«Κρατά γερά» το πλεονέκτημά της η ΕΕ στο διεθνές αγροδιατροφικό εμπόριο

Η ΕΕ κατάφερε και το 2025 να διατηρήσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα στο διεθνές εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων, παρά τις έντονες πιέσεις που προέρχονται από τις υψηλότερες τιμές εισαγωγών, οι οποίες και περιορίζουν το εμπορικό πλεόνασμα. Με βάση τα νεότερα στοιχεία της Κομισιόν για την εξέλιξη του αγροδιατροφικού εμπορίου το 2025, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές ανήλθαν σε νέο επίπεδο ρεκόρ, στα 238,4 δισ. ευρώ (+1,2 % από την προηγούμενη χρονιά) ενισχύοντας τη θέση της ως μεγαλύτερο εξαγωγέα αγροδιατροφικών προϊόντων παγκοσμίως. Η ΕΕ, μάλιστα, ήταν η μόνη από τις πέντε κορυφαίες χώρες/περιοχές στον τομέα που αύξησε την αξία των εξαγωγών της, εν αντιθέσει με τις επιδόσεις των υπολοίπων τεσσάρων κρατών, που κατέγραψαν μειώσεις (ΗΠΑ -7%, Βραζιλία -1%, Κίνα -3% και Καναδά -6%) αναδεικνύοντας την ανθεκτικότητα του τομέα της Γηραιάς Ηπείρου, παρά τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το εμπόριο την τελευταία περίοδο.
Αυξημένες, όμως, ήταν και οι εισαγωγές την ίδια χρονιά, με την αξία τους να ανέρχεται στα 188,6 δισ. ευρώ (+9% από την προηγούμενη χρονιά) και την Κοινότητα να παραμένει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας στην κατηγορία. Η άνοδος των εισαγωγών, αποδόθηκε περισσότερο στις σαφώς υψηλότερες τιμές που είχαν ο καφές και το κακάο και λιγότερο σε εκείνες των φρούτων και ξηρών καρπών. Τα δεδομένα αυτά, περιόρισαν το πλεόνασμα του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού εμπορίου της ΕΕ, στα 49,9 δισ. ευρώ, χωρίς ωστόσο, να το «θέτουν υπό αμφισβήτηση» καθώς αυτό παραμένει κατά 4 φορές υψηλότερο από το 2002, με την ΕΕ να χαρακτηρίζεται «καθαρός εξαγωγέας» στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων. Το εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων αντιπροσώπευε το 9% των συνολικών ευρωπαϊκών εξαγωγών και το 7,5% των εισαγωγών, αλλά και το 37% του συνολικού ευρωπαϊκού πλεονάσματος το 2025.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το 61% των εξαγωγών και το 57% των εισαγωγών της ΕΕ το 2025 πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία τους για την ευρωπαϊκή εξωστρέφεια. Με την ΕΕ να έχει διευρύνει το δίκτυό των συμφωνιών της κατά την τελευταία εικοσαετία, το εμπόριο ενισχύθηκε ταχύτερα με αυτούς τους εταίρους, σημειώνει η Κομισιόν στην ανάλυσή της.
Εξαγωγές: Διατηρείται η σταθερή παρουσία στις διεθνείς αγορές
Το 2025 οι εξαγωγές της ΕΕ παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, με μηνιαίες τιμές γύρω στα 19-20 δισ. ευρώ κατά μέσο όρο, ενώ η αξία τους αυξήθηκε περίπου 1% σε σχέση με το 2024. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, η αξία τους παρέμεινε σε επίπεδα υψηλότερα του 2024, με εξαίρεση μόνο τους μήνες Αύγουστο και Νοέμβριο. Οι εξαγωγικές τιμές παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά τη διάρκεια του έτους, το ίδιο και οι όγκοι, παρά τα σκαμπανεβάσματα, σε σχέση με το 2024. Στα επιμέρους, η ανοδική τάση των τιμών καταγράφηκε κυρίως σε προϊόντα υψηλής αξίας, όπως γαλακτοκομικά, καφές, κακάο και προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Οι εξαγωγές δημητριακών παρουσίασαν πτώση λόγω μειωμένων όγκων, ενώ, αντίθετα, οι εξαγωγές γαλακτοκομικών και προϊόντων ζαχαροπλαστικής ενισχύθηκαν.
Τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και η βόρεια Αμερική παρέμειναν κύριοι αποδέκτες των ευρωπαϊκών εξαγωγών, αντιπροσωπεύοντας το 32% και 14% της αξίας αντίστοιχα, ωστόσο, η ΕΕ εξακολουθεί να εξάγει σε διάφορους προορισμούς.
Ανά χώρα, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο σημαντικότερος προορισμός αντιπροσωπεύοντας το 23% των εξαγωγών, παρουσιάζοντας ελαφρά αύξηση +3% , ενώ δεύτερες παρέμειναν οι ΗΠΑ, με μείωση 6% όμως, που αποδίδεται στις μειώσεις των εξαγωγών κρασιού αλλά και τις χαμηλότερες τιμές σε ελιές και ελαιόλαδο. Αύξηση, κατά 16%, κατέγραψαν οι εξαγωγές προς Τουρκία και κατά 18% προς Ουκρανία, συνεχίζοντας την ανοδική τους τάση.
Οι χώρες της Μέσης Ανατολής κατέγραψαν μικρή αλλά σημαντική αύξηση, κυρίως λόγω ζήτησης για γαλακτοκομικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, σημειώνεται. Αντίθετα, οι εξαγωγές προς την Κίνα υποχώρησαν, κυρίως λόγω μείωσης της ζήτησης για σιτηρά και διακυμάνσεων στις διεθνείς τιμές πρώτων υλών. Παράλληλα, οι αναδυόμενες αγορές στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική δείχνουν σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, προσφέροντας ευκαιρίες διαφοροποίησης των αγορών και μείωσης των κινδύνων από υπερβολική εξάρτηση σε συγκεκριμένες περιοχές.
Εισαγωγές: Με την καθοδήγηση των υψηλότερων τιμών η άνοδος
Με τις τιμές να αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 10%, οι εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ κατέγραψαν νέο ιστορικό υψηλό μετά από εκείνο του 2024. Κύρια αιτία ήταν οι τιμές σε κακάο και καφέ, που ανέβασαν αισθητά την συνολική αξία των εισαγωγών. Έτσι, το 2025 η ΕΕ έγινε η μεγαλύτερη εισαγωγέας ειδών αγροδιατροφής παγκοσμίως εκτοπίζοντας άλλους παίκτες, όπως οι ΗΠΑ (που κατέγραψαν μείωση στην αξία των εισαγωγών κατά 4%), η Κίνα (με μείωση κατά 9%). Και το Ην. Βασίλειο κατέγραψε άνοδο στην αξία των εισαγωγών κατά 4% ενω η Ιαπωνία παρέμεινε σταθερή. Δεδομένων των παραπάνω, οι εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ, αύξησαν το μερίδιό τους σε 7,5% επί του συνόλου των ευρωπαϊκών εισαγωγών, έναντι του 7% που ήταν το 2024.
Ανά περιοχή προέλευσης, το 15% της αξίας των ευρωπαϊκών εισαγωγών προήλθε από χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, το 13% από τα κράτη της Μερκοσούρ, ένα 12% από τους ανατολικούς γείτονες, τα δυτικά Βαλκάνια και την Τουρκία και το 10% από την Νοτιοανατολική Ασία.
Ανάλυση ανά κατηγορία προϊόντος
Δημητριακά και άλευρα (11% των αγροδιατροφικών εξαγωγών), γαλακτοκομικά (9%), κρασί και προϊόντα με βάση το κρασί (7%), παρασκευάσματα τροφίμων και συστατικά (7%) και προϊόντα ζαχαροπλαστικής και σοκολάτες (6%) ήταν οι σημαντικότερες κατηγορίες εξαγωγών προϊόντων το 2025. Ωστόσο, η εικόνα του αγροδιατροφικού εμπορίου της ΕΕ διαφοροποιούνταν σημαντικά ανά κατηγορία προϊόντος, την ίδια χρονιά:
• Καφές, κακάο και μπαχαρικά: Οι υψηλές διεθνείς τιμές αύξησαν τόσο τις εξαγωγές (+2%) όσο και τις εισαγωγές (+37%), με την ΕΕ να παραμένει κορυφαίος επεξεργαστής και εξαγωγέας, καλύπτοντας σημαντικό μέρος των αναγκών της διεθνούς αγοράς.
• Γαλακτοκομικά: Σταθερή ζήτηση από διεθνείς αγορές ενίσχυσε τις εξαγωγές (+6%), με τα τυριά και το βούτυρο να αποτελούν ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.
• Βόειο και μοσχαρίσιο κρέας: Σχετικά σταθερή παρέμεινε η αξία των εξαγωγών με τις υψηλότερες τιμές να αντισταθμίζουν τους κατά 20% χαμηλότερους όγκους. Ανοδικά, αντίθετα κινήθηκαν οι εισαγωγές στην κατηγορία (+17% σε όγκο και +9% σε αξία), με τις εισαγωγές από τα κράτη της Μερκοσούρ να αυξάνονται κατά 37% σε αξία και κατά 28% εκείνες από το Ην. Βασίλειο.
• Δημητριακά, ελαιούχα και πρωτεϊνούχα: Υποχώρηση των όγκων εξαγωγής οδήγησε σε περιορισμένο πλεόνασμα για αυτή την κατηγορία, κυρίως λόγω χαμηλότερης παραγωγής σε ορισμένα κράτη-μέλη. Χαμηλότερες τιμές παρά την αύξηση των όγκων (+3%), προκάλεσαν τη μεγαλύτερη μείωση στην αξία των εισαγωγών σε ότι αφορά τα προϊόντα ελαιούχων και πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, τα οποία, ωστόσο, παρέμειναν η τρίτη σημαντικότερη κατηγορία εισαγωγών.
• Ζαχαροπλαστική και σοκολάτα: Σημαντική ανάπτυξη εξαγωγών προς Ην. Βασίλειο και Ελβετία, με ιδιαίτερη έμφαση σε premium προϊόντα, ενισχύοντας την αξία του εμπορίου.
• Φρούτα και ξηροί καρποί: Αύξηση των τιμών οδήγησε σε υψηλότερη αξία εισαγωγών, διατηρώντας τα προϊόντα αυτά στη δεύτερη θέση από άποψη εισαγωγών, ενώ και οι εξαγωγές διατηρήθηκαν ισχυρές προς αγορές που αναζητούν υψηλής ποιότητας προϊόντα.
• Κρασί και Λάδι: Τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση σε αξία, κατέγραψαν οι εξαγωγές κρασιού, οδηγούμενες κυρίως από τη μείωση προς την αγορά των ΗΠΑ, ενώ είχαν απώλειες και σε άλλες αγορές, με εξαίρεση την Υποσαχάρια Αφρική (+14%) και την Ωκεανία (11%). Παρά την αύξηση των όγκων, τη μεγαλύτερη μείωση κατέγραψαν οι εξαγωγές ελαιολάδου και ελιών (-16% σε αξία), την ίδια χρονιά, λόγω της επαναφοράς των τιμών στα επίπεδα προ της περιόδου 2023-2024, ενώ μείωση κατέγραψε και η αξία των εισαγωγών με την ίδια αιτία και ταυτόχρονη μείωση των όγκων κατά 4% στο ελαιόλαδο και κατά 19% στο επιτραπέζιο προϊόν.
Η ανάλυση ανά προϊόν, πάντως, δείχνει ότι οι εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας παραμένουν η κινητήριος δύναμη για το ευρωπαϊκό εμπόριο, ενώ τα προϊόντα με κρίσιμους όγκους, όπως τα δημητριακά, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες προκλήσεις λόγω διακυμάνσεων στις τιμές και την παραγωγή.
Σταθερή εξαγωγική δύναμη η ΕΕ παρά τη διεθνή μεταβλητότητα
Παρά την αύξηση των εισαγωγών, η ΕΕ διατήρησε ισχυρό εμπορικό πλεόνασμα περίπου 46 δισ. ευρώ μέχρι τον Νοέμβριο του 2025. Το πλεόνασμα αυτό είναι χαμηλότερο από το προηγούμενο έτος, λόγω της ανόδου των τιμών εισαγόμενων προϊόντων, αλλά παραμένει ένδειξη της ισχυρής ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων, με την Κοινότητα να παραμένει καθαρός εξαγωγέας στις περισσότερες κατηγορίες.

Τα υψηλότερα εμπορικά πλεονάσματα ανταποκρίνονται στις πιο σημαντικές εξαγωγικές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων των δημητριακών και αλεύρων, των γαλακτοκομικών και του κρασιού και των προϊόντων κρασιού, ενώ έλλειμμα εντοπίζεται μόνο στις κατηγορίες των καφέ, κακάο, τσαγιού και μπαχαρικών, φρούτων και ξηρών καρπών και ελαιούχων και πρωτεϊνούχων προϊόντων.
Με βάση του εμπορικούς εταίρους -που έχουν ένα σχετικό ενδιαφέρον- βάσει των εμπορικών εξελίξεων, το εμπορικό πλεόνασμα με τη βόρεια Αμερική μειώθηκε κατά 4,6 δισ. ευρώ το 2025, κυρίως λόγω των μικρότερων εξαγωγών προς ΗΠΑ και αντίστροφα των μεγαλύτερων εισαγωγών από ΗΠΑ και Καναδά. Αντίστοιχα, με τις χώρες της Μερκοσούρ το ευρωπαϊκό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 1,3 δισ. λόγω υψηλότερων τιμών στον καφέ και των εισαγωγών βόειου κρέατος, παρότι μειώθηκαν οι τιμές των εισαγωγών ελαιούχων σπόρων.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο προκύπτει από την ανάλυση της Κομισιόν σε ότι αφορά το εμπόριο στο πλαίσιο Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου που έχει συνάψει η ΕΕ από το 2002 ως το 2025. Ως το 2020, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αναπτύσσονταν με τον ίδιο σχετικά ρυθμό ανεξαρτήτως αν επρόκειτο για προορισμό όπου υπήρχε εμπορική συμφωνία. Ωστόσο, από το 2020 κι έπειτα, οι εξαγωγές προς χώρες όπου υπήρχε εμπορική συμφωνία άρχισαν να αναπτύσσονται ταχύτερα, αναφέρει η ανάλυση.









