Ανοδική η προτίμηση στους καταναλωτές διεθνώς για τσιπούρα και λαβράκι

Παρά τα 30 χρόνια, που η τσιπούρα και το λαβράκι παίζουν στη διεθνή σκακιέρα των ιχθυηρών ως δύο μεσογειακά είδη που «τάραξαν τα νερά» της παγκόσμιας κατανάλωσης ψαριών, εξακολουθούν να έχουν περιθώρια ανάπτυξης και επέκτασης σε νέες αγορές.
Αυτή τη στιγμή, η διεθνής αγορά καλλιεργούμενων ιχθυηρών κυριαρχείται (στοιχεία FAO, 2022), από τους κυπρίνους (grass carp και silver carp) με 11,3 εκατ. τόνους, τις γαρίδες (whiteleg shrimp) με 6,8 εκατ. τόνους, τα οστρακοειδή (cupped oysters) με 6,2 εκατ. τόνους και τα τιλάπια (Nile tilapia) με 5,3 εκατ. τόνους. Αν εξαιρέσουμε τις γαρίδες και τα στρείδια και μείνουμε στα ψάρια, οι κυπρίνοι και τα τιλάπια είναι τα πιο δημοφιλή παγκοσμίως. Να επισημάνουμε εδώ ότι οι κυπρίνοι είναι πολύ δημοφιλείς στην Ασία και σχεδόν ανύπαρκτοι στην Ευρώπη, ενώ τα τιλάπια τα συναντάμε παντού, κυρίως σε κατεψυγμένη μορφή – και στην Ελλάδα.
Στα αλιεύματα, ο FAO αναφέρει για το 2022 ως κορυφαία θαλάσσια είδη την αντζούγια με 4,9 εκατ. τόνους (καταναλώνεται και ως ιχθυάλευρο), τον μπακαλιάρο Αλάσκας με 3,4 εκατ. τόνους και την παλαμίδα, ένα είδος τόνου που ονομάζεται ευρέως «skipjack tuna», με 3,1 εκατ. τόνους. Όλα τα είδη τόνων που αλιεύονται στους ωκεανούς, έφτασαν περίπου τους 8,3 εκατ. τόνους.
Για τσιπούρα και λαβράκι, οι παγκόσμιοι όγκοι είναι τάξης μερικών εκατοντάδων χιλιάδων τόνων, όχι εκατομμυρίων: Αναφέρονται περίπου 318.600 τόνοι τσιπούρας και 290.670 τόνοι λαβράκι το 2024.
Το 2023 η παγκόσμια προσφορά αλιευτικών προϊόντων ανήλθε σε 136,17 εκατ. τόνους αξίας 292,78 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση σχεδόν 3,7% ως προς τον όγκο και 4,3% ως προς την αξία πωλήσεων.
Η υδατοκαλλιέργεια παρέχει ήδη περισσότερα αλιευτικά προϊόντα (60%) στην ανθρωπότητα από όσα η ελεύθερη αλιεία (40%). Η Ασία παράγει το 91,5% του συνολικού όγκου προϊόντων υδατοκαλλιέργειας (124,8 εκατ. τόνοι).
Τα ψάρια υδατοκαλλιέργειας αποτέλεσαν το 47% της παγκόσμιας παραγωγής (63,84 εκατ. τόνοι). Η μεσογειακή υδατοκαλλιέργεια το 2024 ανήλθε σε 610.571 τόνους (318.600 τόνοι τσιπούρας, 290.670 τόνοι λαβρακιού), παρουσιάζοντας μείωση σχεδόν -4% σε σχέση με το 2023.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις δύο πρώτες χώρες παραγωγής ψαριών μεσογειακής υδατοκαλλιέργειας, αντιπροσωπεύοντας το 19% της παραγωγής τους διεθνώς.
Τόσο τα επιστημονικά ευρήματα για τη διατροφική αξία των μεσογειακών ειδών ιχθυοκαλλιέργειας όσο και η διαφοροποίηση της εστίασης, της λιανικής πώλησης και των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων αγορών, έχει δώσει μεγάλη ώθηση στη ζήτησή τους από χώρες, που μέχρι πρότινος προτιμούσαν άλλα είδη ψαριών και μάλιστα τα τοποθετούν στην κατηγορία υψηλής αξίας προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας. Αυτό φαίνεται και από το ενδιαφέρον της Cooke να αποκτήσει τον έλεγχο της Avramar Greece, προκειμένου να επεκτείνει τις πωλήσεις της – ήδη διαθέτει μονάδες στην Ισπανία – σε τσιπούρα και λαβράκι στη Βόρεια Αμερική και αλλού. Το άλλο μέτωπο αύξησης του περιθωρίου ανάπτυξης της κατανάλωσης μεσογειακών ψαριών είναι η Μέση Ανατολή, μια περιοχή με υψηλά εισοδήματα, που μπορεί μεν αυτή την περίοδο να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, αλλά σε βάθος χρόνου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αντυπωσιακό πεδίο επέκτασης των εξαγωγών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι ο δεύτερος «μνηστήρας» της Avramar Greece προέρχεται από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Aqua Bridge.








