Διπλασιασμός εκτάσεων και παραγωγών στη συμβολαιακή των Μύλων Λούλη

-Διαφήμιση-

Τον βηματισμό του δείχνει να ανακτά σταδιακά το πρόγραμμα συμβολαιακής γεωργίας που από το 2013 έχει θέσει σε εφαρμογή η εταιρεία Μύλοι Λούλη. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης, που δημοσίευσε στις αρχές της εβδομάδας η μεγαλύτερη αλευροβιομηχανία της χώρας, τα στρέμματα που καλλιεργήθηκαν συμβολαιακά τη σεζόν 2017-2018 με διάφορα είδη σιταριού ανήλθαν σε 10.450, ενώ ο αριθμός των παραγωγών που συμμετείχαν έφτασε τους 95.

Τα νούμερα αυτά συνιστούν υπερδιπλασιασμό σε σχέση με τα 5.170 στρέμματα που, σύμφωνα με την αντίστοιχη περυσινή έκθεση, είχαν σπαρθεί τη σιτική περίοδο 2016-2017, στη διάρκεια της οποίας οι παραγωγοί που συμμετείχαν στο εγχείρημα δεν είχαν ξεπεράσει τους 45. Τη δε σεζόν 2018-2019, όπως αναφέρουν στην «ΥΧ» πηγές από την εταιρεία, ο αριθμός τόσο των εκτάσεων όσο και των συνεργαζόμενων αγροτών σημείωσε νέα, έστω και μικρότερη, άνοδο, ενώ περαιτέρω αύξηση αναμένεται για τη φετινή χρονιά (καλλιεργητική σεζόν 2019-2020).

Αλλαγή στόχευσης

Βεβαίως τα νούμερα παραμένουν μικρά και, σε κάθε περίπτωση, μακριά από τα 23.000 και πλέον στρέμματα, τα οποία είχε «πιάσει» η εταιρεία το 2015, στο πλαίσιο της συμβασιοποιημένης καλλιέργειας δίκοκκου και ντίνκελ σιταριού. Όπως είχε γράψει σε παλαιότερο ρεπορτάζ η «ΥΧ», το εν λόγω πρότζεκτ δεν «μακροημέρευσε» και πλέον, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, το συμβολαιακό ενδιαφέρον των Μύλων Λούλη έχει μετατοπιστεί στο μαλακό και στο σκληρό σιτάρι, συμβατικό και βιολογικό, μέσω των οποίων αναζητά πρώτη ύλη με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Σύμφωνα, πάντως, με την Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης, τη σεζόν 2017-2018 το δίκοκκο είχε τη μερίδα του λέοντος μεταξύ των ποικιλιών που καλλιεργήθηκαν συμβολαιακά, φτάνοντας συνολικά τα 3.400 στρέμματα, ενώ ακολούθησαν με 2.000 και 1.800 στρέμματα το συμβατικό και το βιολογικό σκληρό σιτάρι αντίστοιχα.

Σε γεωγραφικό επίπεδο (βλ. χάρτη), οι νομοί Φθιώτιδας και Κοζάνης «έγραψαν» τις περισσότερες εκτάσεις με 2.600 στρέμματα έκαστος (σ.σ. μάλιστα στην Κοζάνη την προηγούμενη χρονιά οι εκτάσεις που είχαν σπαρθεί συμβολαιακά από την εταιρεία ήταν μηδενικές), ενώ ακολούθησαν το Κιλκίς με 1.600 στρέμματα και η Καρδίτσα με 1.500 στρέμματα. Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με την εταιρεία, οι Έλληνες προμηθευτές αντιπροσωπεύουν το 75,93% του συνολικού κύκλου εργασιών της, ενώ οι ξένοι το υπόλοιπο 24,07%.