Οι προκλήσεις για παραγωγούς και εκκοκκιστήρια σε μια αγορά που αλλάζει

Το ελληνικό βαμβάκι αποτελεί ένα από τα πλέον εξωστρεφή προϊόντα της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής. Η ποιότητά του είναι αναγνωρισμένη, όμως στη σημερινή διεθνή αγορά η ποιότητα από μόνη της δεν αρκεί. Ιχνηλασιμότητα, πιστοποίηση και τεκμηριωμένη εφαρμογή βιώσιμων γεωργικών πρακτικών αποτελούν πλέον σημαντικές προϋποθέσεις πρόσβασης σε μεγάλους διεθνείς αγοραστές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Better Cotton Initiative (BCI). Η αναγνώριση του ελληνικού συστήματος AGRO 2 από το BCI έδωσε τη δυνατότητα στο πιστοποιημένο ελληνικό βαμβάκι να ενισχύσει την πρόσβασή του σε σημαντικές διεθνείς αγορές. Καθώς πολλοί μεγάλοι οίκοι ζητούν πλέον βαμβάκι που καλύπτει τις σχετικές απαιτήσεις, είναι σημαντικό η προσαρμογή του ελληνικού συστήματος στις εξελισσόμενες απαιτήσεις του BCI, να ολοκληρώνεται έγκαιρα και με τον καλύτερο δυνατό συντονισμό όλων των εμπλεκομένων.
Οι πρόσθετες απαιτήσεις μπορεί να συνεπάγονται πρόσθετους ελέγχους και κόστος για εκκοκκιστήρια και παραγωγούς. Στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση της αξιοπιστίας του ελληνικού βαμβακιού χωρίς περιττές επικαλύψεις και επιβαρύνσεις.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για παραγωγικές περιοχές, όπως η Θεσσαλία, που έχουν δοκιμαστεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα αυξημένο κόστος, κλιματική αβεβαιότητα και ολοένα περισσότερες απαιτήσεις συμμόρφωσης.
Οι έλεγχοι είναι απαραίτητοι και οι πραγματικές παραβάσεις πρέπει να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται. Δεν είναι όμως όλοι οι παραγωγοί παραβάτες. Ο συνεπής παραγωγός πρέπει να προστατεύεται και να επιβραβεύεται. Δεν θα πρέπει παραγωγοί που επέλεξαν αναγνωρισμένους και διαπιστευμένους Φορείς Πιστοποίησης, υποβλήθηκαν στους προβλεπόμενους ελέγχους και τήρησαν τις απαιτήσεις να υφίστανται συνέπειες από διοικητικές εκκρεμότητες που δεν μπορούσαν να επηρεάσουν.
Οι Φορείς Πιστοποίησης είχαν επισημάνει εγκαίρως το σχετικό ζήτημα. Η αξιοπιστία ενός συστήματος προϋποθέτει σαφείς κανόνες, συνέχεια και συνέπεια από όλους τους εμπλεκομένους.
Στην ίδια λογική, είναι κρίμα πρωτοβουλίες όπως η Παρέμβαση Π3-70-5.1 «Μείωση Αποτυπώματος Άνθρακα σε Αρόσιμες Καλλιέργειες», με δυνητικά σημαντικό όφελος τόσο για τους παραγωγούς όσο και για το περιβάλλον, να μην έχουν προχωρήσει. Ένα σωστά σχεδιασμένο πρόγραμμα μείωσης και τεκμηρίωσης του ανθρακικού αποτυπώματος μπορεί να μετατρέψει την περιβαλλοντική επίδοση σε πραγματική προστιθέμενη αξία για το προϊόν και τον παραγωγό.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ορθολογική διαχείριση του νερού. Η μέτρηση της κατανάλωσης, η εφαρμογή ορθών αρδευτικών πρακτικών και η τεκμηρίωση της επίδοσης, με εργαλεία όπως το ISO 46001 που προσφέρει ένα οργανωμένο πλαίσιο που βοηθά τους Έλληνες βαμβακοπαραγωγούς να διαχειρίζονται τη χρήση του νερού με υπεύθυνο και αποδοτικό τρόπο, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βιωσιμότητα της βαμβακοκαλλιέργειας.
Το επόμενο μεγάλο βήμα είναι η αναγεννητική γεωργία. Θα μπορούσε να εξεταστεί πέρα από την ενσωμάτωση συγκεκριμένων και μετρήσιμων απαιτήσεων στα ερωτηματολόγια του AGRO 2, η ανάπτυξη ξεχωριστής σχετικής εθνικής προδιαγραφής από τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ. Ένα κοινό πλαίσιο, με σαφείς απαιτήσεις, μετρήσιμα κριτήρια και ανεξάρτητη επαλήθευση, θα διασφάλιζε την αξιοπιστία και θα απέτρεπε διαφορετικές ερμηνείες του όρου «αναγεννητική γεωργία» στην αγορά.
Το ελληνικό βαμβάκι διαθέτει ποιότητα, τεχνογνωσία και εξαγωγικό προσανατολισμό. Η πρόκληση είναι να μετατρέψουμε την πιστοποίηση, την ιχνηλασιμότητα και τη βιωσιμότητα όχι σε πρόσθετη γραφειοκρατία, αλλά σε μετρήσιμη αξία για τον παραγωγό και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για το ελληνικό προϊόν.
του Θωμά Αραπογιάννη, Director του Business Unit Certification, TÜV NORD Hellas







