Αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική πορεία των τιμών στον τομέα των κρεάτων

Στον τομέα του κρέατος, η παγκόσμια κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά (+45,8 εκατ. τόνοι έως το 2035), παίρνοντας ώθηση από την πληθυσμιακή και εισοδηματική ανάπτυξη, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, σημειώνει η ΕΕ κατά τις προβλέψεις της σε ό,τι αφορά τα ζωικής προέλευσης προϊόντα στο πλαίσιο των προβλέψεων για την αγροτική παραγωγή έως το 2035 (Agricultural Outlook 2025-2035). Μεγάλες αγορές ανάπτυξης για το κρέας την επόμενη δεκαετία περιλαμβάνουν την Ασία, την υποσαχάρια Αφρική και τη Μέση Ανατολή (κυρίως για τα πουλερικά). Ωστόσο, η ΕΕ είναι πιθανό να επωφεληθεί μόνο σε περιορισμένο βαθμό από αυτή την πρόσθετη ζήτηση, δεδομένης της σημερινής στενής ισορροπίας προσφοράς, ενώ και η αυξανόμενη αυτάρκεια της Κίνας θα μπορούσε, επίσης, να οδηγήσει σε χαμηλότερη εισαγωγική ζήτηση για πουλερικά και χοιρινό.
Εντός ΕΕ, η κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί οριακά κατά 0,5 κιλά ανά άτομο (-1,3% μεταξύ 2025 και 2035), σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, όπου η κατανάλωση κρέατος αυξάνεται. Η συνολική αυτή μείωση αναμένεται να συνοδευτεί από αλλαγή στο «καλάθι» των καταναλωτών, καθώς βοδινό και χοιρινό χάνουν κοινό προς όφελος των πουλερικών. Η βιωσιμότητα προβλέπεται να διαδραματίσει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στις αγορές κρέατος της ΕΕ, τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές, το ίδιο και οι ανησυχίες, για υγεία, περιβάλλον και κλιματική αλλαγή.
Ως προς τις εναλλακτικές, όπως το καλλιεργημένο στο εργαστήριο κρέας, αλλά και οι εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης, δεν αναμένεται να καταστούν σημαντικοί ανταγωνιστές για το ζωικής προέλευσης προϊόν. Αβεβαιότητα, ωστόσο, επικρατεί ως προς τη μελλοντική πορεία των τιμών, καθώς δασμοί και διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών αποτελούν κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών, τις ροές της αγοράς και τα εμπορικά ισοζύγια τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, επισημαίνονται οι ιστορικά υψηλές τιμές που επικράτησαν το 2025, με εξαίρεση το χοιρινό. Ειδικότερα, στα βοοειδή εκτιμάται ότι κινήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 26% υψηλότερα από το 2024, ενώ η μέση τιμή στην ΕΕ για σφάγια κοτόπουλων κρεατοπαραγωγής ξεπέρασε για πρώτη φορά, φέτος, τα 3.000 ευρώ/τόνο, με τη ζήτηση να υπερβαίνει την προσφορά. Παράλληλα, το διευρυμένο χάσμα τιμών μεταξύ ΕΕ και παγκόσμιας αγοράς λειτούργησε περισσότερο υπέρ του ανταγωνισμού και της αύξησης των εισαγωγών.
Βόειο και μοσχαρίσιο
Περαιτέρω απώλειες προβλέπονται για την ευρωπαϊκή παραγωγή βόειου κρέατος, η οποία αναμένεται να φτάσει τους 6,1 εκατ. τόνους έως το 2035 (-9,2% σε σύγκριση με τον μέσο όρο 2023-2025). Ο πληθυσμός των αγελάδων αναμένεται να μειωθεί κατά 9,7%, ενώ μειώσεις αναμένονται και στο γαλακτοπαραγωγικό κοπάδι, αλλά και σε εκείνο της εκτροφής μοσχαριών.
Χαμηλότερη διαθεσιμότητα και υψηλότερη τιμή αναμένεται να περιορίσουν την κατά κεφαλήν κατανάλωση στα 6,1 κιλά έως το 2035. Με την τιμή του βόειου κρέατος να προβλέπεται υψηλή, περίπου στα 7.000 ευρώ/τόνο έως το 2035 (λόγω περιορισμένης προσφοράς και αυξανόμενου κόστους παραγωγής), οι ευρωπαϊκές εισαγωγές βόειου κρέατος θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω (+1,0% ετησίως).
Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές βόειου κρέατος αναμένεται να παραμείνουν σταθερές (μόλις -0,1% ετησίως ως το 2035), λόγω μερικής αντικατάστασης των εξαγωγών ζωντανών ζώων με κρέας, με αποδέκτες κυρίως γειτονικές χώρες.
Αιγοπρόβειο
Η ευρωπαϊκή παραγωγή αιγοπρόβειου κρέατος συνεχίζει να μειώνεται και προβλέπεται να φτάσει τους 539.000 τόνους έως το 2035, με μέση ετήσια μείωση 0,7%. Η πτώση είναι εντονότερη στις χώρες που εντάχθηκαν στην ΕΕ πριν από το 2004 (-0,9% ετησίως), ενώ στις υπόλοιπες η παραγωγή παραμένει σχετικά σταθερή. Από το 2010 έως το 2025, τα κοπάδια μειώθηκαν κατά 13 εκατ. ζώα (-16%). Η παραγωγή παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως σε Ισπανία, Ελλάδα, Γαλλία, Ιρλανδία και Ρουμανία, ενώ αναχαιτιστικά ως προς την πτωτική τάση, μπορούν να λειτουργήσουν συνδεδεμένη ενίσχυση και ευνοϊκές τιμές.
Με την κατανάλωση να προβλέπεται σταθερή στα 0,85 κιλά ανά άτομο, οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν υψηλές, φτάνοντας περίπου τα 9.750 ευρώ/τόνο έως το 2035, γεγονός που θα ενισχύσει τις εισαγωγές (+1,0% ετησίως), κυρίως από Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία. Οι εμπορικές συμφωνίες του Ηνωμένου Βασιλείου ενδέχεται να αυξήσουν έμμεσα τις εισαγωγές στην ΕΕ μέσω βρετανικών εξαγωγών. Οι εξαγωγές ζώντων ζώων αναμένεται να χάνουν ετησίως ένα 1,6%, κυρίως λόγω ζητημάτων ευζωίας και κινδύνων μεταφοράς. Αντίθετα, οι εξαγωγές κρέατος αναμένεται να σταθεροποιηθούν, αν και με αβεβαιότητα, γύρω στους 33.400 τόνους, με βασικές αγορές τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Χοιρινό
Η παραγωγή χοιρινού κρέατος στην ΕΕ, παρά την προσωρινή ανάκαμψη το 2024-2025, αναμένεται να ακολουθήσει πτωτική πορεία έως το 2035, με ετήσια μείωση 0,75%. Η πτώση θα είναι εντονότερη στη Δυτική Ευρώπη, ενώ η Ισπανία αποτελεί εξαίρεση με πιθανή αύξηση παραγωγής.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί από 23,3 σε 21,8 κιλά έως το 2035, παρά το γεγονός ότι το χοιρινό παραμένει το φθηνότερο κρέας. Οι εισαγωγές, οι οποίες είναι ήδη περιορισμένες, αναμένεται να μειωθούν περαιτέρω στους 90.000 τόνους (-1,2% ετησίως).
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ζήτηση αναμένεται σταθερή, όμως οι λιγότερες ποσότητες που ζητά η Κίνα θα περιορίσουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, οι οποίες προβλέπεται να χάνουν ένα 1% ετησίως. Το μερίδιο της ΕΕ στις παγκόσμιες εξαγωγές χοιρινού θα υποχωρήσει από 28,5% σε 26%, ενώ οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν γύρω στα 2.000 ευρώ/τόνο.
Πουλερικά
Η παραγωγή κρέατος πουλερικών στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί με αργό, αλλά σταθερό ρυθμό έως το 2035, κατά 965.000 τόνους συνολικά (+0,7% ετησίως), υποστηριζόμενη από ισχυρή ζήτηση και εξαγωγικές προοπτικές. Ωστόσο, η επέκταση της παραγωγής θα περιοριστεί από αυστηρότερη περιβαλλοντική νομοθεσία και αλλά και από τη συνεχή παρουσία της γρίπης των πτηνών (HPAI).
Εγχώρια, η κατ’ άτομο κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί από 15,1 σε 16,5 κιλά έως το 2035, γεγονός που θα οδηγήσει σε αύξηση των εισαγωγών στους 955.000 τόνους (+1,1% ετησίως). Στα 2.850 ευρώ/τόνο αναμένεται να αυξηθούν και οι τιμές.
Διατηρώντας σταθερό το ευρωπαϊκό μερίδιο στο παγκόσμιο εμπόριο γύρω στο 12,5%, λόγω του ισχυρού ανταγωνισμού, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προβλέπεται να ξεπεράσουν τους 2,1 εκατ. τόνους έως το 2035, με ετήσια αύξηση 0,8%.








