Γ. Κατσούλης: Η επόμενη ΚΑΠ καλείται να ισορροπήσει μεταξύ αυξημένων φιλοδοξιών και πραγματικής εφαρμογής

Tις προτάσεις του για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ κατέθεσε ο ΣΑΣΟΕΕ
21/04/2026
10'+ διάβασμα
g-katsoulis-i-epomeni-kap-kaleitai-na-isorropisei-metaxy-afximenon-filodoxion-kai-pragmatikis-efarmogis-377370
Από αριστερά: Στέφανος Νταούκας, διευθυντής Κοινοπραξίας Ομάδων Παραγωγών Ημαθίας και Γιώργος Κατσούλης, πρόεδρος Συνδέσμου Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας

Η επιτυχία της νέας ΚΑΠ (2028-2034) θα εξαρτηθεί και από την ικανότητα της χώρας να προχωρήσει σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις εφαρμογής, με τρεις κρίσιμες προτεραιότητες:

  • Ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας του συστήματος διαχείρισης ενισχύσεων, 
  • διαμόρφωση σταθερού πλαισίου για τα συλλογικά σχήματα,
  • ενίσχυση των γεωργικών συμβουλών και
  • επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού με πραγματική διαλειτουργικότητα των συστημάτων και προστασία των δεδομένων των παραγωγών.

Τα παραπάνω είναι τα βασικά συμπεράσματα της εισήγησης του προέδρου του Συνδέσμου Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΑΣΟΕΕ), Γιώργου Κατσούλη, κατά την εναρκτήρια εκδήλωση διαβούλευσης για τη νέα ΚΑΠ 2028-2034, που πραγματοποιήθηκε σήμερα, 21 Απριλίου, στην Αθήνα.

Αρχικά, ο κ. Κατσούλης χαιρέτισε την έναρξη της διαβούλευσης, καθώς, όπως είπε, «δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι η συζήτηση αυτή γίνεται σε αυτό το στάδιο, επιτρέποντας την έγκαιρη καταγραφή θέσεων και εμπειριών από την εφαρμογή της τρέχουσας περιόδου».

Στη συνέχεια, είπε λίγα λόγια για τον Σύνδεσμο Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΑΣΟΕΕ): «Εκπροσωπεί 100 και πλέον συλλογικά σχήματα που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία αγροτικών προϊόντων, με άμεση διασύνδεση με την περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου. Παράλληλα, αποτελούμε μέλη της COGECA της Συνομοσπονδίας Αγροτικών Συνεταιρισμών της ΕΕ, η οποία εκπροσωπεί περίπου 22.000 αγροτικούς συνεταιρισμούς, περισσότερους από 7 εκατ. αγρότες-μέλη και πάνω από 600.000 εργαζόμενους στην αγροδιατροφική αλυσίδα της Ευρώπης». Μέσα από αυτή τη συμμετοχή, ο ΣΑΣΟΕΕ έχει και άμεση εικόνα των ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων, που επηρεάζουν το μέλλον της ελληνικής γεωργίας.

Όσον αφορά την κυρίως τοποθέτησή του στο θέμα της πρότασης της Κομισιόν, ο κ. Κατσούλης επεσήμανε πρώτα τις επιφυλάξεις του: «Διαμορφώνεται μια σαφής ανησυχία ως προς το κατά πόσο η κατεύθυνση που διαμορφώνεται διασφαλίζει επαρκώς τον κοινό χαρακτήρα της ΚΑΠ, την προβλεψιμότητα για τους παραγωγούς και, τελικά, τη συνοχή της ενιαίας αγοράς. Η εμπειρία της τρέχουσας περιόδου δείχνει ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ο σχεδιασμός, αλλά κυρίως η εφαρμογή και η λειτουργικότητα των εργαλείων στην πράξη και σε αυτό θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η επιτυχία της επόμενης περιόδου».

Έπειτα, βασιζόμενος στους έξι θεματικούς άξονες της διαβούλευσης, ο πρόεδρος του ΣΑΣΟΕΕ κατέθεσε τις προτάσεις του Συνδέσμου ανά άξονα:

Εισόδημα και ανταγωνιστικότητα

Το εισόδημα του παραγωγού παραμένει το βασικό κριτήριο για το αν η πολιτική λειτουργεί. Τα τελευταία χρόνια η πίεση είναι σταθερή: Κόστος παραγωγής, που ανεβαίνει, τιμές αγοράς που παραμένουν ασταθείς, περιθώρια προσαρμογής που στενεύουν. Αυτό δεν είναι περιγραφή κρίσης, είναι η «κανονικότητα» για τον Έλληνα παραγωγό.

Η κατάσταση αυτή επιτείνεται από τη δομή της ελληνικής γεωργίας. Το 90% των εκμεταλλεύσεων έχει έκταση κάτω από 20 στρέμματα, ενώ από το 2009 ως το 2020 ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 26%, δηλαδή από 723.000 πήγαμε στις 530.000 εκμεταλλεύσεις. Είναι ένας κλάδος που χάνει μάζα χωρίς να αποκτά κλίμακα, με παραγωγικότητα εργασίας που παραμένει κατά 36% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε αυτό το περιβάλλον, η σταθερότητα που προσφέρει η ΚΑΠ δεν είναι απλώς πλαίσιο στήριξης. Είναι η βάση, πάνω στην οποία λαμβάνονται αποφάσεις για επενδύσεις, οργάνωση παραγωγής και συμμετοχή στην αγορά.

Ο Γιώργος Κατσούλης

Γι’ αυτό και ορισμένες από τις επιλογές που περιέχει η πρόταση της Επιτροπής μάς προβληματίζουν. Η εισαγωγή υποχρεωτικής προοδευτικής μείωσης των ενισχύσεων και οροφής στις 100.000 ευρώ μπορεί να ακούγεται ως δίκαιη αναδιανομή. Όμως, στην ελληνική πραγματικότητα, όπου ελάχιστοι παραγωγοί φτάνουν σε αυτά τα επίπεδα, το αποτέλεσμα είναι διοικητική πολυπλοκότητα χωρίς ουσιαστικό αναδιανεμητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, η κατεύθυνση προς αυξημένη εθνική συγχρηματοδότηση, θέτει ζήτημα ίσων όρων ανταγωνισμού: Αν η στήριξη διαφοροποιείται ανάλογα με τη δημοσιονομική δυνατότητα κάθε κράτους μέλους, η ενιαία αγορά λειτουργεί με άνισους όρους. Και αυτό επηρεάζει πρώτα χώρες όπως η δική μας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω ο ΣΑΣΟΕΕ ζητά:

  • Τον προϋπολογισμό της νέας ΚΑΠ διατηρημένο τουλάχιστον στα τρέχοντα επίπεδα, προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό και στο αυξημένο κόστος συμμόρφωσης.
  • Την αντιμετώπιση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε κατεύθυνσης προς αυξημένη ή υποχρεωτική εθνική χρηματοδότηση, καθώς ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας ανισοτήτων μεταξύ κρατών μελών και στρεβλώσεων στην ενιαία αγορά.
  • Την εισαγωγή της προοδευτικής μείωσης ενισχύσεων και της οροφής σε εθελοντική βάση για τα κράτη μέλη ή, εναλλακτικά, τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ενός συνόλου αναδιανεμητικών εργαλείων ανάλογα με τη δομή του εθνικού αγροτικού τομέα.
  • Τη διατήρηση του κοινού χαρακτήρα της πολιτικής με συγκρίσιμους όρους στήριξης για όλους τους παραγωγούς, ως βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

Νέοι Γεωργοί

Η ανανέωση των γενεών παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχουν υπάρξει τα αποτελέσματα που θα ανέμενε κανείς. Παρά την ύπαρξη στοχευμένων μέτρων, η είσοδος νέων στον τομέα δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχη παραμονή, γεγονός που δείχνει ότι το ζήτημα είναι βαθύτερο.

Στην πράξη γίνεται όλο και πιο σαφές ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα κίνητρα εισόδου. Σχετίζεται με το κατά πόσο το συνολικό περιβάλλον επιτρέπει σε έναν νέο παραγωγό να λειτουργήσει με προοπτική. Η αβεβαιότητα στο εισόδημα, η δυσκολία πρόσβασης σε γη και χρηματοδότηση, αλλά και η περιορισμένη διασύνδεση με την αγορά δημιουργούν ένα πλαίσιο, στο οποίο η συνέχιση της δραστηριότητας δεν είναι δεδομένη.

Η εμπειρία από τη λειτουργία των συνεταιρισμών είναι ιδιαίτερα ενδεικτική. Όταν οι νέοι παραγωγοί εντάσσονται σε οργανωμένες δομές έχουν διαφορετική αφετηρία: Αποκτούν πρόσβαση στις αγορές, μειώνουν το κόστος και λειτουργούν με μεγαλύτερη σταθερότητα. Με άλλα λόγια, η συλλογική οργάνωση δεν λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά αλλάζει ουσιαστικά τις πιθανότητες βιωσιμότητας.

Αυτό που προτείνουμε είναι:

  • Τη μετατόπιση της πολιτικής για τους νέους γεωργούς σε μια προσέγγιση που διασφαλίζει τη μακροχρόνια παραμονή και βιωσιμότητα στον τομέα. Το ανώτατο ποσό εκκίνησης των 300.000 ευρώ, που προτείνει η Επιτροπή, τριπλάσιο από το ισχύον, είναι θετικό βήμα, αλλά από μόνο του δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από μέτρα που αντιμετωπίζουν τα δομικά εμπόδια: πρόσβαση σε γη, χρηματοδότηση και οργανωμένες αγορές.
  • Το προτεινόμενο 6% ring-fencing του εθνικού κονδυλίου για τους νέους αγρότες να αντιμετωπιστεί ως κατώφλι και όχι ως στόχος και κυρίως να συνδεθεί με ποιοτικά κριτήρια για το πώς δομείται η στήριξη, όχι μόνο με το ύψος της.
  • Την ουσιαστική ενσωμάτωση του ρόλου των συνεταιρισμών στην υποχρεωτική εθνική στρατηγική ανανέωσης γενεών που προβλέπει η πρόταση, με αντίστοιχο χρηματοδοτικό πλεονέκτημα για νέους που εντάσσονται σε συνεταιριστικές δομές.
  • Την πρόβλεψη εναλλακτικών μεθόδων υπολογισμού ζημιών για νέους αγρότες στα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου, καθώς η απουσία ιστορικών δεδομένων τους αποκλείει στην πράξη από αυτά τα εργαλεία, υπονομεύοντας την ίδια τη βιωσιμότητα, που η πολιτική επιδιώκει να ενισχύσει.

Κλίμα, περιβάλλον και καλή διαβίωση

Η ενίσχυση της περιβαλλοντικής διάστασης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής αποτελεί πλέον μια σταθερή και αναγκαία κατεύθυνση. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το επίπεδο φιλοδοξίας. Είναι το κατά πόσο οι στόχοι αυτοί μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη και να αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η εμπειρία της τρέχουσας περιόδου είναι αποκαλυπτική. Η εφαρμογή των μέτρων συχνά δυσκολεύεται από την αυξημένη πολυπλοκότητα του πλαισίου, πολλοί δείκτες, σύνθετες απαιτήσεις παρακολούθησης, επικαλυπτόμενες υποχρεώσεις. Αυτό δημιουργεί σημαντικό διοικητικό βάρος τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τη διοίκηση, και τελικά περιορίζει τη συμμετοχή και το αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου το 90% των εκμεταλλεύσεων είναι κάτω από 20 στρέμματα, η εφαρμοσιμότητα δεν είναι δεδομένη, καθώς, όταν το πλαίσιο γίνεται υπερβολικά σύνθετο, η απόσταση μεταξύ σχεδιασμού και πραγματικότητας μεγαλώνει.

Συγκεκριμένα, η πρόταση της Επιτροπής εισάγει τρεις επιλογές που χρήζουν προσεκτικής αντιμετώπισης. Πρώτον, η συγχώνευση των eco-schemes και των αγροπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων σε ενιαίο σύστημα μπορεί να απλοποιήσει την αρχιτεκτονική, αλλά μόνο αν δεν αυξήσει στην πράξη την πολυπλοκότητα για τον παραγωγό. Δεύτερον, η υποχρεωτική στήριξη βιολογικής γεωργίας και εκτατικών συστημάτων δεν ακολουθεί λογική προσανατολισμένη στην αγορά και δεν λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των παραγωγικών συστημάτων. Τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρήσουν ευελιξία στη διαμόρφωση κινήτρων. Τρίτον, η απαίτηση το 43% των συνολικών δαπανών να κατευθύνεται σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς στόχους δεν πρέπει να επιβαρύνει αποκλειστικά τη γεωργία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, δεν μπορεί να αναλάβει δυσανάλογο μερίδιο αυτής της προσπάθειας έναντι άλλων τομέων. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο ρόλος της γεωργικής συμβουλευτικής είναι καθοριστικός. Οι περιβαλλοντικές δεσμεύσεις δεν μπορούν να αποδώσουν χωρίς δομές που να υποστηρίζουν τον παραγωγό στην εφαρμογή τους. Και σε αυτό, οι συνεταιρισμοί έχουν ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα: Είναι ήδη εκεί, έχουν ήδη την εμπιστοσύνη το υπαραγωγού και μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς διάχυσης σε κλίμακα.

 Ο ΣΑΣΟΕΕ ζητά:

  1. Την απλούστευση του πλαισίου εφαρμογής με λιγότερους και πιο στοχευμένους δείκτες, ώστε οι περιβαλλοντικές παρεμβάσεις να είναι πραγματικά προσβάσιμες στις μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις.
  2. Τη διατήρηση της ευελιξίας των κρατών μελών στη διαμόρφωση του μίγματος περιβαλλοντικών παρεμβάσεων και η υποχρεωτική στήριξη της βιολογικής γεωργίας και εκτατικών συστημάτων να μετατραπεί σε προαιρετική με ενισχυμένα κίνητρα.
  3. Τη διασφάλιση ότι ο στόχος του 43% για κλίμα και περιβάλλον δεν επιβαρύνει δυσανάλογα τη γεωργία έναντι άλλων τομέων της οικονομίας
  4. Την ενίσχυση της γεωργικής συμβουλευτικής μέσα από φορείς που έχουν ήδη πρόσβαση στον παραγωγό, με ρητή πρόβλεψη χρηματοδότησης στο Εθνικό Σχέδιο.

Αντιμετώπιση κρίσεων

Η μεταβλητότητα δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση στον αγροτικά τομέα – είναι το σταθερό περιβάλλον λειτουργίας. Είτε πρόκειται για διαταραχές στις αγορές είτε για ακραία καιρικά φαινόμενα, η συχνότητα και η ένταση των κρίσεων έχουν αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σχεδιάζεται η αντιμετώπισή τους.

Ωστόσο, αν δούμε πώς λειτουργούν σήμερα τα εργαλεία διαχείρισης κρίσεων, γίνεται φανερό ότι παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προσαρμοσμένα σε μια λογική αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων: αργή ενεργοποίηση, περιορισμένη προβλεψιμότητα για τους παραγωγούς, ανεπαρκής σταθεροποίηση εισοδήματος. Παράλληλα, τα εργαλεία που σχετίζονται με τη λειτουργία της αγοράς (αποθήκευση, διαχείριση προσφοράς, μηχανισμοί σταθεροποίησης τιμών) δεν αξιοποιούνται στον βαθμό που θα μπορούσαν.

Η πρόταση της Επιτροπής εισάγει δύο νέα εργαλεία που αξίζει να σχολιαστούν. Το πρώτο είναι η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού ασφάλειας για τις αγορές, το Unity Safety Νet, που καλύπτει κινδύνους αγοράς, αλλά ρητά αποκλείει τις ζημίες από κλιματικές και καταστροφικές εκδηλώσεις, οι οποίες παραπέμπονται στα εθνικά σχέδια. Αυτός ο διαχωρισμός δεν αντανακλά την πραγματικότητα: Στην πράξη, κλιματικά φαινόμενα και αγορά αλληλεπιδρούν και δεν διαχωρίζονται εύκολα. Το δεύτερο είναι η πρόβλεψη για κρίσιμα αποθέματα αγροτικών προϊόντων σε εθνικό επίπεδο, κατεύθυνση που χαιρετίζουμε, αλλά με την προϋπόθεση ότι η υλοποίησή της θα στηριχθεί σε υπάρχουσες συλλογικές υποδομές και όχι σε νέες παράλληλες δομές.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, με εξαγωγικούς τομείς ευρωπαϊκής εμβέλειας όπως το ελαιόλαδο, επιτραπέζια ελιά, οπωροκηπευτικά, η απουσία αποτελεσματικών εργαλείων αγοράς δεν είναι διαχειριστικό κενό. Είναι στρατηγικό έλλειμμα, που επηρεάζει άμεσα το εισόδημα των παραγωγών και την ανταγωνιστικότητα των συνεταιρισμών στη διεθνή αγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο ΣΑΣΟΕΕ ζητά:

  • Την επέκταση του Unity Safety Νet, ώστε να καλύπτει και ζημίες από κλιματικές και καταστροφικές εκδηλώσεις, καθώς ο διαχωρισμός μεταξύ κινδύνων αγοράς και κλιματικών κινδύνων δεν αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες, που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί.
  • Τη μετατόπιση προς ένα πιο προληπτικό και λειτουργικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, με ταχύτερη ενεργοποίηση και σαφ΄η κριτήρια.
  • Την ενίσχυση και επικαιροποίηση των εργαλείων της Κοινής Οργάνωσης Αγορών, ώστε να ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες και να συμβάλλουν ουσιαστικά στη σταθεροποίηση της αγοράς.
  • Την υλοποίηση των εθνικών αποθεμάτων αγροτικών προϊόντων μέσα από υπάρχουσες συλλογικές υποδομές, π.χ. αποθήκες συνεταιρισμών, δίκτυα εφοδιασμού και όχι μέσα από νέες παράλληλες δομές.

Γνώση και καινοτομία

Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στον τομέα της γνώσης και της καινοτομίας, με την ανάπτυξη νέων εργαλείων, τεχνολογιών και ερευνητικών αποτελεσμάτων. Παρά την εξέλιξη αυτή, η εικόνα στο πεδίο δείχνει ότι η αξιοποίησή τους από τους παραγωγούς δεν ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό. Διαμορφώνεται έτσι ένα σαφές χάσμα μεταξύ παραγωγής γνώσης και εφαρμογής της, χάσμα που δεν αφορά μόνο την πρόσβαση στην πληροφορία, αλλά συνδέεται και με την απουσία αποτελεσματικών γεφυρών μεταξύ του ερευνητικού οικοσυστήματος και της παραγωγικής πραγματικότητας.

Υπάρχουν ήδη στη χώρα μας παραδείγματα όπου η αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων σε οργανωμένο επίπεδο, μπορεί να έχει μετρήσιμο αντίκτυπο σε πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Ο ΣΑΣΟΕΕ έχει επενδύσει ενεργά σε αυτή την κατεύθυνση και η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί καταδεικνύει ότι η καινοτομία, όταν συνδυάζεται με οργανωμένες συλλογικές δομές και κατάλληλη υποστήριξη, μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και σε κλίμακα. Το ζήτημα επομένως δεν είναι η έλλειψη λύσεων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές φτάνουν στον παραγωγό. Και εδώ το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό: Τα αποτελέσματα έρευνας, που χρηματοδοτούνται μέσω προγραμμάτων όπως το Horizon, σπάνια μεταφράζονται σε εφαρμόσιμες λύσεις για τον μέσο παραγωγό ιδίως όταν δεν υπάρχουν ενδιάμεσοι φορείς, που να αναλαμβάνουν αυτή τη μετάφραση.

Στο πλαίσιο αυτό, η νέα πολιτική εισάγει μια σημαντική πρόβλεψη: Tην υποχρέωση δημιουργίας εθνικής αρχής για τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή και παρακολούθηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αυτή η κατεύθυνση είναι θετική, αρκεί να υλοποιηθεί με τη σωστή λογική. Η διαλειτουργικότητα έχει αξία μόνο αν τα δεδομένα που παράγονται ωφελούν τον ίδιο τον αγρότη και δεν μετατρέπονται σε νέο διοικητικό βάρος. Αυτό σημαίνει σαφείς κανόνες για την κυριότητα, την πρόσβαση και τη δευτερογενή χρήση των αγροτικών δεδομένων, με τον παραγωγό να παραμένει κύριος των δεδομένων της εκμετάλλευσής του.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο ΣΑΣΟΕΕ ζητά:

  • Τη μετατόπιση της έμφασης από την απλή ανάπτυξη λύσεων στην ενίσχυση της εφαρμογής της καινοτομίας στην πράξη, αξιοποιώντας την εμπειρία από υφιστάμενες πρωτοβουλίες ψηφιακού μετασχηματισμού, που έχουν ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε εθνικό επίπεδο.
  • Τη διασφάλιση της ουσιαστικής συμπληρωματικότητας μεταξύ της ΚΑΠ, του Horizon Europe και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ώστε τα ερευνητικά αποτελέσματα να μεταφράζονται σε εφαρμόσιμες λύσεις για τους παραγωγούς και όχι να παραμένουν στο επίπεδο της επιστημονικής δημοσίευσης.
  • Την ενίσχυση των επενδύσεων σε ψηφιακά συστήματα διαχείρισης, παρακολούθησης και υποστήριξης αποφάσεων στο επίπεδο της εκμετάλλευσης όχι μόνο σε φυσικές υποδομές, με ρητή πρόβλεψη στο Εθνικό Σχέδιο.
  • Τη διασφάλιση σαφών κανόνων για την κυριότητα και την προστασία των αγροτικών δεδομένων, ώστε η ψηφιοποίηση να λειτουργεί προς όφελος του παραγωγού και όχι εις βάρος του.
  • Την αναγνώριση των συνεταιρισμών ως φορέων διάχυσης και εφαρμογής της καινοτομίας σε κλίμακα, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα με κατακερματισμένη παραγωγή όπου η συλλογική δομή είναι η μόνη βιώσιμη οδός για την πρόσβαση στην τεχνολογία.

Αγροτικές περιοχές

Οι αγροτικές περιοχές της χώρας αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια μια σειρά από προκλήσεις, που σχετίζονται κυρίως με τη μείωση του πληθυσμού και τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας. Παρά τις παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η βιωσιμότητα αυτών των περιοχών παραμένει εύθραυστη. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η στήριξη των αγροτικών περιοχών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από τη λειτουργία της παραγωγής. Η γεωργία παραμένει ο βασικός πυλώνας οικονομικής δραστηριότητας σε πολλές περιοχές της χώρας και όταν είναι βιώσιμη, δημιουργεί εισόδημα, συγκρατεί πληθυσμό και στηρίζει την τοπική οικονομία. Αντίθετα, όταν αποδυναμώνεται, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στον τομέα αλλά επηρεάζουν το σύνολο της τοπικής κοινότητας.

Σε δεκάδες περιοχές της χώρας ο αγροτικός συνεταιρισμός είναι η μοναδική οργανωμένη οικονομική οντότητα που λειτουργεί. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Είναι διαπιστωμένη πραγματικότητα. Και αποτυπώνει κάτι ουσιαστικό: Η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε παρεμβάσεις στήριξης, αλλά απαιτεί ένα λειτουργικό και ανταγωνιστικό παραγωγικό σύστημα με συνεταιρισμούς στον πυρήνα του.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο ΣΑΣΟΕΕ ζητά:

  • Την πρωτεύουσα έμφαση στη βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα της αγροτικής παραγωγής ως βάση για κάθε αναπτυξιακή παρέμβαση στις αγροτικές περιοχές.
  • Την ενίσχυση επενδύσεων, που αυξάνουν την τοπική προστιθέμενη αξία (μεταποίηση, αποθήκευση, οργάνωση αγοράς) με προτεραιότητα σε συλλογικά σχήματα.
  • Τη ρητή αναγνώριση των συνεταιρισμών και των οργανώσεων παραγωγών ως βασικών πυλώνων τοπικής ανάπτυξης και οικονομικής συνοχής, με απλοποιημένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, που δεν απαιτεί τη διαμεσολάβηση μεγάλων αναπτυξιακών σχημάτων.

Συμπερασματικά

Σε εθνικό επίπεδο, η επιτυχία της νέας ΚΑΠ θα εξαρτηθεί και από την ικανότητα της χώρας να προχωρήσει σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις εφαρμογής. Κρίσιμες προτεραιότητες είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας του συστήματος διαχείρισης ενισχύσεων, η διαμόρφωση σταθερού πλαισίου για τα συλλογικά σχήματα, η ενίσχυση των γεωργικών συμβουλών και η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού με πραγματική διαλειτουργικότητα των συστημάτων.

Παράλληλα, απαιτείται στοχευμένη ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων των παραγωγών και των συλλογικών δομών, καθώς και η ανάπτυξη σύγχρονων ψηφιακών και φυσικών υποδομών στις αγροτικές περιοχές, ώστε οι νέες τεχνολογίες να μπορούν να αξιοποιηθούν στην πράξη. Τέλος, η αγροτική πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη συνολική στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη: η στήριξη βιώσιμων τοπικών οικονομιών, με έμφαση σε δυναμικές κωμοπόλεις που λειτουργούν ως κόμβοι υπηρεσιών, απασχόλησης και ποιότητας ζωής, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα τόσο για την παραμονή όσο και για την προσέλκυση νέων ανθρώπων στον αγροτικό χώρο. Η αποτελεσματική εφαρμογή της νέας ΚΑΠ προϋποθέτει, επίσης, έναν ουσιαστικό βαθμό θεσμικής και πολιτικής συνέχειας σε εθνικό επίπεδο, ώστε οι βασικές επιλογές να διαμορφώνονται με όρους σταθερότητας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Η χώρα χρειάζεται μια σταθερή εθνική στρατηγική για τον αγροτικό τομέα, με συνέχεια και συνέπεια στον χρόνο.

Χωρίς τις παρεμβάσεις αυτές, η απόσταση μεταξύ ευρωπαϊκού σχεδιασμού και εθνικής εφαρμογής θα παραμείνει μεγάλη.

Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η επόμενη Κοινή Αγροτική Πολιτική καλείται να ισορροπήσει μεταξύ αυξημένων φιλοδοξιών και πραγματικών δυνατοτήτων εφαρμογής. Η εμπειρία της τρέχουσας περιόδου δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα της πολιτικής δεν θα κριθεί μόνο από τον σχεδιασμό της, αλλά κυρίως από το κατ΄α πόσο τα εργαλεία που θα προβλεφθούν θα είναι λειτουργικά, εφαρμόσιμα και προσαρμοσμένα στις συνθήκες του τομέα.

Για τον ΣΑΣΟΕΕ, το κριτήριο είναι απλό: Η νέα πολιτική πρέπει να διασφαλίζει σταθερότητα εισοδήματος για τους παραγωγούς, ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ κρατών μελών και ουσιαστική στήριξη της συλλογικής οργάνωσης ως μοχλού ανάπτυξης. Αυτές δεν είναι γενικές αρχές αρχές. Είναι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που θα παρακολουθούμε σ εκάθε φάση της διαδικασίας. Παραμένουμε ενεργά παρόντες και θα επανέλθουμε με αναλυτικότερες θέσεις, καθώς η συζήτηση εξελίσσεται.

 

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: