Με αρκετούς αστερίσκους η συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας για τα αγροτικά προϊόντα

Υπερφιλόδοξη και ασαφή σε πολλά σημεία χαρακτηρίζουν αναλυτές την «ανακωχή» μεταξύ των δύο χωρών

Μετά από εργώδεις διαπραγματεύσεις που κράτησαν μήνες, ΗΠΑ και Κίνα κατάφεραν να καταλήξουν σε μια συμφωνία… κατάπαυσης του πυρός, διακόπτοντας έναν εμπορικό πόλεμο που επί μια διετία έριξε τη βαριά σκιά του πάνω από την παγκόσμια οικονομία (σ.σ. οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα κοστίσει τουλάχιστον 0,5% σε ρυθμούς παγκόσμιας ανάπτυξης) και προκάλεσε ισχυρές αναταράξεις στις αγορές αγροτικών εμπορευμάτων.

Η «συμφωνία πρώτης φάσης», όπως ονομάστηκε από τους δύο εμπορικούς εταίρους, υπογράφηκε την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου στον Λευκό Οίκο, μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Κινέζου αντιπροέδρου Λιου Χε μέσα σε ένα κλίμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πανηγυρικό. Πίσω από τα πλατιά χαμόγελα όμως και αφήνοντας προσωρινά κατά μέρος την παραδοχή ότι «μια αργοπορημένη συμφωνία είναι πάντα καλύτερη από μια… μη συμφωνία», πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν από την πρώτη στιγμή να εντοπίσουν τα πολλά θολά και ασαφή της σημεία.

Ας ξεκινήσουμε όμως από τα βασικά, παραθέτοντας αυτά που αναφέρει το 94σελιδο κείμενο της προκαταρτικής συμφωνίας για το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών και δη για τα αγροτικά προϊόντα: Το Πεκίνο δεσμεύεται να πραγματοποιήσει επιπλέον αγορές αγροτικών προϊόντων, αξίας 200 δισ. δολαρίων, από τις ΗΠΑ μέσα στην επόμενη διετία, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη μείωση (από 15% σε 7,5%) κάποιων δασμών σε κινεζικά προϊόντα, αξίας 120 δισ. δολαρίων.

Από αυτά, τα 32 δισ. δολάρια θα αφορούν αγροτικά προϊόντα. Ειδικότερα, η συμφωνία μιλά για αγορές αγροτικών προϊόντων που θα υπερβαίνουν κατά 12,5 δισ. δολάρια τουλάχιστον εκείνες του 2017 (χρονιά που λαμβάνεται ως έτος αναφοράς), ενώ το 2021 το νούμερο αυτό θα πρέπει να ανέβει στα 19,5 δισ. δολάρια. Επιπλέον, υπόσχεται να καταβάλει προσπάθειες, ώστε να αυξήσει περαιτέρω τις εξαγωγές κατά 5 δισ. δολάρια μέχρι το 2025.

Λαμβάνοντας τώρα υπόψη ότι το 2017 αγόρασε από τις ΗΠΑ αγροτικά αγαθά συνολικής αξίας 24 δισ. δολαρίων, η Κίνα θα πρέπει, προκειμένου να τηρήσει το δικό της μέρος της συμφωνίας, να πραγματοποιήσει συνολικές αγορές αγροτικών προϊόντων τουλάχιστον 36,5 δισ. δολαρίων το 2020 και 43,5 δισ. δολαρίων έναν χρόνο μετά, με προοπτική να φτάσει τα 48,5 δισ. δολάρια το 2025, πολύ κοντά στο νούμερο των 50 δισ. δολαρίων για το οποίο έκανε λόγο ο Τραμπ.

Ουσιαστικά, δηλαδή, καλείται να διπλασιάσει τις εισαγωγές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων μέσα σε οκτώ χρόνια.

Πέρα από το νούμερο αυτό καθ’ αυτό, που φαντάζει υπερφιλόδοξο, προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι οι αγορές αυτές, όπως αναφέρεται στο κείμενο, θα πραγματοποιηθούν βάσει των εκάστοτε συνθηκών της αγοράς, οι οποίες μπορεί να υπαγορεύσουν και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους κατά τη διάρκεια του κάθε έτους.

Σόγια, βαμβάκι και κρέας οι κύριοι κερδισμένοι

Επιπλέον, δεν γίνεται καμία αναφορά σε ακριβή νούμερα για κάθε κατηγορία προϊόντων, αν και οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι ο κύριος όγκος θα προέλθει από τη σόγια. H Goldman Sachs, για παράδειγμα, θεωρεί ότι ένα ποσοστό από 40% έως 70% των επιπλέον αγορών θα αφορά τη σόγια. Βεβαίως, στο κείμενο αναφέρονται ρητά, μεταξύ άλλων, το βαμβάκι, τα σιτηρά, τα αλιεύματα «και άλλα αγροτικά προϊόντα».

Ο έτερος μεγάλος «κερδισμένος» πάντως εκτιμάται ότι θα είναι το κρέας, οι εξαγωγές του οποίου στην Κίνα μπορούν από 2 δισ. δολάρια το 2017 να αναρριχηθούν σε 10 δισ. δολάρια το 2020 και 11 δισ. δολάρια το 2021, αντιστοιχώντας στο 25% του συνόλου.

Μένουν στη θέση τους οι τιμωρητικοί δασμοί

Πέρα από τα αγροτικά, η συμφωνία προβλέπει επίσης την αγορά ενεργειακών προϊόντων αξίας 54 δισ. δολαρίων, μεταποιημένων προϊόντων 78 δισ. δολαρίων και υπηρεσιών αξίας 38 δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Στίβεν Μνούτσιν, εφόσον η συμφωνία υλοποιηθεί, το εμπορικό έλλειμμα που έχει η χώρα από το διμερές εμπόριο με την Κίνα αναμένεται να μειωθεί αρκετά από τα 428 δισ. δολάρια στα οποία διαμορφώθηκε το 2018.

Πάντως, οι τιμωρητικοί δασμοί που οι ΗΠΑ επέβαλαν στο Πεκίνο θα διατηρηθούν τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί και η δεύτερη φάση της συμφωνίας, οι διαπραγματεύσεις για την οποία αναμένεται να ξεκινήσουν σύντομα. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, «διαφορετικά, δεν θα είχαμε κανένα χαρτί στα χέρια μας για να διαπραγματευτούμε».