Κρεμμύδι: Οι χαμηλές τιμές φρενάρουν τις σπορές – Ολοκληρώνεται η συγκομιδή της προηγούμενης παραγωγής

Σε τροχιά προετοιμασίας για τη νέα καλλιεργητική περίοδο βρίσκεται το χειμωνιάτικο κρεμμύδι, με τους παραγωγούς να οργανώνουν τα χωράφια τους και να περιμένουν τις πρώτες βροχοπτώσεις, προκειμένου να ξεκινήσουν τη σπορά.
Ωστόσο, το υψηλό κόστος παραγωγής και, κυρίως, οι χαμηλές τιμές που επικρατούν στην αγορά δημιουργούν προβληματισμό και οδηγούν αρκετούς καλλιεργητές στον περιορισμό των εκτάσεών τους.
Η καλλιέργεια του χειμωνιάτικου κρεμμυδιού πραγματοποιείται κυρίως σε περιοχές με ήπιες καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δίνει τη δυνατότητα στους παραγωγούς να πραγματοποιούν ακόμη και δύο καλλιέργειες τον χρόνο, συμβάλλοντας στην κάλυψη των αναγκών της αγοράς.
Την ίδια ώρα, ολοκληρώνεται η συγκομιδή της προηγούμενης παραγωγής, η οποία αποθηκεύεται σε ψυκτικούς θαλάμους, ώστε να διατηρηθεί και να τροφοδοτεί την αγορά μέχρι και τον Απρίλιο. Παρά τη σημαντική παραγωγική δραστηριότητα, όμως, η πορεία των τιμών παραγωγού δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας.
Η σημαντική υποχώρηση των τιμών κατά τη διάρκεια της φετινής περιόδου αποτελεί βασικό παράγοντα προβληματισμού για τους παραγωγούς, καθώς το κόστος καλλιέργειας παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Για τους μικρούς και μεσαίους καλλιεργητές, το οικονομικό βάρος είναι ακόμη μεγαλύτερο, ενώ το ρίσκο αυξάνεται όσο οι τιμές παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα.
Θήβα: Μείωση εκτάσεων κατά 20%
Όπως αναφέρει ο Λουκάς Παπαδημητρίου, παραγωγός από τη Θήβα, η σπορά του κρεμμυδιού αναμένεται να ξεκινήσει στα τέλη Σεπτεμβρίου. «Το μεγαλύτερο ποσοστό των χωραφιών στα οποία θα καλλιεργήσω κρεμμύδια έχει ήδη οργωθεί και αναμένω τις βροχοπτώσεις για να ξεκινήσω την προετοιμασία της σποροκλίνης», σημειώνει.
Ο ίδιος εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματισμένος για την εξέλιξη της καλλιέργειας, κυρίως λόγω των τιμών, οι οποίες παραμένουν καθηλωμένες σε χαμηλά επίπεδα. Για τον λόγο αυτό, όπως εξηγεί, προχωρά σε περιορισμό των καλλιεργούμενων εκτάσεων.
«Από τα στρέμματα που καλλιεργώ, θα μειώσω κατά περίπου 20% την έκταση, λόγω της αβεβαιότητας που παρουσιάζει το προϊόν, αλλά και για να περιορίσω το ρίσκο. Πρόκειται για μια καλλιέργεια με υψηλό κόστος παραγωγής. Για κάθε στρέμμα δαπανούμε περίπου 1.000 ευρώ και δεν ξέρουμε αν αυτά τα χρήματα θα τα πάρουμε πίσω από την παραγωγή».
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το κόστος του πολλαπλασιαστικού υλικού. Σύμφωνα με τον παραγωγό, το ένα κιλό σπόρου κοστίζει περίπου 800 ευρώ, ενώ για ένα στρέμμα απαιτούνται περίπου 350 γραμμάρια. Με δεδομένο, μάλιστα, το αυξημένο κόστος των υπόλοιπων εισροών, η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη εντονότερη, ενώ οι τιμές παραγωγού για την τρέχουσα περίοδο κινούνται περίπου στα 20-25 λεπτά το κιλό.
Λάρισα: Η ποιότητα παραμένει το «διαβατήριο»
Από την πλευρά του, ο Βαγγέλης Φλώρος, παραγωγός κρεμμυδιών από τα Φάρσαλα, εστιάζει τόσο στο κόστος παραγωγής όσο και στις συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά.
Ο ίδιος δραστηριοποιείται εδώ και χρόνια στην καλλιέργεια του κρεμμυδιού και έχει καταφέρει να δημιουργήσει τη δική του αγορά, επενδύοντας στην ποιότητα της παραγωγής. Όπως επισημαίνει, «η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται από αυξημένες αποδόσεις και μεγαλύτερες παραγωγές, γεγονός που εντείνει την πίεση στην αγορά».
Παράλληλα, στην καλλιέργεια έχουν εισέλθει νέοι παραγωγοί, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία τόσο στην παραγωγή όσο και στην εμπορία του προϊόντος. Η εξέλιξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να εντείνεται ο ανταγωνισμός και αρκετοί παραγωγοί να δυσκολεύονται να διαθέσουν την παραγωγή τους.
Ο κ. Φλώρος, παρά τις διακυμάνσεις της αγοράς, δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει την καλλιέργεια, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιότητα. Για τον ίδιο, η ποιότητα αποτελεί το βασικό «διαβατήριο» τόσο για το άνοιγμα νέων αγορών όσο και για τη διατήρηση της παρουσίας του προϊόντος σε αυτές.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο ζήτημα των ασθενειών, η αντιμετώπιση των οποίων ήταν δύσκολη την προηγούμενη χρονιά. Εκτιμά, μάλιστα, ότι «οι όψιμες σπορές παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τις πρώιμες φθινοπωρινές».








