιδερίτης είναι ένα κοσμοπολίτικο αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό.

Το γένος Sideritis, στο οποίο ανήκει, περιλαμβάνει περισσότερα από 140 είδη και υποείδη που ευδοκιμούν κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο, ιδιαίτερα στις παραμεσόγειες περιοχές, όπως στην Ισπανία, στα Κανάρια νησιά, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στην Ιταλία, στη Βαλκανική χερσόνησο, στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία, στον Καύκασο και στα παράλια της Βόρειας Αμερικής (Αλγερία, Μαρόκο και Αίγυπτο).

Μερικά είδη του γένους απαντούν επίσης στο Μεξικό, στο Περού και στην Ιαπωνία. Αποτελεί ένα από τα πολλά αρωματικά φυτά που αυτοφύονται στην Ελλάδα, η οποία είναι ιδιαίτερα πλούσια σε ενδημικά είδη του φυτού αυτού.

Τα φυτά ευδοκιμούν σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 500 έως 2.000 m σε ξηρά πετρώδη ή ασβεστολιθικά εδάφη και σε διάφορες περιοχές της χώρας μας. Το ελληνικό τσάι του βουνού είναι πολυετές φυτό, ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Labiatae – Lamiaceae) και στο γένος Sideritis.

Στην Ελλάδα αυτοφύονται τουλάχιστον 17 είδη και υποείδη, εκ των οποίων τα κυριότερα είναι τα εξής: Sideritis scardica Griseb., Sideritis clandestina (Bory & Chaub.) Hayek, Sideritis raeseri Boiss. & Heldr., Sideritis syriaca L., herba.

Περιβάλλον και προσαρμογή καλλιέργειας

Ως αυτοφυές, συναντάται ιδιαίτερα σε σχισμές βράχων, όπου ελάχιστα είδη φυτών θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Ακατάλληλες κρίνονται οι «ζεστές» περιοχές, με επίπεδα αγροτεμάχια που δεν έχουν καλή στράγγιση.

Προσαρμόζεται καλά σε εδάφη μέτριας σύστασης, πετρώδη, ασβεστολιθικά, με καλή στράγγιση και απαιτεί σχετικά μεγάλο υψόμετρο (>1000 m). Το τσάι του βουνού καλλιεργείται ξηρικά και δεν έχει ανάγκη ποτισμάτων, αξιοποιεί όμως πολύ καλά το νερό όταν του δοθεί, αρκεί να είναι σε πολύ μικρές δόσεις και να μην παραμένει στο ριζικό σύστημα του φυτού, καθώς είναι ευαίσθητο σε σηψιρριζίες. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο (εγγενώς) ή με έριζες παραφυάδες (αγενώς).

Καλλιεργητικές πρακτικές και πρακτικές συγκομιδής

Η καλύτερη εποχή για τη μεταφύτευση είναι ο Οκτώβριος – Νοέμβριος, μετά τα πρώτα πρωτοβρόχια ή εναλλακτικά στις αρχές της άνοιξης. Η πυκνότητα φύτευσης είναι 2.000 – 2.500 φυτά το στρέμμα (0,70 – 1 m μεταξύ των γραμμών και 0,50 – 0,60 m επί των γραμμών). Προσοχή στη λιπαντική τεχνική, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι 3 έως 4 μονάδες αζώτου και 4 ως 5 μονάδες φωσφόρου αργά το φθινόπωρο είναι απαραίτητες.

Μια εκτίμηση αποδόσεων είναι η εξής: Τον πρώτο χρόνο περίπου 10 κιλά/στρέμμα ξηρό προϊόν, τον δεύτερο 50-60 kg/στρέμμα, τον τρίτο και τέταρτο 100 kg/στρέμμα, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να ξεπεράσει τα 150 kg/στρέμμα.

Η συλλογή γίνεται περί τα μέσα Ιουλίου ή και λίγο αργότερα ανάλογα με το υψόμετρο της περιοχής, στο στάδιο που τα φυτά βρίσκονται σε πλήρη άνθιση και οι βλαστοί αρχίζουν να ξυλοποιούνται. Αν η συλλογή γίνει νωρίτερα ή αργότερα, το ξηρό προϊόν είναι μειωμένης ποιότητας. Κατά τη συγκομιδή, κόβεται ολόκληρη η ταξιανθία και κάτω από αυτήν ένα μέρος του βλαστού, μήκους 5 έως 6 cm, με μαχαίρι ή δρεπάνι.

Μετά τη συλλογή γίνεται η ξήρανση. Ο καλύτερος τρόπος είναι η ξήρανση να γίνεται σε σκιερό δροσερό μέρος. Το τσάι, αφού κοπεί, μεταφέρεται σε ξηραντήρια μεγάλου όγκου ή σε υπόστεγα με σκεπή μονωμένη, για να αποκτήσει ένα ανοιχτό πράσινο ή πρασινοκίτρινο χρώμα, που είναι δείκτης ποιότητας.

Η συνήθης πρακτική ξήρανσης χωρικού τύπου γίνεται σε υπόστεγα για 4-5 μέρες, με κρεμασμένα μικρά δεματάκια. Μετά την ξήρανση, τα δεματάκια συσκευάζονται σε δέματα βάρους 20 kg, τα οποία περιμετρικά καλύπτονται με ύφασμα λιναριού. Σε αυτήν τη μορφή φυλάγεται σε αποθήκες, οι οποίες πρέπει να αερίζονται καλά, μέχρι να διατεθεί στην αγορά.

Χρήσεις

Χρησιμοποιειται συχνά ως αφέψημα ευστόμαχο, θερμαντικό, τονωτικό, διουρητικό, αγγειοπροστατευτικό, αντιερεθιστικό και αντιαναιμικό (περιέχει σίδηρο), κατά των κρυολογημάτων και των φλεγμονών του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. Οι βιολογικές τους δράσεις οφείλονται κυρίως στα διάφορα τερπενοειδή.

Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο είναι γενικά χαμηλή και κυμαίνεται μεταξύ 0,05-1%. Τα κύρια συστατικά του αιθέριου ελαίου συνήθως ανήκουν στην κατηγορία των μονοτεπενικών υδρογονανθράκων των φαινολικών συστατικών και των διτερπενίων, με πιο σημαντικά, όσον αφορά την ποιότητα και γενικά τις ιδιότητες του ελαίου, τα τερπενοειδή, τα φλαβονοειδή, τις κουμαρίνες κ.ά.

Πέρα από τα συστατικά που βρίσκονται σε μεγάλη αναλογία φαίνεται πως η σύσταση του αιθέριου ελαίου δεν είναι απόλυτα σταθερή για το κάθε είδος τσαγιού, αλλά μπορεί να παρατηρηθούν μικροδιαφορές που σχετίζονται με τη χρονιά, τον τρόπο συλλογής (κλιματικές συνθήκες), την περιοχή και τον τρόπο ξήρανσης. Σημαντικός παράγοντας ίσως είναι και η γενετική παραλλακτικότητα μέσα στον πληθυσμό κάθε είδους. Τα φυτά του γένους Sideritis εμφανίζουν αντιμικροβιακή δράση, καθώς και ήπια αντιμυκητιακή. Τα αιθέρια έλαια των φυτών του γένους έχουν μυκητοκτόνο και βακτηριοκτόνο δράση, ενώ παρουσιάζουν επίσης σημαντική αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση.

 


Χαμομήλι

Το χαμομήλι Matricaria chamomilla L. είναι φυτό μονοετές, που ανήκει στην οικογένεια Asteraceae (Compositae), με προέλευση Νότιας Ευρώπης. Είναι ένα από τα πιο γνωστά κοσμοπολίτικα φυτά και αυτοφύεται τόσο στην Ελλάδα όσο και σε πολλά άλλα μέρη τoυ κόσμου, αφού αυτοφύεται ως ζιζάνιο των καλλιεργειών.

Στη χώρα μας, είναι ευρύτατα διαδεδομένο καθόσον αυτοφύεται σε χέρσες τοποθεσίες, στις άκρες των δρόμων, στις διαχωριστικές γραμμές των χωραφιών και ως ζιζάνιο σε χειμερινές καλλιέργειες και σε οπωρώνες. Καλλιεργείται σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Κροατία, Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουκρανία, Αίγυπτο, στην Αμερική και σε πολλές άλλες χώρες της εύκρατης ζώνης.

Στην Ελλάδα καλλιεργείται ελάχιστα, τουλάχιστον μέχρι τώρα, και για την κάλυψη της κατανάλωσης εισάγεται από άλλες χώρες. Η καλλιέργεια θα μπορούσε να ενταχθεί σε προγράμματα ενίσχυσης και να ενθαρρυνθεί, αφού η Ελλάδα, ως χώρα, είναι ελλειμματική. Να σημειώσουμε ότι «Chamomilla Bohemica» είναι η παραδοσιακή ονομασία του λουλουδιού του γνήσιου χαμομηλιού που συναντάται στη Βοημία (Τσεχία) και είναι ΠΟΠ.

Περιβάλλον και προσαρμογή καλλιέργειας

Το χαμομήλι ευδοκιμεί καλύτερα σε πεδινές περιοχές με εύκρατο κλίμα (υπάρχουν και ποικιλίες που αντέχουν βαρείς χειμώνες). Προτιμά περιοχές με μέτριο φως, όχι πολύ υψηλές θερμοκρασίες και είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στους ανέμους, κυρίως κατά την ανθοφορία του.

Το χαμομήλι όταν φυτρώσει αντέχει πολύ στις χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα. Η ανάπτυξή του σε σκιερά μέρη αυξάνει την περιεκτικότητά του σε χαμαζουλένιο. Τα καλύτερα εδάφη είναι τα αμμοαργιλώδη, μέτριας γονιμότητας, ουδέτερης οξύτητας (άριστο ρΗ 7), με αρκετή οργανική ουσία.

Είναι φυτό ξηρικό, αλλά η κανονική εδαφική υγρασία ευνοεί την ανάπτυξή του. Μπορεί και εκμεταλλεύεται κατά τον καλύτερο τρόπο την εδαφική υγρασία του χειμώνα και της άνοιξης και καθώς ωριμάζει νωρίς (αρχές έως μέσα Μαΐου) μπορεί να καλλιεργείται χωρίς άρδευση.

Στα αμμώδη εδάφη η ανάπτυξή του περιορίζεται και πολλές φορές από τη μεγάλη ξηρασία δεν προλαβαίνει να ανθίσει. Εξάλλου, εδάφη βαριά με πολλή υγρασία είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια χαμομηλιού. Το χαμομήλι πολλαπλασιάζεται με σπόρο που σπέρνεται απευθείας στο χωράφι.

Καλλιεργητικές πρακτικές και πρακτικές συγκομιδής

Παρόλο που είναι φυτό ξηρικό, μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς άρδευση. Μετά τη σπορά, αν δεν ακολουθήσουν βροχοπτώσεις, η άρδευση είναι πολύ χρήσιμη. Η χρήση λιπάσματος θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν κρίνεται αναγκαίο. Είναι όμως μια καλλιέργεια που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί βιολογικά, καθότι με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η απόδοση και η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, πάνω από το 50% της καλλιέργειας του χαμομηλιού καλλιεργείται βιολογικά.

Η συγκομιδή γίνεται όταν τα άνθη του χαμομηλιού είναι καλά ανοιγμένα, συνήθως τον Μάιο. Αυτό γίνεται 2-3 ημέρες μετά την εμφάνισή τους στις ταξιανθίες. Η συλλογή πρέπει να γίνεται αργά το πρωί, ώστε τα φυτά να είναι απαλλαγμένα από τη δροσιά. Επίσης, δεν πρέπει να συλλέγονται μετά από βροχή, αλλά αφού στεγνώσουν πλήρως.

Η συλλογή λουλουδιών που δεν είναι καλά ανοιγμένα καταστρέφει την ποιότητα του προϊόντος, γιατί στην αποξήρανση αυτά παίρνουν σκούρο χρώμα. Η συγκομιδή γίνεται με εργαλεία, όπως τσουγκράνες – χτένες διάφορων τύπων ή με κατάλληλες μηχανές με ένα ή δύο περάσματα, για την περίπτωση του καλλιεργούμενου χαμομηλιού, και συλλέγονται μόνο οι κεφαλές των ανθέων.

Η ξήρανση γίνεται υπό σκιά, αφού τα κομμένα άνθη τοποθετηθούν πάνω σε δικτυωτά πλαίσια, όπου ανακατεύονται συχνά για να συντομευθεί ο χρόνος της. Για μεγάλες ποσότητες χρησιμοποιούνται ειδικά ξηραντήρια ελεγχόμενης θερμοκρασίας. Η περίοδος ξήρανσης διαρκεί περίπου μία εβδομάδα. Ένα στρέμμα παράγει περίπου 500 kg λουλούδια.

Η απόδοση σε αιθέριο έλαιο των ξηρών κεφαλίδων κυμαίνεται από 0,4% έως 0,10% και αναλόγως της ποικιλίας, του εδάφους και των κλιματικών συνθηκών της χρονιάς, αλλά και της τεχνικής της απόσταξης. Τα βασικά συστατικά που περιέχονται στο αιθέριο έλαιο είναι διάφορα τερπένια (χαμαζουλένιο, μπιζαμπολόλη), φλαβονοειδή (απιγενίνη), φλαβόνες κ.ά.

Χρήσεις

Το μέρος του φυτού που πωλείται ως ξηρή δρόγη ή χρησιμοποιείται για την παραλαβή του αιθέριου ελαίου είναι οι κεφαλίδες του άνθους με βραχύ μίσχο. Το αιθέριο έλαιο του χαμομηλιού χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία, την κοσμετολογία και την αρωματοποιία, καθώς και στη βιομηχανία τροφίμων, στη ζαχαροπλαστική και στην ποτοποιία. Το χαμομήλι χαρακτηρίζεται για την αντιφλεγμονώδη, αντισπασμολυτική, αναλγητική, αντισηπτική, επουλωτική, ηρεμιστική, αντιαλλεργική, αντιοξειδωτική, αντιπυρετική και αντιμικροβιακή δράση του.

Είναι ένα εξαιρετικό ήπιο ηρεμιστικό, χρήσιμο και ασφαλές και για τα παιδιά. Συχνά ανακουφίζει τη δυσπεψία, τη γαστρίτιδα, τον τυμπανισμό και τον πόνο της δυσπεψίας, καθώς θεωρείται ένα από τα καλύτερα ευστόμαχα και αντιφλογιστικά αφεψήματα.

Το χαμομήλι ευδοκιμεί καλύτερα σε πεδινές περιοχές με εύκρατο κλίμα, ενω υπάρχουν και ποικιλίες που αντέχουν βαρείς χειμώνες. Προτιμά περιοχές με μέτριο φως, όχι πολύ υψηλές θερμοκρασίες και είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στους ανέμους, κυρίως κατά την ανθοφορία του.

 

ΓΡΑΦΕΙ: