Λαχαναγορά: Επάρκεια ελληνικού μήλου, αλλά με αυξημένο κόστος και πιέσεις στις τιμές

Επάρκεια ελληνικών μήλων καταγράφεται στην αγορά, παρά τις πιέσεις από τις εισαγωγές και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εγχώρια παραγωγή. Την ίδια στιγμή, οι συνθήκες στην εφοδιαστική αλυσίδα παραμένουν απαιτητικές, καθώς η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών επηρεάζει τη ζήτηση και περιορίζει τα περιθώρια για σημαντικές ανατιμήσεις. Έτσι, οι τιμές κατά την τρέχουσα περίοδο κινούνται, σε γενικές γραμμές, στα περσινά επίπεδα.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Λάλα, έμπορο στη Λαχαναγορά Αθηνών, η ελληνική παραγωγή βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, καθώς το κόστος αυξάνεται σε όλα τα στάδια της εμπορικής διακίνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τιμή του τελάρου, η οποία έχει αυξηθεί από τα 44 στα 62 λεπτά, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κόστος συσκευασίας και εμπορίας.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για καλύτερη οργάνωση της παραγωγής και αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ παραγωγών και εμπόρων. Όπως επισημαίνει ο κ. Λάλας, «η επιλογή νέων ποικιλιών, προσαρμοσμένων στις απαιτήσεις της αγοράς, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού μήλου».
Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν, σύμφωνα με τον ίδιο, οι σύγχρονοι αποθηκευτικοί χώροι και τα οργανωμένα συσκευαστήρια, τα οποία συμβάλλουν στη διατήρηση της ποιότητας, στη βελτίωση της εμφάνισης του προϊόντος και στην ενίσχυση της εμπορικής του ταυτότητας.
Τα κόκκινα μήλα στην πρώτη θέση
Σε επίπεδο ποικιλιών, τα κόκκινα μήλα διατηρούν την πρωτοκαθεδρία, με τη ζήτησή τους να παρουσιάζει αυξητική τάση. Αντίθετα, τα πράσινα μήλα εμφανίζουν κάμψη, γεγονός που αποτυπώνει τις προτιμήσεις των καταναλωτών τη συγκεκριμένη περίοδο. Διαφορετική είναι η εικόνα για τα πιστοποιημένα προϊόντα και, ειδικότερα, για τα βιολογικά μήλα, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, παρατηρείται υποχώρηση της ζήτησής τους. «Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με τις επιφυλάξεις ορισμένων καταναλωτών σχετικά με τον τρόπο παραγωγής όσο και με τις υψηλότερες τιμές που συχνά συνοδεύουν τα συγκεκριμένα προϊόντα».
Απευθυνόμενος στους νέους που εξετάζουν το ενδεχόμενο να επενδύσουν στην καλλιέργεια καρποφόρων δέντρων και, ειδικότερα, στη μηλοκαλλιέργεια, ο κ. Λάλας τονίζει ότι κάθε καλλιέργεια έχει τις δικές της απαιτήσεις και χρειάζεται μεράκι, γνώση και σωστό σχεδιασμό.
Όπως υπογραμμίζει, η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από την παραγωγική δυνατότητα, αλλά και από την ικανότητα των αγροτών να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς. «Η αγορά ζητά ποιοτικά προϊόντα, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και τρόπο παραγωγής. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουν και οι ίδιοι οι αγρότες. Τα μηνύματα τα παίρνουμε όλοι από την αγορά και ιδιαίτερα από τους καταναλωτές, ώστε να γινόμαστε περισσότερο αποτελεσματικοί», επισημαίνει.
Το φιρίκι διατηρεί τη θέση του
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η τοποθέτηση του Γιώργου Καπανιάρη, στελέχους του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ζαγοράς Πηλίου, ο οποίος δραστηριοποιείται στη Λαχαναγορά Αθηνών. Όπως αναφέρει, τα κόκκινα μήλα εξακολουθούν να κυριαρχούν στις προτιμήσεις των καταναλωτών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλες ποικιλίες χάνουν τη δυναμική τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φιρίκι, μια παραδοσιακή ποικιλία με ισχυρή σύνδεση με την παραγωγική ταυτότητα του Πηλίου, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί τη θέση της στην αγορά.
Ο κ. Καπανιάρης εστιάζει, παράλληλα, στην αύξηση του κόστους παραγωγής, η οποία επιβαρύνει τους αγρότες και επηρεάζει συνολικά την εμπορική αλυσίδα. Όπως εξηγεί, «ο συνεταιρισμός προσπαθεί να συγκρατεί τις τιμές των προϊόντων που διαθέτει, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών».
Συγκρίνοντας την περσινή με τη φετινή περίοδο, σημειώνει ότι η τιμή χονδρικής πώλησης των μήλων στη Λαχαναγορά έχει μειωθεί κατά περίπου 10 λεπτά το κιλό. Η υποχώρηση αυτή αφορά την τιμή χονδρικής και όχι την τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά αναδεικνύει μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος και, από την άλλη, οι έμποροι να διατηρήσουν τις τιμές σε προσιτά επίπεδα για τους καταναλωτές. Σε αυτό το περιβάλλον, η ποιότητα, η σωστή οργάνωση και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού μήλου.







