Αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά: Μόνιμο «αγκάθι» η έλλειψη συνεργασιών

Μπορεί οι καιρικές συνθήκες καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου των αρωματικών φυτών να επηρέασαν σημαντικά τις αποδόσεις και την ποιότητα, εντούτοις, σε πολλές περιοχές πραγματοποιήθηκε κανονικά η συλλογή.

Παράλληλα, η εικόνα που δίνεται στον τομέα των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών περισσότερο μοιάζει με έναν πύργο της Βαβέλ και λιγότερο με ένα σύγχρονο μοντέλο παραγωγής. Οι πολυάριθμοι αυτοσχεδιασμοί των παραγωγών, όχι μόνο ως προς το θέμα των καλλιεργειών, αλλά κυρίως στις επιλογές του πολλαπλασιαστικού υλικού, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια συλλογικής εξέλιξης.

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που μέσα από τη συλλογική δράση κατάφεραν να ιδρύσουν σύγχρονη παραγωγική διαδικασία, στηριζόμενη στη γνώση και στην καινοτομία για την εξωστρέφεια.

Στο παράδειγμα αυτό συγκαταλέγεται και η Ομάδα Παραγωγών Αρωματικών Φυτών «Ακαρνανική Γη».

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, κατάφερε τα τελευταία χρόνια να εδραιώσει μία σοβαρή παρουσία στον τομέα αυτόν, ξεκινώντας με τη φύτευση περίπου 500 στρεμμάτων δενδρολίβανου. Η παραγωγή εξελίσσεται στην ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου, όπου τα προηγούμενα χρόνια η καλλιέργεια του καπνού είχε τον πρωταρχικό ρόλο, αλλά στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Τζαχρήστα, αντιπρόεδρο του συνεταιρισμού, ολοκληρώνεται αυτό το διάστημα η συλλογή των φυτών και προχωρά η διαδικασία της αποξήρανσης. Παράλληλα, θα γίνει ο διαχωρισμός των στελεχών του φυτού και το προϊόν θα εξαχθεί στο εξωτερικό με ήδη συμφωνημένη τιμή ως προς την ποσότητα και την ποιότητα. «Κάναμε τα πρώτα βήματα και τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά.

Για το επόμενο διάστημα, στοχεύουμε να διπλασιάσουμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, ώστε να καλύψουμε τις συμβατικές μας υποχρεώσεις».

Περιγράφοντας την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, ο κ. Τζαχρήστας έκανε λόγο για μέτριες αποδόσεις λόγω των βροχοπτώσεων κατά την περίοδο της ανθοφορίας των φυτών. «Το σύνολο των χωραφιών μας αρδεύεται, ώστε να έχουμε μεγαλύτερες αποδόσεις. Το μεγάλο πρόβλημα με το δενδρολίβανο είναι ότι απαιτεί χωράφια που να στραγγίζουν εύκολα, ώστε να μην έχουμε προβλήματα από διάφορες ασθένειες».

Κλείνοντας, ο κ. Τζαχρήστας είπε ότι οι αποδόσεις σε ξηρή δρόγη κυμαίνονται από 400 έως 500 κιλά το στρέμμα για τα ποτιστικά, ενώ για τα ξερικά κυμαίνεται περίπου στο μισό.

Ελίχρυσο ζητούν οι αγορές

Μπορεί το μεγαλύτερο ποσοστό των παραγωγών ΑΦΦ να έχει στραφεί στην καλλιέργεια της ρίγανης και του δενδρολίβανου από τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ο ελίχρυσος κράτησε προς το παρόν μια σταθερή αξία και η ζήτησή του από τις αγορές του εξωτερικού το τελευταίο διάστημα παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον.

Όπως μας εξηγεί η Πόπη Σεμερτζίδου από την Κοζάνη, «η καλλιέργειά του τα τελευταία χρόνια ανεβαίνει σε ζήτηση και οι τιμές του σε αιθέριο έλαιο ανάλογα με την ποιότητα κυμαίνεται από 1.000 έως 3.000 ευρώ το λίτρο». Ταυτόχρονα, η κα Σεμερτζίδου, ενισχύοντας την άποψή της για την τοπική παραγωγή των ρόδων, εστίασε στα τριαντάφυλλα, που καλλιεργούνται στην περιοχή της με θετικά αποτελέσματα από την παραγωγή.

Όπως μας εξηγεί η ίδια, «το ροδέλαιο μπορεί να ξεπεράσει τα 12.000 ευρώ το λίτρο. Για αυτήν, όμως, την ποσότητα απαιτούνται 3 με 4 τόνοι τριανταφυλλιάς. Επίσης, σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ροδόνερο, η τιμή του οποίου κυμαίνεται στα 8-9 ευρώ το λίτρο».

Η κα Σεμερτζίδου, ταυτισμένη απόλυτα με την καλλιέργεια των ΑΦΦ, αναφέρεται σε ένα σημαντικό πεδίο δράσης για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας με πολλές δυνατότητες. Κάνει λόγο για τον ρόλο της μελισσοκομίας σε συνέργεια με την παραγωγή αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, ώστε μέσα από αυτήν τη δράση να προκύψουν νέα προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας και όχι μόνο.

«Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά έχουν πολλαπλές δυνατότητες και ιδιότητες. Δυστυχώς, εμείς δεν τα έχουμε αξιοποιήσει στον βαθμό που θα έπρεπε και για αυτόν τον λόγο η εικόνα που παρουσιάζουν μέχρι σήμερα δεν είναι αυτή που θα έπρεπε.

Άμεση και βασική υποχρέωση όλων των εμπλεκομένων σε αυτήν τη διαδικασία είναι η σύσταση μιας διεπαγγελματικής οργάνωσης, η οποία να αποτελέσει τον βασικό πυλώνα για την ενίσχυση του κλάδου, βάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού και ανοίγοντας νέους δρόμους στις αγορές του εξωτερικού».

Να εφαρμοστεί άμεσα η πανεπιστημιακή έρευνα

Με πολύχρονη εμπειρία και σημαντική έρευνα στον πανεπιστημιακό τομέα, ο Μόσχος Πολυσίου, ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθήνας, κάνει λόγο για ένα νέο ξεκίνημα στον τομέα των αρωματικών φυτών με κανόνες, όρους και προϋποθέσεις.

Εκθέτοντας τις εμπεριστατωμένες απόψεις του, θέτει τους όρους του παιχνιδιού, ώστε οι εμπλεκόμενοι να βγουν κερδισμένοι: «Πρέπει να προσέξουμε τη διατήρηση της ελληνικότητας των ποικιλιών μέσα από την πλούσια βιοποικιλότητα της χώρας μας. Οι καλλιέργειες θα πρέπει να γίνονται αποκλειστικά με βιολογικό τρόπο, ώστε να ταυτίζονται απόλυτα με τον στόχο τους. Θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός των αρωματικών από τα φαρμακευτικά φυτά για να μπορέσουμε να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα σε ζητήματα νομοθεσίας».

Δίνοντας ένα παράδειγμα, ο κ. Πολυσίου είπε πως το βαλσαμόχορτο δεν μπορεί να είναι αρωματικό, γιατί είναι αμιγώς φαρμακευτικό φυτό, άρα συγκαταλέγεται σε κάποια άλλη κατηγορία.

Κλείνοντας, ο κ. Πολυσίου μίλησε για την πολύχρονη έρευνά του πάνω σε θέματα αξιοποίησης διάφορων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών στον τομέα της φυτοπροστασίας των φυτών. «Στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο υπάρχει πολυετής έρευνα στον τομέα αυτόν, με σημαντικά αποτελέσματα. Υπάρχουν αρωματικά φυτά, όπως είναι ο βασιλικός, η μαντζουράνα, το φλισκούνι και άλλα φυτά με εντομοαπωθητικές και άλλες ιδιότητες, τα οποία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην προστασία των φυτών, αλλά και του περιβάλλοντος γενικότερα. Το τελευταίο διάστημα, κινούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση και πιστεύω ότι σύντομα θα έχουμε τα πρώτα αποτελέσματα».