Λωτός: Η έλλειψη μάρκετινγκ μειώνει το ενδιαφέρον των παραγωγών

Στη φάση ολοκλήρωσης της συλλογής βρίσκονται οι λωτοί. Φρούτα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να έχουν πάρει τη θέση που τους αξίζει στη διατροφή των ανθρώπων. Μπορεί το μυαλό μας να πάει στη Χώρα των Λωτοφάγων, πρακτικά όμως συμβαίνει το αντίθετο, γιατί όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί ενισχύει τη μνήμη περισσότερο. Εκείνο όμως που του λείπει είναι το σχετικό μάρκετινγκ στην προώθησή του και για αυτόν τον λόγο οι παραγωγοί το έχουν ως δευτερεύουσα παραγωγή, με ελάχιστα καλλιεργούμενα στρέμματα στη χώρα.

Ο Πέτρος Γατσός, από την Αριδαία Πέλλας, υποστηρίζει ότι με ένα έως δύο ραντίσματα τον χρόνο μπορεί να καλύψει την παραγωγή και την προστασία των φυτών από εχθρούς και ασθένειες. «Έχουμε στα χέρια μας ένα προϊόν με μικρότερη επιβάρυνση από αγροχημικά, σε σύγκριση με άλλα φρούτα», ισχυρίζεται ο κ. Γατσιός και επιμένει ότι «δεν έχει δοθεί η αντίστοιχη προσοχή από όλους τους εμπλεκόμενους στην παραγωγική διαδικασία, ώστε να ενισχυθεί η κατανάλωση του προϊόντος, με αποτέλεσμα και εμείς να μην αυξάνουμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις».

Αναφερόμενος στο θέμα των αποδόσεων, εκτιμά ότι πρόκειται για μία καλλιέργεια που σε πλήρη παραγωγή των φυτών «μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τους 4 με 5 τόνους το στρέμμα, ανάλογα με τις εδαφοκλιματολογικές συνθήκες, αλλά και την περιποίηση από τον παραγωγό».

Σε ό,τι αφορά το θέμα των τιμών, για την τρέχουσα περίοδο, αυτές κυμαίνονται γύρω στα 25 με 30 λεπτά το κιλό, ανάλογα με την ποιότητα. «Η φετινή χρονιά είναι δύσκολη, όχι μόνο για τους λωτούς, αλλά γενικότερα για τα φρούτα. Η ζήτηση του προϊόντος δείχνει να είναι μειωμένη και για τον λόγο αυτόν έχουμε και τις αντίστοιχες τιμές».

Απαιτήσεις σε νερό και λιπάσματα

Για αδικημένο προϊόν κάνει λόγο και ο Σάββας Παστόπουλος, γεωπόνος από τον Νέο Μυλότοπο Ημαθίας. Υπολογίζει ότι στην ευρύτερη περιοχή καλλιεργούνται πάνω από 1.000 στρέμματα και από τους παραγωγούς που ασχολούνται με τη δενδροκομία έχουν τον λωτό ως δευτερεύουσα καλλιέργεια.

«Πρόκειται για ένα προϊόν με υψηλή διατροφική αξία, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για νωπή κατανάλωση περισσότερο, αλλά και στον τομέα της μεταποίησης. Μετασυλλεκτικά μπορεί να αντέχει από δύο έως τρεις μήνες στο ψυγείο, ώστε εμπορικά να είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμο», λέει ο κ. Παστόπουλος.

Αναφερόμενος στην τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, κάνει λόγο για καλή ποιότητα, όπως επίσης και καλές στρεμματικές αποδόσεις. «Μπορεί ως φυτό να παρενιαυτοφορεί, όμως με τη σωστή διαχείριση μπορεί να έχει στρεμματικές αποδόσεις που να ξεπερνούν ακόμη και τους 5 τόνους.

Τα προβλήματα με τα παθογόνα είναι ελάχιστα, μέσα από μία σύγχρονη φυτοπροστατευτική διαχείριση μπορούν να ελεγχθούν οι εχθροί και οι ασθένειες, χωρίς σημαντικό κόστος», υποστηρίζει ο ίδιος. Αναφερόμενος στο κόστος παραγωγής, είπε ότι είναι ιδιαίτερα αυξημένο λόγω των αναγκών σε μονάδες λίπανσης, όπως επίσης και τα πολλά ποτίσματα που ξεκινούν από τα τέλη Μαΐου.

Θέλει λιγότερες φροντίδες από άλλα καρποφόρα

Συγκρίνοντάς το με άλλα καρποφόρα δέντρα, όπως το ροδάκινο και το κεράσι, τα οποία ευδοκιμούν στην περιοχή του Κιλκίς, ο Γιάννης Ιωαννίδης, παραγωγός από τον Άγιο Πέτρο, κάνει λόγο για μία καλλιέργεια με λιγότερες φροντίδες.

Στα αρνητικά αναφέρει την ευαισθησία των φυτών «σε εδάφη που κρατάνε τα νερά», κάτι το οποίο συνάντησε και ο ίδιος. Υποστηρίζει όμως ότι η διατροφική του αξία είναι μεγάλη, αλλά και οι δυνατότητες προσαρμογής που έχει ως φυτό στην τοπική παραγωγή. «Μπορούμε να το προωθήσουμε ως νωπό προϊόν ή μεταποιημένο, γιατί το ζητάνε πολλές χώρες. Δυστυχώς, όμως, δεν είμαστε οργανωμένοι στον βαθμό που θα έπρεπε και το βασικότερο από όλα δεν έχουμε μεγάλες ποσότητες, ώστε να καλύψουμε τις ανάγκες της ζήτησης», υποστηρίζει ο κ. Ιωαννίδης.