Η διαπραγμάτευση για τη νέα ΚΑΠ ξεκινά με τον χρηματοδοτικό πήχη χαμηλά

Η έναρξη της διαβούλευσης για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της περιόδου 2028-2034 πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων και περιορισμένων πόρων, με τον χρηματοδοτικό πήχη να τίθεται αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Από τα περίπου 19 δισ. ευρώ που αντιστοιχούσαν στην Ελλάδα για την περίοδο 2021-2027, η νέα πρόταση περιορίζει το ποσό στα 14,6 δισ. ευρώ, γεγονός που δημιουργεί έντονο προβληματισμό αλλά και πίεση για αποτελεσματικότερη διαπραγμάτευση και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων. Μάλιστα, από όλους τους συμμετέχοντες υποστηρίχθηκε ότι είναι στο χέρι της Ελλάδας να αναζητήσει κονδύλια, για να μη μειωθούν οι αγροτικές επιδοτήσεις, είτε από άλλους τομείς (Συνοχή κ.ά.) είτε με εθνικούς πόρους.
Στο πλαίσιο αυτό, η εναρκτήρια εκδήλωση της διαβούλευσης στις 21 Απριλίου στην Αθήνα ανέδειξε τη σημασία της έγκαιρης και ολοκληρωμένης συγκρότησης ενός σχεδίου Εθνικής και Περιφερειακής Σχέσης, που είναι υποχρέωση της χώρας μας, ώστε να μπορέσει να απορροφήσει τα αντίστοιχα κονδύλια, που θα προβλέπονται από το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα της ΕΕ. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, τόνισε ότι «η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ δεν αφορά μόνο τις άμεσες ενισχύσεις, αλλά το συνολικό μέλλον της αγροτικής παραγωγής, την επισιτιστική ασφάλεια και τη συνοχή της υπαίθρου». Υπογράμμισε ότι η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα παλαιά διαρθρωτικά προβλήματα και νέες προκλήσεις, σημειώνοντας ότι «χρειάζονται λύσεις, που θα δημιουργούν πραγματική προοπτική για το μέλλον και όχι απλώς διαχείριση του παρελθόντος».
Πέντε βασικοί άξονες
Ο ίδιος έθεσε πέντε βασικούς άξονες για τη νέα αγροτική πολιτική, δίνοντας έμφαση στη διασφάλιση δίκαιου εισοδήματος για τους παραγωγούς, στη σύνδεση ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητας, καθώς και στην ανάγκη επενδύσεων σε τεχνολογία και καινοτομία. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη μετάβαση των πληρωμών των επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, επισημαίνοντας ότι «τα ίδια χρήματα θα μοιράζονται με δικαιότερο τρόπο υπέρ των πραγματικών παραγωγών». Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η χώρα επιδιώκει «να εξασφαλίσει το μέγιστο δυνατό σύνολο πόρων» και να προστατεύσει τον ρόλο της ΚΑΠ και της πολιτικής συνοχής ως κομβικών εργαλείων ανάπτυξης.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, χαρακτήρισε τη διαδικασία «ιστορική ευκαιρία» για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα. Όπως ανέφερε, «οικοδομούμε ένα νέο εθνικό συμβόλαιο για την ελληνική γεωργία», δίνοντας έμφαση στη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων. Τόνισε ότι η διαπραγμάτευση είναι «εξαιρετικά σύνθετη» και εξελίσσεται σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, επισημαίνοντας την ανάγκη η Ελλάδα «να χτίσει κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης ώστε η φωνή της να ακουστεί δυνατά στις Βρυξέλλες».
Ο κ. Σχοινάς υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των πόρων, αλλά «το τι πληρώνουμε με αυτά τα χρήματα», επιμένοντας ότι η νέα ΚΑΠ «θα κριθεί από το κατά πόσο απαντά στα πραγματικά προβλήματα των παραγωγών». Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων που παρουσίασε είναι η στήριξη των νέων αγροτών, η ενίσχυση των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων, η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Καθοριστική συζήτηση
Σημαντική ήταν και η παρέμβαση του προέδρου της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τον πρωτογενή τομέα, Γιάννη Οικονόμου, ο οποίος σημείωσε ότι «η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ είναι καθοριστική όχι μόνο για τον αγροτικό τομέα αλλά και για την κοινωνική συνοχή και την ασφάλεια της χώρας». Έθεσε τέσσερις βασικές προτεραιότητες: Την αξιολόγηση της προηγούμενης περιόδου, τον εντοπισμό κρίσιμων θεματικών, τη δυνατότητα εφαρμογής των μέτρων από τους ίδιους τους παραγωγούς και την αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Παράλληλα, έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον του τομέα, όπως «αν θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την ΚΑΠ μόνο ως εργαλείο εισοδηματικής στήριξης ή ως μηχανισμό αναδιάρθρωσης».
Στο επίπεδο της διοίκησης, η γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών, Αργυρώ Ζέρβα, εστίασε στην ανάγκη απλοποίησης και σύνδεσης των χρηματοδοτήσεων με μετρήσιμα αποτελέσματα. Όπως ανέφερε, «η νέα αρχιτεκτονική συγκεντρώνει τις παρεμβάσεις σε έναν βασικό πυρήνα, με μεγαλύτερη έμφαση σε νέους αγρότες και μικρές εκμεταλλεύσεις», ενώ τόνισε ότι οι περιβαλλοντικές δράσεις (οικολογικά σχήματα και γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα) ενσωματώνονται πλέον σε ενιαίο πλαίσιο.
Μετάβαση στη νέα αρχιτεκτονική
Αντίστοιχα, ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής, Αντώνης Φιλιππής, υπογράμμισε ότι «η νέα ΚΑΠ πρέπει να λειτουργήσει ως στρατηγικό εργαλείο ανθεκτικότητας», επισημαίνοντας ότι η μετάβαση στη νέα αρχιτεκτονική δημιουργεί ευελιξία αλλά και ανησυχίες. Όπως είπε, «η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευνοημένες χώρες, αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το πώς θα αξιοποιήσει τις συνέργειες με άλλα ταμεία».
Από την πλευρά του σχεδιασμού, ο σύμβουλος της Αντιπροεδρίας, Κωστής Μουσουρούλης, επισήμανε ότι «η επιτυχία θα κριθεί από την ικανότητα κατάρτισης ενός πειστικού σχεδίου Εθνικής και Περιφερειακής Εταιρικής Σχέσης (ΕΠΕΣ), που συνδέει πόρους και μεταρρυθμίσεις με πραγματικές ανάγκες», ενώ ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Πέτρος Αγγελόπουλος, τόνισε ότι «η νέα ΚΑΠ βασίζεται σε κοινούς στόχους και δείκτες επιδόσεων, με ισχυρή έμφαση στο περιβάλλον και την καινοτομία».
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στις τοποθετήσεις των παραγωγικών φορέων. Ο πρόεδρος του ΣΑΣΟΕΕ, Γιώργος Κατσούλης, σημείωσε ότι «η επιτυχία της νέας ΚΑΠ θα κριθεί κυρίως από την εφαρμογή της και όχι από τον σχεδιασμό». Εξέφρασε ανησυχίες για τη διατήρηση του κοινού χαρακτήρα της πολιτικής και προειδοποίησε ότι «η αυξημένη εθνική συγχρηματοδότηση μπορεί να δημιουργήσει ανισότητες μεταξύ κρατών μελών». Παράλληλα, τόνισε ότι «το εισόδημα του παραγωγού παραμένει το βασικό κριτήριο για το αν η πολιτική λειτουργεί», περιγράφοντας μια κατάσταση όπου το αυξημένο κόστος και η αστάθεια των τιμών αποτελούν πλέον «κανονικότητα».
Ανανέωση γενεών
Ο ίδιος ανέδειξε και το ζήτημα της ανανέωσης των γενεών, επισημαίνοντας ότι «το πρόβλημα δεν είναι μόνο η είσοδος νέων στον τομέα, αλλά η δυνατότητα παραμονής τους», ενώ υπογράμμισε τον ρόλο των συνεταιρισμών ως κρίσιμων δομών στήριξης. Στο πεδίο του περιβάλλοντος, σημείωσε ότι «η πολυπλοκότητα των μέτρων λειτουργεί αποτρεπτικά», ζητώντας απλούστευση και μεγαλύτερη ευελιξία για τα κράτη μέλη.
Στον τομέα της κτηνοτροφίας, ο γενικός γραμματέας της ΕΔΟΦ, Αλέξανδρος Μπότος, έθεσε το ζήτημα της δίκαιης κατανομής των ενισχύσεων, τονίζοντας ότι «πρέπει να βασίζονται στο ζωικό κεφάλαιο και την ποιοτική παραγωγή». Επισήμανε επίσης την ανάγκη άμεσης στήριξης για την ανασύσταση των κοπαδιών και ενίσχυσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών, σημειώνοντας ότι «σε πολλές περιπτώσεις είναι πρακτικά ανύπαρκτες».
Από την πλευρά των γεωτεχνικών, ο εκπρόσωπος της ΠΟΓΕΔΥ, Θεόδωρος Κοκκίνης, προειδοποίησε για τον κίνδυνο απώλειας πόρων λόγω γραφειοκρατίας και υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας εθνικού φορέα διαχείρισης υδάτων. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού από τρίτες χώρες, το οποίο –όπως είπε– «δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της ΔΟΒ, Ευθύμιος Φωτεινός, τόνισε ότι «οι ενισχύσεις πρέπει να συνδέονται περισσότερο με την παραγωγή», ενώ ο εκπρόσωπος της ΕΔΟΑΟ, Κωνσταντίνος Ευσταθίου έθεσε τα εξής ζητήματα:
• Ανάγκη εκπόνησης στρατηγικών σχεδίων ανά κλάδο.
• Οι ετεροεπαγγελματίες ξεπερνούν το 50%, με αυξητική τάση. Τους θέλουμε ή όχι; Και υπό ποιους όρους.
• Πόσους αγρότες θέλουμε να έχουμε τα επόμενα δέκα χρόνια;
• Αλλαγή κληρονομικού δικαίου.
• Δεν έχει αναγνωριστεί η ιδιότητα του αμπελουργού-οινοποιού.
• Οι νέοι γεωργοί θα πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί πριν μπουν στο πρόγραμμα.
Τροχοπέδη η εκπαίδευση
Στο πεδίο της γνώσης, η Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, υπογράμμισε ότι «η μεγαλύτερη τροχοπέδη είναι η εκπαίδευση», επισημαίνοντας την ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης των δεξιοτήτων στον αγροτικό τομέα.
Τέλος, ο Πέτρος Λιούπης, γραμματέας του Συλλόγου Ελλήνων Σποροπαραγωγών και Σποροφύτων, πρότεινε την εφαρμογή πολυετών συστημάτων αμειψισποράς και αναφέρθηκε στο αυξανόμενο κόστος ενοικίασης γης, σημειώνοντας ότι «σε πολλές περιπτώσεις οι επιδοτήσεις καταλήγουν στους ιδιοκτήτες και όχι στους παραγωγούς».
Συνολικά, η διαβούλευση για τη νέα ΚΑΠ αναδεικνύει ένα σαφές δίλημμα: Από τη μία πλευρά, η ανάγκη για πιο φιλόδοξες πολιτικές σε επίπεδο περιβάλλοντος, καινοτομίας και ανθεκτικότητας, και από την άλλη, η πραγματική δυνατότητα εφαρμογής τους σε ένα κατακερματισμένο και πιεσμένο παραγωγικό σύστημα.
Όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις όλων των πλευρών, το στοίχημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να διασφαλίσει περισσότερους πόρους, αλλά να διαμορφώσει ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό εθνικό σχέδιο, που θα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού σχεδιασμού και εθνικής πραγματικότητας. Παράλληλα, θα πρέπει να απομακρυνθεί από τη λογική του τρέχοντος Στρατηγικού Σχεδίου για την ΚΑΠ, που ήταν αποτέλεσμα μιας πολύ κλειστής διαδικασίας διαβούλευσης και απέτυχε ως σχέδιο, κάτι που όλες οι πλευρές το παραδέχτηκαν, ενώ αναθεωρήθηκε και δύο φορές, μία το 2024 και μία του 2025. Βέβαια, ένα μερίδιο ευθύνης έχει και η Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτή την αποτυχία κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι και σε άλλα κράτη μέλη υπήρξαν αναθεωρήσεις κατά την εφαρμογή των στρατηγικών σχεδίων.
Εκδηλώσεις σε όλες τις περιφέρειες
Το αμέσως επόμενο διάστημα θα ακολουθήσουν ανάλογες εκδηλώσεις διαβούλευσης για την ΚΑΠ 2028-2034 στις 13 περιφέρειες της χώρας. Όλες οι προτάσεις θα κατατεθούν από τους ενδιαφερόμενους στην πλατφόρμα «Δίαυλος», όπως ενημέρωσε η αρμόδια γενική γραμματέας του ΥΠΑΑΤ, Αργυρώ Ζέρβα, κι έπειτα θα γίνει η επεξεργασία των ελληνικών θέσεων.
Μέχρι το τέλος του 2026 θα πρέπει κάθε κράτος μέλος να έχει διαμορφώσει τις θέσεις του. Έτσι ώστε μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2027, που είναι το εξάμηνο της ελληνικής προεδρίας στην ΕΕ, να καταλήξουν τα κράτη-μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε μια συμφωνία πάνω στους κανονισμούς του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της περιόδου 2028-2034, μέσα στο οποίο θα συμπεριληφθούν και οι κανονισμοί εφαρμογής της ΚΑΠ. Τέλος, θα πρέπει από την 1η Ιανουαρίου του 2028 να ξεκινήσει η εφαρμογή των νέων κανονισμών.









