BIOSUSTAIN: Παραδοσιακή γνώση και καινοτομία συμμαχούν για τη βιοποικιλότητα της υπαίθρου

Η Βόρεια Ελλάδα στο επίκεντρο της έρευνας του ευρωπαϊκού έργου Biosustain για τα «ξεχασμένα» φυτά
07/10/2026
5' διάβασμα
biosustain-paradosiaki-gnosi-kai-kainotomia-symmachoun-gia-ti-viopoikilotita-tis-ypaithrou-386904

Έναν θησαυρό που συχνά μένει αθέατος και πηγάζει από τη γνώση των ανθρώπων της υπαίθρου και τη μακρόχρονη συμβίωσή τους με τη φύση επιχειρεί να αναδείξει το BIOSUSTAIN, το ερευνητικό έργο του προγράμματος Interreg NEXT Black Sea Basin, στο οποίο συνεργάζονται η Γεωργία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα. Το έργο φιλοδοξεί να φέρει την παραδοσιακή οικολογική γνώση πιο κοντά στη σύγχρονη επιστήμη, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να αποτελέσει ένα σύγχρονο και πολύτιμο εργαλείο για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.

Όπως αναφέρουν στην «ΥΧ» η γεωπόνος, δρ. αρχιτέκτων τοπίου του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ και επιστημονική υπεύθυνη του έργου, Ελένη Αθανασιάδου, και η υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, γεωπόνος, δρ. αρχιτέκτων τοπίου, Ηρώ Σφουγγάρη, οι αγρότες και οι άνθρωποι της υπαίθρου είναι αυτοί που κατέχουν κυρίως αυτή τη γνώση.

«Είναι αυτοί που διατηρούν τοπικές ποικιλίες, γνωρίζουν τις χρήσεις των αυτοφυών φυτών και διαχειρίζονται τα τοπία της υπαίθρου. Το BIOSUSTAIN έρχεται να καταγράψει αυτή τη γνώση, να τη συνδέσει με τη σύγχρονη επιστήμη και να δείξει πώς μπορεί να αξιοποιηθεί σήμερα στη γεωργία και στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος».

Έτσι, μέσα από το έργο πραγματοποιούνται πιλοτικές μελέτες για τη χρήση των φυτών και τη γνώση που έχει αναπτυχθεί γύρω από αυτά σε τομείς όπως οι παραδοσιακές τέχνες και χειροτεχνίες, οι διατροφικές παραδόσεις και η παραδοσιακή ιατρική.

Από τη γνώση των παλαιότερων στις ανάγκες της σύγχρονης γεωργίας

Η ερευνητική ομάδα του ΑΠΘ εστιάζει στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, περιοχές που συνδέονται άμεσα με τη Λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας. Εκεί, μέσα από επιτόπια έρευνα, συνεντεύξεις και καταγραφή πρακτικών, έχουν εξεταστεί περίπου 150 είδη φυτών, από τα οποία 32 παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και την πιθανή αξιοποίησή τους. Σύμφωνα με τις δύο επιστήμονες, πολλά από αυτά τα είδη θεωρούνται «ξεχασμένα», όμως διαθέτουν σημαντική εμπορική ή οικολογική αξία.

«Το σόργο, για παράδειγμα, που παραδοσιακά χρησιμοποιείται για την κατασκευή σκουπών, το παλιούρι με τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, αλλά και ο μανδραγόρας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα φυτών με πλούσιο εθνοβοτανικό ενδιαφέρον. Παράλληλα, είδη όπως ο ελίχρυσος και η αρτεμισία (Artemisia annua), που ευδοκιμεί στην Κεντρική Μακεδονία, παρουσιάζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις βιομηχανίες καλλυντικών και φαρμάκων», σημειώνουν οι δρ. Αθανασιάδου και Σφουγγάρη.

Η παραδοσιακή οικολογική γνώση δεν αφορά μόνο τις χρήσεις των φυτών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αξιοποιούνται χωρίς να εξαντλούνται οι φυσικοί πόροι. Όπως υπογραμμίζουν οι δύο ερευνήτριες, «είναι η εμπειρία που απέκτησαν οι τοπικές κοινωνίες μέσα από αιώνες συμβίωσης με τη φύση. Αυτή η γνώση, συχνά αποσπασματικά καταγεγραμμένη, κινδυνεύει να χαθεί. Γι’ αυτό και το ευρωπαϊκό έργο επιχειρεί να τη διασώσει, να την τεκμηριώσει και να την επαναφέρει ως εργαλείο για μια πιο ανθεκτική γεωργία απέναντι στην κλιματική αλλαγή».

Experimentoriums

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι τα Experimentoriums, ανοιχτά εργαστήρια όπου συναντιούνται η παραδοσιακή γνώση και η σύγχρονη επιστήμη. Εκεί δοκιμάζονται νέοι τρόποι αξιοποίησης των τοπικών φυτών στη γαστρονομία, τη χειροτεχνία, τα φυσικά καλλυντικά και άλλους τομείς. Στόχος είναι να διερευνηθεί πώς μια παραδοσιακή πρακτική μπορεί να αποκτήσει σύγχρονη εφαρμογή, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για την τοπική οικονομία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Όπως υπογραμμίζουν οι δρ. Αθανασιάδου και Σφουγγάρη, οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων, οι πρακτικές που εφαρμόζονται ακόμη στα χωράφια, οι γνώσεις για τα άγρια φυτά και τις τοπικές ποικιλίες αποτελούν το βασικό υλικό της έρευνας. Χωρίς τη συμβολή τους, ένα τέτοιο έργο δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

«Το BIOSUSTAIN φιλοδοξεί μέχρι το 2027 να ενισχύσει τη διαγενεακή μετάδοση της γνώσης, να συνδέσει τις τοπικές κοινότητες μεταξύ τους και να αναδείξει τη σημασία της παραδοσιακής οικολογικής γνώσης για την προστασία της βιοποικιλότητας», επισημαίνουν και καταλήγουν: «Την ίδια ώρα, ανοίγει νέες προοπτικές για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο, καθώς πολλές από τις παραδοσιακές πρακτικές, όπως η παρασκευή κηραλοιφών, η συλλογή βοτάνων ή η αξιοποίησή τους στη μαγειρική, διατηρούνται μέχρι σήμερα κυρίως από τις γυναίκες των χωριών».