«Από το πιάτο στο αγρόκτημα»: Η νέα πρόταση για τη γεωργία και το περιβάλλον

Η επιλογή των τροφίμων που καταλήγουν καθημερινά στο τραπέζι των πολιτών δεν επηρεάζει μόνο την υγεία, αλλά και το μέλλον της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της βιοποικιλότητας και της ελληνικής υπαίθρου συνολικά. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της νέας επιστημονικής μελέτης που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Discover Sustainability της Springer, με συντονιστή τον καθηγητή του ΑΠΘ Κωνσταντίνο Μάττα και τη συμμετοχή ερευνητικών φορέων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η έρευνα αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο καταναλωτής μέσα από τις διατροφικές του επιλογές, υποστηρίζοντας ότι το «πιάτο» αποτελεί κρίσιμο κρίκο σε ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα, από το χωράφι και την εκμετάλλευση έως το περιβάλλον και την κοινωνία.
«Προσπαθούμε να φέρουμε ξανά στο προσκήνιο τη σημασία της γεωργίας, των αγροδιατροφικών συστημάτων και της υπαίθρου. Τα τελευταία χρόνια έχει υποβαθμιστεί ο ρόλος των αγροτών και των κτηνοτρόφων, ιδιαίτερα στη συνείδηση των αστικών κοινωνιών. Με επιστημονική τεκμηρίωση επιδιώκουμε να αναδείξουμε πόσο σημαντικοί είναι, όχι μόνο για την παραγωγή τροφίμων, αλλά και για τη συνολική λειτουργία της κοινωνίας», τονίζει στην «ΥΧ» ο κ. Μάττας.
Όπως εξηγεί, η συζήτηση για τη διατροφή δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά σε ζητήματα υγείας. «Το πιάτο μας είναι ένα εργαλείο με τεράστια δύναμη. Επηρεάζει την υγεία, το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, ενώ διαμορφώνει ολόκληρη την αλυσίδα των τροφίμων. Για να υπάρχει, όμως, αυτό το πιάτο, προηγούνται οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι. Αν δεν υπάρχει παραγωγή, δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε τα τρόφιμα που θέλει ο καταναλωτής», υπογραμμίζει.
Απειλή η εξάρτηση από λίγες καλλιέργειες
Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη βιοποικιλότητα, επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια διατροφή βασίζεται πλέον σε περιορισμένο αριθμό καλλιεργειών, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη διατροφική ασφάλεια.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, σχεδόν το 90% της διατροφής μας προέρχεται σήμερα από μόλις δέκα είδη, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό της βασίζεται σε μόλις τρία προϊόντα. «Όταν περιορίζεται τόσο πολύ η διατροφή μας, περιορίζεται αντίστοιχα και η βιοποικιλότητα στην παραγωγή. Αντίθετα, προϊόντα όπως τα όσπρια, τα άγρια χόρτα και οι παραδοσιακές καλλιέργειες μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για τους παραγωγούς και να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο βιώσιμων συστημάτων παραγωγής», σημειώνει.
Ο καθηγητής του ΑΠΘ θεωρεί, επίσης, κομβικό τον ρόλο των μικρών παραγωγών και τη στήριξη των τοπικών προϊόντων, προειδοποιώντας ότι η απώλεια της παραγωγικής βάσης μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για τη διατροφική επάρκεια των χωρών στο μέλλον.
«Οι μικροπαραγωγοί είναι ζωτικοί για την ύπαιθρο και τη βιοποικιλότητα. Είναι αυτοί που διατηρούν πολλές παραδοσιακές καλλιέργειες και κρατούν ζωντανές αγροτικές περιοχές που διαφορετικά θα εγκαταλείπονταν», επισημαίνει και προσθέτει: «Η βιοποικιλότητα δεν προστατεύεται μόνο μέσα στα δάση. Προστατεύεται και μέσα από τις καλλιέργειες και το αγροτικό τοπίο».
Κίνδυνος απώλειας της εγχώριας παραγωγικής βάσης
Την ίδια ώρα, ο κ. Μάττας υποστηρίζει ότι η Ευρώπη και οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίζουν τη γεωργία ως κεντρικό πυλώνα κάθε αναπτυξιακής πολιτικής.
«Όταν μιλάμε για πολιτική “από το αγρόκτημα στο πιάτο”, χρειαζόμαστε ταυτόχρονα και μια πολιτική “από το πιάτο στο αγρόκτημα”. Οι επιλογές του καταναλωτή στέλνουν μηνύματα σε όλη την αλυσίδα παραγωγής. Γι’ αυτό οι πολιτικές για το περιβάλλον, την ανάπτυξη, την ποιότητα των τροφίμων και το εισόδημα των παραγωγών πρέπει να λειτουργούν συντονισμένα και όχι αποσπασματικά», αναφέρει.
Ο ίδιος προειδοποιεί ότι η συνεχής υποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής από εισαγόμενα προϊόντα ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα διατροφικής επάρκειας στο μέλλον.
«Αν εγκαταλείψουμε την εγχώρια παραγωγή επειδή βρίσκουμε φθηνότερα εισαγόμενα προϊόντα, υπάρχει ο κίνδυνος στο μέλλον να μην διαθέτουμε την απαραίτητη επάρκεια τροφίμων. Όταν χαθεί η παραγωγή, εγκαταλειφθεί η καλλιέργεια και ένας παραγωγός φύγει από το επάγγελμα, η κατάσταση δεν είναι εύκολο να αντιστραφεί. Η διατροφική ασφάλεια μιας χώρας συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητά της να διατηρεί ενεργό τον πρωτογενή τομέα και αυτό πρέπει να αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για κάθε χώρα», καταλήγει ο κ. Μάττας.







