Η πράσινη μετάβαση διχάζει τη Δανία – Κατάργηση του υπουργείου Γεωργίας και «μάχη» για άζωτο και φυτοπροστατευτικά

Σε μια αλλαγή με ισχυρό συμβολισμό για τον αγροτικό κόσμο προχώρησε η Δανία, καθώς για πρώτη φορά εδώ και 130 χρόνια – σύμφωνα με όσα μεταδίδουν τα διεθνή ΜΜΕ – δεν θα διαθέτει πλέον αυτοτελές υπουργείο Γεωργίας. Η νέα κυβέρνηση κατάργησε το υπουργείο Τροφίμων, Γεωργίας και Αλιείας και μοίρασε τις αρμοδιότητές του σε πέντε διαφορετικά υπουργεία, με το μεγαλύτερο μέρος να περνά στο νέο υπουργείο Φύσης και Ευζωίας των Ζώων.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη δανική γεωργία, καθώς η χώρα επιχειρεί να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση και να εφαρμόσει ένα από τα πιο φιλόδοξα περιβαλλοντικά σχέδια στην Ευρώπη. Οι νέοι κανόνες για το άζωτο και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα έχουν ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στους παραγωγούς, ενώ η κατάργηση του αυτοτελούς υπουργικού χαρτοφυλακίου εντείνει τον προβληματισμό για τη θέση της γεωργίας στις κυβερνητικές προτεραιότητες.
Η κατάργηση του υπουργείου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το υπουργείο Γεωργίας της Δανίας δημιουργήθηκε το 1896. Πλέον, οι αρμοδιότητες που αφορούν τη γεωργία, την αλιεία και τα τρόφιμα κατανέμονται σε διαφορετικά χαρτοφυλάκια. Το υπουργείο Φύσης και Ευζωίας των Ζώων αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος τους, ενώ θέματα όπως η αλιεία, η ασφάλεια τροφίμων και η αποζημίωση των εκτροφέων βιζόν μεταφέρονται σε άλλα υπουργεία.
Η μεγαλύτερη αγροτική οργάνωση της χώρας, Landbrug & Fødevarer (L&F), εκφράζει την ανησυχία της για τη νέα διοικητική δομή. Όπως επισημαίνει, οι αλλαγές αρμοδιοτήτων είναι αναμενόμενες όταν σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, ωστόσο θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή τους, ώστε να μη μεταφραστούν σε περισσότερη γραφειοκρατία και λιγότερη δράση.
Σκληραίνει το πλαίσιο για το άζωτο
Την ίδια ώρα, οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο καθεστώς για τις απώλειες αζώτου, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 2027.
Το νέο σύστημα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι επιπτώσεις της γεωργικής δραστηριότητας. Αντί η ρύθμιση να βασίζεται κυρίως στην ποσότητα λιπάσματος που εφαρμόζεται στα χωράφια, θα λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα αζώτου που καταλήγει τελικά στα υδάτινα οικοσυστήματα, μέσω ετήσιων ορίων εκπομπών και βασικών ορίων έκπλυσης.
Η κυβέρνηση θεωρεί το μέτρο απαραίτητο για τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων και την τήρηση των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών υποχρεώσεων. Για την προσαρμογή των παραγωγών προβλέπονται, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις ύψους 1,23 δισ. δανικών κορωνών για το 2027.
Οι αγρότες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι ο χρόνος προσαρμογής είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Όπως επισημαίνουν, οι καλλιέργειες που σπέρνονται ήδη επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα συμμόρφωσης με τους νέους κανόνες από την αρχή του επόμενου έτους.
Νέο μέτωπο με τα φυτοπροστατευτικά
Παράλληλα, η κυβέρνηση προωθεί εθνική απαγόρευση της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε ευάλωτες περιοχές τροφοδοσίας των υπόγειων υδάτων. Στόχος είναι να κατατεθεί σχετική νομοθετική πρόταση εντός του 2026.
Η L&F αντιδρά, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν ήδη διαθέσιμα εργαλεία για την προστασία των υπόγειων υδάτων. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η χαρτογράφηση των περιοχών που θα καλύπτονται από την απαγόρευση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και ζητά σαφείς προβλέψεις για τις αποζημιώσεις των παραγωγών.
Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν στις 31 Αυγούστου στην Οντένσε, όπου περισσότεροι από 4.500 αγρότες και εκπρόσωποι επιχειρήσεων του αγροδιατροφικού τομέα συγκεντρώθηκαν έπειτα από κάλεσμα της L&F, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη νέα κατεύθυνση της αγροτικής πολιτικής.
Δοκιμάζεται η «πράσινη» συμφωνία
Η σύγκρουση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δοκιμάζει τη συναίνεση που είχε επιτευχθεί το 2024 με τη συμφωνία «Πράσινη Δανία». Η συμφωνία είχε φέρει στο ίδιο τραπέζι κυβέρνηση, αγρότες, βιομηχανία και περιβαλλοντικές οργανώσεις, με κοινό στόχο τη μετάβαση της δανικής γεωργίας σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο.
Η νέα πραγματικότητα δείχνει, ωστόσο, ότι η μετάβαση από τη συμφωνία στην εφαρμογή των μέτρων είναι πολύ πιο δύσκολη. Για τους παραγωγούς, οι νέοι περιβαλλοντικοί κανόνες μεταφράζονται σε συγκεκριμένους περιορισμούς στην παραγωγή και αυξημένη αβεβαιότητα για το κόστος και το μέλλον των εκμεταλλεύσεών τους.








