Ελαιοκομία: Απαιτείται αναθεώρηση της ΚΑΠ για την πράσινη μετάβαση;

Το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι μειωμένες αποδόσεις και η περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές είναι μερικά από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αγρότες και ειδικά οι μικροί παραγωγοί που υιοθετούν βιώσιμες πρακτικές καλλιέργειας

Η ελιά, μία από τις πιο σημαντικές καλλιέργειες της Μεσογείου, καλλιεργείται εκτεταμένα στην περιοχή εδώ και χιλιετίες. Ωστόσο, τα τελευταία 70 χρόνια, ο ελαιοκομικός τομέας έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές ως αποτέλεσμα της εκμηχάνισης και της εκβιομηχάνισης που ξεκίνησαν στη δεκαετία του 1950 και ενισχύθηκαν με τη θέσπιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν ευρύτερες κοινωνικές τάσεις και πολιτικές που έχουν επηρεάσει την καλλιέργεια της ελιάς, με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος, τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

της Δρος Λίτσας Λιόπα-Τσακαλίδη, αναπληρώτριας καθηγήτριας, Τμήμα Γεωπονίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

Η νέα μεταρρύθμιση της ΚΑΠ (2023-2027) θέτει τα πιο φιλόδοξα έως τώρα περιβαλλοντικά βιώσιμα κριτήρια. Εισάγει μέτρα όπως ενισχυμένες προϋποθέσεις, Οικολογικά Σχήματα και πληρωμές για γεωργοπεριβαλλοντικές και κλιματικές δεσμεύσεις, σηματοδοτώντας μια στροφή προς πιο φιλικές προς το περιβάλλον γεωργικές πρακτικές. Αυτή η μεταρρύθμιση ευθυγραμμίζεται με την αυξανόμενη ζήτηση για μια γεωργία που βασίζεται περισσότερο στη φύση και είναι φιλική προς το κλίμα και το περιβάλλον, καθώς οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο ευαισθητοποιημένοι σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εντατικής γεωργίας και αναζητούν πιο υγιεινά και φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα.

Εντατικό μοντέλο

Παραδοσιακά, η καλλιέργεια της ελιάς αποτελούσε μέρος ενός ποικιλόμορφου γεωργικού συστήματος που περιλάμβανε λιβάδια και οπωροφόρα δέντρα, συμβάλλοντας σημαντικά στη συνολική βιοποικιλότητα του τοπίου. Ωστόσο, η μετάβαση στην εντατική καλλιέργεια με αυξημένη μηχανοποίηση, συχνό όργωμα και έντονη χρήση χημικών έφερε αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Αυτές έχουν οδηγήσει σε απώλεια υπηρεσιών οικοσυστήματος, διάβρωση του εδάφους, υποβάθμιση της γονιμότητας, μόλυνση των υπόγειων υδάτων και διακοπή των φυσικών βιογεωχημικών κύκλων.

Αυτή η υποβάθμιση έχει ανησυχήσει τους αγρότες, τους ερευνητές και τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής. Η στήριξη των αγροτών, των μικρών παραγωγών και των συνεταιριστικών σχημάτων, η προώθηση δίκαιων αγορών και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ομαλή μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο και φιλικό προς το περιβάλλον μέλλον για την ελαιοκαλλιέργεια.

Βιώσιμες πρακτικές

Για την αντιμετώπιση αυτών των ανησυχιών, η νέα ΚΑΠ προωθεί βιώσιμες γεωργικές πρακτικές. Εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, τις Στρατηγικές «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» και «Βιοποικιλότητα 2030», υποστηρίζει πρακτικές όπως η αμειψισπορά, η πράσινη λίπανση και η δημιουργία οικολογικής υποδομής. Αυτές οι στρατηγικές έχουν ως στόχο την υποστήριξη του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, την προσαρμογή στις περιβαλλοντικές αλλαγές, την αποτελεσματική διαχείριση των φυσικών πόρων και τη βελτίωση των υπηρεσιών οικοσυστήματος. Η προσέγγιση αυτή ενθαρρύνει την υιοθέτηση βιώσιμων μεθόδων καλλιέργειας, συνδέοντας τις επιδοτήσεις με την υιοθέτηση φιλικών προς το περιβάλλον πρακτικών από τους αγρότες και από τα συνεταιριστικά σχήματα.

Η ΚΑΠ θα πρέπει να προσφέρει περισσότερα οικονομικά κίνητρα για την αντιστάθμιση του αυξημένου κόστους, οικονομική στήριξη για την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, προγράμματα κατάρτισης, τεχνική βοήθεια και βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά, με δίκαιες τιμές για βιώσιμα προϊόντα ελιάς

Ενώ τα περιβαλλοντικά μέσα θεσπίστηκαν με τις μεταρρυθμίσεις της ΚΑΠ του 1999 και του 2003, η μεταρρύθμιση του 2014 ενίσχυσε σημαντικά αυτήν τη δέσμευση. Αυτό οδήγησε σε μια πιο ουσιαστική στροφή προς μια κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική βιωσιμότητα στη γεωργία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νέα ΚΑΠ

Η ΚAΠ, με την τελευταία της μεταρρύθμιση, εστιάζει στην ενίσχυση της γεωργικής ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας, θέτοντας τη βιολογική γεωργία ως βασική στρατηγική για τους αγρότες. Η τελευταία, για παράδειγμα, προωθώντας πρακτικές που μειώνουν την εξάρτηση από τα φυτοφάρμακα και τα χημικά λιπάσματα, συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και στην προώθηση της βιοποικιλότητας.

Ωστόσο, παρά τα οφέλη της βιολογικής γεωργίας, αυτή καλύπτει ακόμα ένα μικρό κομμάτι της γεωργικής γης, υποδηλώνοντας την ανάγκη για ευρύτερη υιοθέτηση. Η ευαισθητοποίηση σχετικά με τις αγροοικολογικές πρακτικές και τις περιφερειακές ιστορικές στρατηγικές καλλιέργειας μπορεί να βοηθήσει τους αγρότες να συμμορφωθούν με τους στόχους της ΚΑΠ, ενώ, παράλληλα, θα ενισχύσει τα γεωργικά οικοσυστήματα με λογικό κόστος. Αυτή η συμπεριληπτική προσέγγιση υπογραμμίζει τη σημασία της δημόσιας συμμετοχής και του ρόλου όλων των ενδιαφερόμενων μερών –παραγωγών, καταναλωτών, νομοθετών και ευρύτερου κοινού– στην εξασφάλιση της επιτυχίας αυτών των πρωτοβουλιών οικονομικής, περιβαλλοντικής και κοινωνικής βιωσιμότητας.

Τελικά, η προσέγγιση αυτή τονίζει ότι ένα πιο βιώσιμο μέλλον για την ευρωπαϊκή γεωργία απαιτεί συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών, σαφή κατανόηση της προστασίας του περιβάλλοντος και υιοθέτηση τόσο σύγχρονων όσο και παραδοσιακών γεωργικών πρακτικών. Ακολουθώντας αυτές τις αρχές, η βιολογική καλλιέργεια μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο πράσινο, πιο ανθεκτικό αγροτικό τοπίο.

Προκλήσεις

Οι αγρότες και ειδικά οι μικροί παραγωγοί που υιοθετούν βιώσιμες πρακτικές καλλιέργειας ελιάς στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ αντιμετωπίζουν μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις, όπως αυξημένο κόστος παραγωγής, μειωμένες αποδόσεις και περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές. Από περιβαλλοντική σκοπιά, η κακή διαχείριση μπορεί να προκαλέσει διάβρωση του εδάφους και υπερβολική χρήση των υδάτινων πόρων. Κοινωνικά, η υιοθέτηση βιώσιμων μεθόδων καλλιέργειας απαιτεί την ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων από τους αγρότες, ενέχει όμως και τον κίνδυνο κοινωνικής απομόνωσης.

Για να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση στη βιώσιμη καλλιέργεια ελιάς, είναι απαραίτητη η στήριξη των αγροτών και των συνεταιρισμών. Αυτό απαιτεί μια αναθεωρημένη ΚΑΠ με μια πολυδιάστατη προσέγγιση που να περιλαμβάνει περισσότερα οικονομικά κίνητρα για την αντιστάθμιση του αυξημένου κόστους των οργανικών υλικών και των απωλειών της παραγωγής.

Επιπλέον, η ΚΑΠ θα πρέπει να προσφέρει οικονομική στήριξη για την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, προγράμματα κατάρτισης, τεχνική βοήθεια και βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά με δίκαιες τιμές για βιώσιμα προϊόντα ελιάς. Αυτά τα μέτρα είναι ζωτικής σημασίας για την ενθάρρυνση περισσότερων αγροτών να υιοθετήσουν βιώσιμες πρακτικές, διασφαλίζοντας παράλληλα την κοινωνική και οικονομική τους ευημερία.