Μπαρμπούνι: Ο Ινδιάνος της ελληνικής θάλασσας

Μπαρμπούνι Ο Ινδιάνος της ελληνικής θάλασσας

Με έντονο κόκκινο χρώμα και τα χαρακτηριστικά του μουστάκια, (τριχοειδείς άκανθες, επιστημονικά), το μπαρμπούνι (mullus surmuletus) είναι ένα από τα πιο περιζήτητα ψάρια της οικογένειας των τριγλιδών (triglidae). Οικογένεια, που, πιθανότητα, πήρε την ονομασία της από την αρχαιότητα, καθώς, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης στο πέμπτο βιβλίο του «Μόρια Ζώων», η τρίγλη (μπαρμπούνι) γεννά τρεις φορές τον χρόνο, ενώ, μυθολογικά, συνδέεται και με τη θεά Άρτεμη. Βέβαια, δεν ήταν πάντα ένα περιζήτητο αλίευμα και την νόστιμη σάρκα του δεν την εκτιμούσαν τόσο, καθώς σε πολλές περιοχές (Ελευσίνα, Άργος κ.α.), κατά την αρχαιότητα, απαγορευόταν η βρώση μπαρμπουνιών. Οι διατροφικές συνήθειες των σύγχρονων Ελλήνων άλλαξαν, βέβαια, και ο πορφυρός κάτοικος των βυθών αποτελεί δημοφιλές αλίευμα του Νοεμβρίου (και γενικότερα του χειμώνα) και αγαπημένο θαλάσσιο έδεσμα.

Πού το συναντάς

Μετά τη γονιμοποίησή τους, κατά τη διάρκεια της άνοιξης, τα θηλυκά μπαρμπούνια πάνε σε πιο βαθιά νερά για να γεννήσουν τα αυγά τους. Όπως λένε στην «ΥΧ» ερασιτέχνες αλιείς, «καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, το μπαρμπούνι εξασθενεί χάνοντας τόσο το χρώμα του όσο και την γεύση του. Ο γόνος του μπαρμπουνιού εμφανίζεται τον Οκτώμβριο και από τον Νοέμβριο και μετά είναι η καλύτερη περίοδος για την αλίευση του».

Τα μπαρμπούνια απαντώνται σε πολλές περιοχές του πλανήτη, προτιμούν τις εύκρατες θάλασσες, ενώ τους αρέσει να «κολυμπούν» από τα 3 έως τα 100 μέτρα βάθος. Κατά γενική ομολογία, τα μπαρμπούνια του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου θεωρούνται πιο εύγευστα από αυτά της δυτικής και ανώτερα από αυτά του Ατλαντικού. Όπως μας λένε ερασιτέχνες ψαράδες, «υπάρχουν μπαρμπούνια που ζουν σε βραχώδεις βυθούς και ξέρες, τα λεγόμενα πετρομπάρμπουνα, με εξαιρετική γεύση, αλλά και αυτά που κατοικούν σε αμμώδεις βυθούς, φυκιάδες και λασπώδη νερά, τα λασπομπάρμπουνα».

Τρόποι ψαρέματος

Τα μπαρμπούνια, συνήθως, κινούνται σε μικρά κοπάδια και είναι άφθονα στα νερά της χώρας μας. Ερασιτεχνικά αλιεύονται, κυρίως, με παραγάδι τις βραδινές ώρες, συρτή βυθού αλλά και από στεριάς με καλάμι.

Παραγάδι

Το παραγάδι αποτελεί μία μέθοδο ψαρέματος που –κατά κύριο λόγο– δίνει μία ποικιλία ψαριών (τσιπούρες, σαργούς, φαγκριά, μπαρμπούνια κ.α.), ανάλογα με την ώρα που το «ρίχνεις» στη θάλασσα. Για το μπαρμπούνι οι πλέον κατάλληλες ώρες είναι οι βραδινές όπου «τσιμπάει» περισσότερο. To παραγάδι θα πρέπει να πέφτει από τη βάρκα κόντρα στον καιρό και στα κύματα, έτσι ώστε να μην παρασύρεται η βάρκα και να μην μπερδεύονται οι πετονιές και τα αγκίστρια. Για να αποφύγει το «μπέρδεμα» στο παραγάδι, καλό θα ήταν ο ερασιτέχνης ψαράς να χρησιμοποιεί ένα μικρό βαριδάκι (τουλάχιστον 50 γραμμαρίων) ανά 15 – 20 αγκίστρια.

Συρτή Βυθού

Το ψάρεμα μπαρμπουνιών με συρτή βυθού απευθύνεται και αυτό στους αλιείς που χρησιμοποιούν βάρκα η οποία κινείται με μία μικρή σταθερή ταχύτητα περίπου τριών κόμβων την ώρα. Στη συρτή βυθού, θα χρειαστούμε ένα καλάμι από 1,60 έως 2,00 μέτρα, με τον ειδικό μηχανισμό, χοντρή πετονιά και κατάλληλα βαρίδια που θα καταφέρουν να την οδηγήσουν στον βυθό της θάλασσας, όπου κατοικεί το μπαρμπούνι.

Ψάρεμα με καλάμι

Ένας από τους δημοφιλέστερους τρόπους-χόμπι ψαρέματος στην Ελλάδα είναι αυτός με το καλάμι. Εδώ, θα χρειαστεί ένα μακρύτερο καλάμι από αυτό που χρησιμοποιείται στη συρτή βυθού (άνω των 4 μέτρων), ο κατάλληλος μηχανισμός (πενηντάρης) και μία πετονιά 28 έως 35 χιλιοστών. Το 3 και το 4 είναι τα κατάλληλα νούμερα αγκιστριών για ψάρεμα μπαρμπουνιών από ακτή με ζωντανά δολώματα.

Ζωντανά δολώματα για να το «πιάσεις»

Η επιλογή δολώματος έχει μεγάλη σημασία για το ψάρεμα του μπαρμπουνιού. Το συγκεκριμένο ψάρι, όπως μας αναφέρουν οι ερασιτέχνες αλιείς, «αρέσκεται στα ζωντανά δολώματα και –κυρίως– μικρά μαλάκια, ψάρια και αρθρόποδα που αποτελούν την διατροφή του και μέσα στη θάλασσα». Και για τους τρεις τρόπους ψαρέματος, μία μικρή καραβίδα, γαρίδα, κάποιο από τα σκουλήκια ή καλαμάρι αποτελούν την καλύτερη επιλογή.

Το μήκος του μπαρμπουνιού κυμαίνεται από 25 έως 35 εκατοστά, το βάρος του από 150 έως 300 γραμμάρια, ενώ, πέρα από το ερυθρωπό του χρώμα (που προσαρμόζεται ανάλογα με το περιβάλλον που ζει) και τα μουστάκια του, έχει μεγάλο κεφάλι και μικρό στόμα γεμάτο δόντια.

Τα πολύ μεγάλα και τα πολύ ανοιχτόχρωμα μπαρμπούνια δεν έχουν την ίδια ωραία γεύση με τα μικρότερα και πιο κοκκινωπά, ενώ τα εντόσθια –και ειδικά το συκώτι τους– αποτελεί εκλεκτή πρώτη ύλη για την παγκόσμια κουζίνα (ονομάζεται και μπεκάτσα της θάλασσας) στην παρασκευή πατέ και φουά γκρα.

Στην ίδια οικογένεια, που είναι γνωστή και με το χαρακτηρισμό «πατόψαρα», ανήκει και η ξαδέρφη του μπαρμπουνιού η κουτσομούρα (περισσότερο ανοιχτόχρωμη και με μικρότερα μουστάκια) και χαρακτηριστικό «κοφτό» ρύγχος.

gaia pedia - ηλεκτρονική αγροτική εγκυκλοπέδια