«Το Δέντρο της Ζωής» («The Tree of Life», 2011): Ο Χρυσός Φοίνικας του 2011 παραμένει μία από τις καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα

Υπόθεση: Τέξας, δεκαετία του 1950. Σε μια αραιοκατοικημένη προαστιακή γειτονιά της κομητείας Γουάκο, μια νεαρή οικογένεια αυξάνεται και πληθύνεται. Μπαίνοντας στην εφηβεία, ο πρωτότοκος γιος, Τζακ (Χάντερ ΜακΚράκεν), προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των αντικρουόμενων διδαγμάτων των γονιών του, ενώ καλείται να διαχειριστεί βιώματα που θα σημάνουν το τέλος της αθωότητάς του – ορμονικά και πνευματικά. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ο ξαφνικός χαμός του ενός από τα δύο μικρότερα αδέλφια του θα βυθίσει την οικογένεια στη θλίψη και θα παγιδεύσει τον ίδιο ακόμη περισσότερο στη δίνη της εσωστρέφειας. Πολλές «σελίδες» αργότερα στο χρονολόγιο της ζωής του, τον συναντάμε εν μέσω κρίσης μέσης ηλικίας, καθώς προσπαθεί να δραπετεύσει από το αποπροσανατολιστικό «χάος» του μοντέρνου κόσμου για να καταφεύγει στο μπαούλο των αναμνήσεων.
Θα καταφέρει, τελικά, να βρει εκεί την πολυπόθητη εξιλέωση και τη διέξοδο από το τέλμα του;
Ο Τέρενς Μάλικ αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο εμβληματικούς στιλίστες της εικόνας στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά. Ένας άφταστος δεξιοτέχνης, το σινεμά του οποίου «κυοφορεί» φιλοσοφικές αναζητήσεις, υπαρξιακά/ηθικά διλήμματα και έντονα συναισθήματα, εκπεφρασμένα πρωτίστως μέσα από εντυπωσιακές συνθέσεις οπτικοακουστικής ποίησης.
Με τον τρόπο που είναι αποτυπωμένες στο σελιλόιντ, οι τελευταίες συνιστούν μια άτυπη εικαστική συμφωνία, εξυμνώντας το φυσικό τοπίο και προσεγγίζοντας με διαφορετικούς όρους τη θέση του ανθρώπου εντός αυτού. Επικεντρώνοντας σε αυτές τις λυρικές συνθέσεις έναντι των διαλόγων και της ανθρωποκεντρικής πλοκής, ο αντισυμβατικός αφηγηματικός τρόπος του Μάλικ μετέτρεψε την κινηματογραφική εμπειρία σε μυσταγωγία και αυστηρώς πνευματικό-στοχαστικό βίωμα, σε βαθμό αντίστοιχο με εκείνον που το είχε καταφέρει ο Ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι.
Αρχής γενομένης από το 1973 και το ντεμπούτο «Badlands» (σ.σ. μια διαφορετική ιστορία «Μπόνι και Κλάιντ»), αυτή η γενναία καλλιτεχνική προσέγγιση «γέννησε» μια σειρά από αριστουργήματα με την υπογραφή του Μάλικ, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τα «Μέρες Ευτυχίας» («Days of Heaven», 1978) και «Η Λεπτή Κόκκινη Γραμμή» («The Thin Red Line», 1998), ανάμεσα στα οποία μεσολάβησε ένα διάστημα εικοσαετούς (!) παύσης του εσωστρεφούς Αμερικανού από τα σκηνοθετικά καθήκοντα. Στις ταινίες αυτές βλέπουμε τον άνθρωπο να αντιπαραβάλλεται στο μεγαλείο της φύσης, δίνοντας έμφαση σε τάσεις και συμπεριφορές που διαρρηγνύουν τη φυσικότητα και εκφυλίζουν την αρμονία του κόσμου μας.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο κινηματογράφος του Μάλικ είναι απαιτητικός, εσωστρεφής και δυσπρόσιτος, στα μέτρα του δημιουργού του. Και «Το Δέντρο της Ζωής» («The Tree of Life», 2011), η ταινία που εξασφάλισε στον Μάλικ τη μεγαλύτερη αναγνώριση στα φεστιβαλικά δρώμενα της έβδομης τέχνης, αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2011, είναι έτσι κι αλλιώς μία από τις πιο δυσπρόσιτες δημιουργίες του, εκεί όπου η τελειομανία του εικαστικού του οράματος συνταιριάστηκε με το πιο φιλόδοξο και μεγαλόπνοο πλάνο αντισυμβατικής εξιστόρησης.
Σε αυτό το βραβευμένο έργο, που πλέον δηλώνει το «παρών» σε πολλές λίστες κριτικών με τις καλύτερες ταινίες τόσο του 21ου αιώνα όσο και όλων των εποχών –όπως, άλλωστε, δικαιωματικά αξίζει–, ο Μάλικ διηγείται κάθε άλλο παρά γραμμικά, ανακατεύοντας τα γεγονότα της ιστορίας του ώστε να συμβαδίζουν με την ψυχική κατάσταση του κεντρικού προσώπου της.
Στο ξεκίνημα της ταινίας, όταν ο ενήλικος Τζακ (σ.σ. σε αυτή τη φάση τον υποδύεται ο δις βραβευμένος με Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου Σον Πεν), φτασμένος αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, περιφέρεται άσκοπα σε ένα χαώδες αστικό εργασιακό περιβάλλον, ο Μάλικ προχωρά άμεσα σε μια στοχευμένη αναδρομή πολλά χρόνια πίσω, στο σημείο όπου γίνονται γνωστά στους γονείς του τα οδυνηρά μαντάτα της πρόωρης απώλειας του αδελφού του. Γκρουπάρονται, έτσι, μεταξύ τους εικόνες αποσταθεροποίησης και τραύματος, οι οποίες αποπνέουν μια υπαρξιακού τύπου αγωνία. Όπως υπαρξιακό είναι και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο πρωταγωνιστικός ήρωάς μας.
Στη συνέχεια, όταν ο Τζακ ξεκινά να αναστοχάζεται τη ζωή του, ο Μάλικ παρεμβάλλει σκηνές από τη δημιουργία του σύμπαντος (σ.σ. τα ειδικά εφέ τα πέτυχε πειραματιζόμενος σε ένα χημικό εργαστήριο, χωρίς τη χρήση υπολογιστή), σαν να θέλει –με πρόφαση αυτή την κοσμογονία– να αναστοχαστεί κι εκείνος ολιστικά την έννοια και την πορεία της ζωής. Τη γέννηση της Γης διαδέχονται στιγμιότυπα από τη γέννηση του Τζακ και των αδελφών του, σηματοδοτώντας το πέρασμα από τη γενική στην ειδική περίπτωση της αφήγησης.
Άλλωστε, τα μεγέθη είναι σχετικά, όπως μοιάζει να υπονοεί με έναν τρόπο η αληθοφανής αναπαράσταση των γιγαντιαίων κοσμικών και αστρονομικών φαινομένων μέσω των ειδικών εφέ, που προέκυψαν από πειράματα στο εργαστήριο. Θα έλεγε κανείς ότι ο Μάλικ εξισώνει το τηλεσκόπιο με το… μικροσκόπιο, καθώς οι εικόνες από το Big Bang παρουσιάζουν μεγάλη αισθητική συνάφεια με τα επακόλουθα πλάνα από τη γονιμοποίηση ενός ωαρίου και ούτω καθεξής· κι όλα αυτά εξαίσια μονταρισμένα μεταξύ τους.
Σε συγκρουσιακή τροχιά
Κοινός παρονομαστής όλων των εποχών και όλων των περιπτώσεων είναι το αέναο και προαιώνιο θέμα της σύγκρουσης, η οποία διαρρέει τα πάντα στον κόσμο μας. Σε μια σκηνή που αποτυπώνει γεγονότα πολύ πριν την έλευση του ανθρώπου, ένας δεινόσαυρος επιλέγει να μην σκοτώσει έναν άλλο τραυματισμένο δεινόσαυρο, σαν να απαρνιέται τα ζωώδη ένστικτά του.
Λίγο αργότερα, ένας αστεροειδής χτυπά τη γη και εξαφανίζει το είδος. Στην εν λόγω αλληλουχία, την έννοια του «ελέους» διαδέχεται ο κυνισμός. Έτσι και στα παιδικά χρόνια του Τζακ, οι προσλαμβάνουσες που δέχεται είναι διχασμένες μεταξύ των ευγενικών αρετών της θείας «χάριτος», που ενσαρκώνει η μητέρα του, και των ενστίκτων επιβίωσης της «φύσης», που εκπροσωπεί ο αυστηρός πατέρας του. Εκείνη κηρύττει στα παιδιά της την ανιδιοτελή αγάπη και προσφορά, «διευθύνοντας» μαεστρικά τις ξέγνοιαστες στιγμές τους με την αέρινη παρουσία της. Δεν είναι τυχαία η πρωταγωνίστρια στις περισσότερες σκηνές από τα εξαίσια λυρικά κολλάζ του Μάλικ. Εκείνος θεωρεί αφελή της στάση της μητέρας και δεν έχει αναστολές να το δηλώσει, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η διαπαιδαγώγησή της θα πλάσει μαλθακούς χαρακτήρες. Ο ίδιος νιώθει ότι έχει χρέος να προσγειώνει τους γιους του στην πραγματικότητα, κατεβάζοντάς τους από τα σύννεφα που τους έχει ανεβάσει η μητέρα.
Επιβάλλοντας στα τέκνα του αυστηρή πειθαρχία, ο πατέρας αποσκοπεί στο να τα προετοιμάσει για όλες τις αναποδιές της μελλοντικής ζωής, που ανοίγεται μπροστά τους. Για κάθε επιτήδειο που θα επιχειρήσει να τα ξεγελάσει, για κάθε κακόβουλο χέρι που θα προσπαθήσει να τα βλάψει ή να επωφεληθεί από αυτά. Θέλει να τους καταδείξει ότι ο κόσμος δεν είναι ένα μέρος αγγελικά πλασμένο, αλλά ένα πεδίο εκμετάλλευσης και διαφθοράς, κι αν τα παιδιά του θέλουν να επιβιώσουν σε αυτόν, θα πρέπει να σκληρύνουν και να γαλουχηθούν στις σκοτεινές πλευρές του. Οι αμφισβητούμενες παιδαγωγικές μέθοδοι του πατέρα, ο οποίος αγαπά τα τέκνα του, αλλά θέλει να τα σκληραγωγήσει με κάθε κόστος, θα τον αποξενώσουν από την υπόλοιπη οικογένεια και θα εκθρέψουν μίσος για εκείνον στην ψυχή του 11χρονου Τζακ.
Εκτός από φτιαγμένος για να διαφεντεύει, ο κύριος Ο’Μπράιαν είναι αυτεπάγγελτα επιφορτισμένος με το να κατακτά στόχους, υπηρετώντας πιστά το ιδεώδες του αμερικανικού ονείρου. Η προσήλωσή του στην κατοχύρωση διάφορων εφευρέσεων με διπλώματα ευρεσιτεχνίας τον κάνει να παραγκωνίζει το πάθος του για τη μουσική και την προοπτική μιας διαφορετικής καριέρας.
Είναι αποφασισμένος να επενδύσει μπόλικη φαιά ουσία και ιδρώτα και διατεθειμένος να θυσιάσει την ξεγνοιασιά προκειμένου να εξασφαλίσει στην οικογένειά του μία άνετη ζωή. Με αυτό τον τρόπο, θέλει να εδραιώσει ένα ισχυρό πατρικό πρότυπο, για το οποίο τα παιδιά του θα είναι υπερήφανα.
Είναι φανερό ότι ο κύριος και η κυρία Ο’Μπράιαν (το αντρόγυνο ερμηνεύουν άψογα οι Μπράντ Πιτ και Tζέσικα Τσάστεϊν) αντιπροσωπεύουν δύο αντίρροπες δυνάμεις, το αντιπάλεμα των οποίων διαιωνίζεται στον διχασμένο ψυχισμό του μεγαλύτερου γιου τους. Έχοντας πάρει μια πρώτη γεύση από τη σκοτεινιά του κόσμου μας μέσω των πατρικών διδαγμάτων, ο έφηβος Τζακ αρχίζει να αμφισβητεί τις παγιωμένες αντιλήψεις που τον βοήθησε να διαμορφώσει η μητέρα του για τον κόσμο.
Καταλυτικό ρόλο θα παίξει ο αδόκητος χαμός ενός παιδικού του φίλου από πνιγμό, εγείροντας μέσα του ερωτηματικά για το πώς ο Θεός (σ.σ. ορατός ο παραλληλισμός με τη σκληρή πατρική φιγούρα) επέτρεψε να συμβεί μια τέτοια αδικία. Βλέποντας τις δυνάμεις του κακού να κηλιδώνουν τη ζωή, ο νεαρός εναντιώνεται στον δυνάστη πατέρα, ξεσπά ενάντια στη μητέρα, που ανέχεται την καταπιεστική του στάση, και αναπτύσσει πιο παρορμητικά/βίαια ένστικτα.
Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στον ψυχισμό του Τζακ τροφοδοτούνται από τη διατύπωση του θεμελιώδους ερωτήματος «γιατί να συμβαίνουν άσχημα πράγματα σε καλούς ανθρώπους;», το οποίο η ταινία εμπλουτίζει με αποσπάσματα της συναφούς ιστορίας του Ιώβ, από το ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκειται για ένα από τα θέματα που όχι μόνο κινούν τα νήματα της ταινίας, αλλά πιθανότατα εγκολπώνουν την ουσία του νοήματός της.
Εναλλασσόμενες οικογενειακές δυναμικές
Όλα θα αλλάξουν μετά από ένα επαγγελματικό πισωγύρισμα του πατέρα: Το εργοστάσιο στο οποίο δούλευε βάζει λουκέτο και ο ίδιος είναι αναγκασμένος να συμβιβαστεί με μια υποδεέστερη θέση εργασίας στην ίδια εταιρεία. Αυτή η εξέλιξη κλονίζει τη θέση του ως κυρίαρχου ηγέτη και παρόχου/κουβαλητή της οικογένειας και κατ’ επέκταση την πίστη στον ίδιο του τον εαυτό και τις μεθόδους του.
Η υπαρξιακή κρίση (ο Πιτ δίνει μεγάλο βάθος με το δωρικό, αλλά άκρως περιεκτικό παίξιμό του) ή –αν προτιμάτε– το βίαιο ξύπνημα από την ψευδαίσθηση του αμερικανικού ονείρου, τον ωθεί στο να επαναξιολογήσει το μονοπάτι της ζωής του, ζητώντας από τον μεγάλο του γιο να συγχωρήσει την εξουσιαστική του συμπεριφορά. Σε έναν απολογιστικό στοχασμό στο παρόν, ο μεσήλικας Τζακ παραδέχεται ότι εμφανίζει μεγαλύτερη ροπή προς τη «φύση», παρά προς τη «χάρη».
Η τραγωδία της ξαφνικής απώλειας του ενός από τα μικρότερα αδέλφια του Τζακ είναι άλλος ένας παράγοντας που λειτουργεί πυροσβεστικά στη μαινόμενη φωτιά των αντιμαχόμενων ενδογονεϊκών θεμάτων, ωθώντας τη να διέλθει μέσα από τον καθαρτικό δρόμο της συντριβής.
Σε μια σπαρακτική σκηνή, η στοργική μητέρα θρηνεί για τον χαμένο της γιο:
– Θέλω να πεθάνω. Να είμαι μαζί του.
– Τώρα βρίσκεται στα χέρια του Θεού – της λέει μια φίλη της, προσπαθώντας να την παρηγορήσει.
– Ήταν στα χέρια του Θεού εξαρχής… – ανταπαντά αποστομωτικά εκείνη, συνεχίζοντας τον θρήνο της.
Μαζί με τη μάνα «λυγίζει» και ο πατέρας, απορρίπτοντας οριστικά το αυταρχικό προσωπείο της παιδαγωγικής μεθόδου του, υπό το βάρος της οδύνης. Ο θάνατος του γιου είναι η δεύτερη ήττα του πάλαι ποτέ καταδυναστευτικού και άκαμπτου κύριου Ο’Μπράιαν, μετά τον άκαρπο εγκλωβισμό του στην κενή –όπως αποδείχθηκε– υπόσχεση του αμερικανικού ονείρου.
Οι ήττες τον κάνουν να αμφισβητεί τα όσα πρεσβεύει και να ωριμάζει μέσα από την αυτοκριτική. Όπως βλέπουμε, τελικά η χάρη θα καταφέρει να δαμάσει τη φύση, επιφέροντας την αρμονία στη σχέση του αντρόγυνου. Όσο για το απαύγασμα αυτής της μέχρις εσχάτων μάχης, αυτό φαίνεται ότι θα μείνει ως αίνιγμα και –εσωτερική πια– «πάλη» στην ψυχή του απογόνου, Τζακ. Ή μήπως όχι;
Ανιδιοτελής αγάπη, το «κλειδί» της πληρότητας
Καθώς ο μεσήλικας, πλέον, γιος μπαίνει στο ασανσέρ και αποχωρεί από τον χώρο εργασίας του, τον βλέπουμε να παρασύρεται σε άγνωστα, ερημικά μονοπάτια ενός κόσμου όπου οι πρωταγωνιστές των αναμνήσεών του επιστρέφουν, δίνοντας το έναυσμα για τη συμφιλίωση με την απώλεια και την κατανόηση ότι οι στιγμές με τα αγαπημένα πρόσωπα δεν θα διαρκέσουν για πάντα, αλλά θα παραμείνουν εσαεί ο πολύτιμος θησαυρός στον οποίο μπορούμε να ανατρέχουμε.
Αυτό το υπαρξιακό/φιλοσοφικό/συμβολικό τελευταίο segment της ταινίας, μας υπενθυμίζει ότι ο μόνος τρόπος να είμαστε πλήρεις είναι να αγαπάμε ανιδιοτελώς τους γύρω μας, χτίζοντας τέτοιες αναμνήσεις. Γιατί στην τελική, κανείς και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, και στο τέλος όλα θα χαθούν στο σκοτάδι (σ.σ. σε μια εντυπωσιακή παρένθετη σκηνή, ο Μάλικ δίνει τη δική του εκδοχή για τον «θάνατο» του ηλιακού μας συστήματος). Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη διαδρομή και ας προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε όσους μας περιστοιχίζουν να αποκομίσουν μια εξίσου θετική εμπειρία.
Κανένα από όλα τα παραπάνω βιώματα και διδάγματα δεν θα ήταν το ίδιο βαθύ και στοχαστικό χωρίς τον αμίμητο εικαστικό κώδικα επικοινωνίας που χτίζει εδώ ο Μάλικ με τον θεατή. Από την ξενάγηση στους σταθμούς-ορόσημα της ανθρώπινης ζωής, μέχρι τις μικρές καθημερινές στιγμές χαράς, λύπης, οργής, σύγχυσης, ωρίμανσης ή διαύγειας, με φόντο το φυσικό ή το αστικό περιβάλλον, η κοπτοραπτική του μοντάζ και η ποιητική χορογραφία του φακού κινούν τη «μπαγκέτα» για την ανάπτυξη της ιστορίας μέσα από εικόνες απίστευτης ομορφιάς και ποιητικότητας.
Μια κινηματογράφηση που μέσα από τις τεχνικές και τα εικαστικά της μοτίβα υπογραμμίζει την ψυχική κατάσταση των ηρώων ή τη διαμάχη που μαίνεται εκτός ή εντός τους, εκβάλλοντας σε μια καθαρτική περιπλάνηση στο υποσυνείδητο των αναμνήσεων. Ενδεικτικά, ο σκηνοθέτης υποδηλώνει πράγματα ακόμα και μέσα από τον τρόπο που ο φακός του αριστοτέχνη διευθυντή φωτογραφίας Εμάνουελ Λουμπέσκι ατενίζει τις αχτίδες του ήλιου από ένα ξέφωτο, «αναρριχάται» σχεδόν μπουσουλώντας πάνω στα σκαλοπάτια του οικογενειακού σπιτιού (όπως θα έκανε ένα παιδί που θέλει να εξερευνήσει κάθε γωνιά του), διέρχεται από το κατώφλι μιας πόρτας (σ.σ. θέμα μετάβασης) ή μένει αδρανής μέσα σε έναν κατερχόμενο ανελκυστήρα, εστιάζοντας στον ουρανό (σ.σ. διέξοδος από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον).
Επιπλέον, η επανάληψη και το εικαστικό «φρεσκάρισμα» κάποιων από τα οπτικά θέματα, όπως συμβαίνει π.χ. με τις πανταχού παρούσες σκάλες, λειτουργεί και ως μέσο διήγησης μιας ιστορίας που διαρκώς εμπλουτίζεται και ωριμάζει. Η σημασία της ύπαρξης της κλίμακας αλλάζει ανάλογα με τις φάσεις της ζωής· στην αρχή μπορεί να αντανακλά την παιδική περιέργεια, ενώ στην ενήλικη ζωή να παραπέμπει στην ανάγκη –και τις προϋποθέσεις– για εργασιακή και κοινωνική ανέλιξη.
Τότε, η αναρρίχηση του φακού και η εστίασή του σε ό,τι απλώνεται στη νοητή προέκταση της σκάλας μπορεί να συμβολίζει διάφορα όνειρα ή υπαρξιακούς στοχασμούς, ενώ το πέρασμά του κάτω από το κατώφλι μιας πόρτας επικοινωνεί με μοναδικό οπτικό κάλλος το θέμα της μετάβασης.
Εν κατακλείδι: Το λυρικό αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ καδράρει το θαύμα/δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης στο μεγαλειώδες φυσικό «όλον», διαπραγματευόμενο διαχρονικά θέματα της φιλμογραφίας του μεγάλου Αμερικανού (πίστη, οικογένεια, προέλευση κ.ά.). Καταλύτης, μια αμερικανική πυρηνική οικογένεια στο Τέξας των 50s, η οποία μετατρέπεται σε πεδίο αντιμαχόμενων δυναμικών (πατέρας vs μάνα, λογική vs ένστικτο, φύση vs ανατροφή κ.ά.).
Για να πετύχει τον σκοπό του, ο Μάλικ επενδύει σε ένα αντίστοιχο «θαύμα» οπτικής αφήγησης και δομεί το σενάριό του εμπνευσμένος περισσότερο από ποτέ από το μινιμαλιστικό αξίωμα «less is more» (σ.σ. όπως και η νατουραλιστική ερμηνεία του Πιτ – η καλύτερη στη σπουδαία καριέρα του), απαλλάσσοντας από περιττά διαλογικά μέρη, που θα έκαναν το έργο να μοιάζει με φλύαρη ηθικολογία, αλλά κρατώντας τον θεατή σε επαφή με τους βασικούς χαρακτήρες και όσα εκείνοι αντιπροσωπεύουν.
Η ταινία, μάλιστα, καταφέρνει να διευρύνει τη σκοπιά της, πλαισιωμένη από ποιητικές εικόνες της φύσης και του (περι)αστικού τοπίου, σε συνδυασμό με κλεφτές ματιές στην απαρχή και το τέλος του ηλιακού μας συστήματος, δηλαδή στο άνοιγμα και το κλείσιμο του ευρύτερου κύκλου της ζωής. Κοινός παρονομαστής όλων των εποχών, το αέναο και προαιώνιο θέμα της σύγκρουσης, που διαρρέει τα πάντα στον κόσμο μας. Ίσως αυτό, λοιπόν, να είναι το κορυφαίο αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ.
Μέρος της συλλογής «20 Χρυσοί Φοίνικες», που διατίθεται στο cinobo.com Την περασμένη άνοιξη, με αφορμή το 78ο Φεστιβάλ Καννών, το Cinobo παρουσίασε στην πλατφόρμα του μια συλλογή-γιορτή για το σινεμά, η οποία παραμένει διαθέσιμη στους συνδρομητές του. Η συλλογή, με τίτλο «20 Χρυσοί Φοίνικες», συγκεντρώνει 20 από τις καλύτερες ταινίες που έχουν τιμηθεί με το σημαντικότερο βραβείο της ιστορικής διοργάνωσης, δηλαδή με τον Χρυσό Φοίνικα. Φυσικά, από τη λίστα δεν θα μπορούσε να λείπει «Το Δέντρο της Ζωής».
Με ονόματα-θρύλους, όπως των Φεντερίκο Φελίνι, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Τέρενς Μάλικ, Μίκαελ Χάνεκε και Μπονγκ Τζουν-χο να ανήκουν σε αυτά των βραβευμένων, οι Κάννες τίμησαν από αριστουργήματα που επανακαθόρισαν την τέχνη του σινεμά μέχρι τολμηρές αφηγήσεις που συγκλόνισαν κοινό και κριτικούς. Η λίστα περιλαμβάνει ταινίες από διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και εποχές, οι οποίες όμως μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: Την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αρτιότητας και της συναισθηματικής δύναμης. Η συλλογή «20 Χρυσοί Φοίνικες» αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των σημαντικότερων στιγμών του Φεστιβάλ των Καννών, σαν ένα πανόραμα κινηματογραφικής δημιουργίας που εκτείνεται χρονικά και γεωγραφικά και αποτυπώνει τη δυναμική εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι μια συλλογή για ταινίες που μένουν. Οι συνδρομητές της πλατφόρμας έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν ξανά πολυσυζητημένους τίτλους, όπως τα «Η Ζωή της Αντέλ», «Το Τρίγωνο Της Θλίψης», η «Αγάπη», αλλά και τα «Παράσιτα», ενώ δεν λείπουν και κλασικά αριστουργήματα που στιγμάτισαν το παγκόσμιο σινεμά, όπως τα «Γλυκιά Ζωή» και «Οι Ομπρέλες του Χερβούργου». |