Έως 22 ευρώ το στρέμμα για κομπόστ μέσω eco schemes

Αναλυτικές οδηγίες για την εφαρμογή του οικολογικού προγράμματος Π1-31.4 εξέδωσε το ΥΠΑΑΤ – Οι ενισχύσεις ανά καλλιέργεια, οι τρεις επιλέξιμες μέθοδοι διαχείρισης των φυτικών υπολειμμάτων και οι υποχρεωτικές εδαφολογικές αναλύσεις
Αναλυτικές οδηγίες για την εφαρμογή του οικολογικού προγράμματος Π1-31.4 «Επέκταση κυκλικής οικονομίας στη γεωργία» παρέχει εγκύκλιος που υπογράφει η γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών, Αργυρώ Ζέρβα, αποσαφηνίζοντας τις προϋποθέσεις συμμετοχής των παραγωγών, τις επιλέξιμες πρακτικές και το ύψος των ενισχύσεων.
Το ποσό της ενίσχυσης μπορεί να φτάσει έως τα 220 ευρώ ανά εκτάριο (22 ευρώ ανά στρέμμα) για τις κηπευτικές καλλιέργειες, ενώ για τις αροτραίες διαμορφώνεται στα 130 ευρώ ανά εκτάριο (13 ευρώ/στρ.), για τις δενδρώδεις στα 160 ευρώ (16 ευρώ/στρ.) και για τα αμπέλια και τα ακτινίδια στα 132 ευρώ ανά εκτάριο (13,2 ευρώ.στρ.). Για τους παραγωγούς που επιλέγουν την επιτόπου κομποστοποίηση των φυτικών υπολειμμάτων, η ενίσχυση ανέρχεται στα 120 ευρώ ανά εκτάριο (12 ευρώ.στρ).
Το πρόγραμμα προβλέπει τρεις διαφορετικές μεθόδους αξιοποίησης των υπολειμμάτων των καλλιεργειών, με κοινό στόχο την επιστροφή οργανικής ουσίας στο έδαφος, τη βελτίωση της γονιμότητάς του και την ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων.
Οι τρεις επιλέξιμες μέθοδοι
Η πρώτη μέθοδος αφορά τη συλλογή όλων των υπολειμμάτων της καλλιέργειας και την παράδοσή τους σε αδειοδοτημένες μονάδες παραγωγής κομπόστ ή βιοαερίου, οι οποίες μπορούν να διαθέσουν το παραγόμενο υλικό για γεωργική χρήση. Στη συνέχεια, ο παραγωγός προμηθεύεται και εφαρμόζει κομπόστ, στερεό κλάσμα χωνεύματος ή ιλύ από εγκαταστάσεις επεξεργασίας αστικών λυμάτων.
Για τη συλλογή και παράδοση των υπολειμμάτων προβλέπεται ενίσχυση 20 ευρώ ανά εκτάριο. Επιπλέον, η προμήθεια και εφαρμογή κομπόστ επιδοτείται με διαφορετικά ποσά ανάλογα με την καλλιέργεια: 90 ευρώ ανά εκτάριο για τις αροτραίες, 180 ευρώ για τα κηπευτικά, 120 ευρώ για τις δενδρώδεις και 92 ευρώ για τα αμπέλια και τα ακτινίδια.
Οι απαιτούμενες ποσότητες υλικού διαφοροποιούνται επίσης ανά καλλιέργεια, από 1.500 λίτρα ανά εκτάριο για τις αροτραίες έως 3.000 λίτρα για τα κηπευτικά. Σε περίπτωση εφαρμογής μικρότερης ποσότητας, η ενίσχυση περιορίζεται αναλογικά. Η αγορά και η παράδοση των υλικών πρέπει να αποδεικνύονται με τα αντίστοιχα παραστατικά, ενώ το κομπόστ οφείλει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό ανάλυσης.
Η δεύτερη μέθοδος προβλέπει την κομποστοποίηση των φυτικών υπολειμμάτων εντός της εκμετάλλευσης. Τα υπολείμματα συλλέγονται, τεμαχίζονται και συγκεντρώνονται σε ειδικούς σωρούς, όπου παραμένουν για τουλάχιστον τέσσερις μήνες, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αερόβια ζύμωση. Το κομπόστ που παράγεται στη συνέχεια διασπείρεται και ενσωματώνεται στο έδαφος.
Οι παραγωγοί πρέπει να διαθέτουν τους αντίστοιχους κομποστοσωρούς και να μπορούν να τους επιδείξουν σε ενδεχόμενο επιτόπιο έλεγχο. Μάλιστα, η εγκύκλιος συνιστά τη δημιουργία ξεχωριστού σωρού ανά αγροτεμάχιο, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μεταφοράς ασθενειών και εχθρών των καλλιεργειών.
Η τρίτη μέθοδος αφορά τη διατήρηση των φυτικών υπολειμμάτων στο χωράφι. Αυτά τεμαχίζονται, ψεκάζονται με κατάλληλα μικροβιακά σκευάσματα που περιέχουν μικροοργανισμούς οι οποίοι αποδομούν τη φυτική βιομάζα και στη συνέχεια ενσωματώνονται στο έδαφος.
Για τον τεμαχισμό και την ενσωμάτωση των υπολειμμάτων προβλέπονται 20 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ η αγορά του μικροβιακού σκευάσματος ενισχύεται με επιπλέον 80 ευρώ ανά εκτάριο. Βασική προϋπόθεση είναι το προϊόν να περιέχει τους κατάλληλους μικροοργανισμούς, όπως προκύπτει από την ετικέτα του, και να έχει αγοραστεί στην ποσότητα που απαιτούν οι οδηγίες χρήσης. Εάν η ποσότητα είναι μικρότερη, η ενίσχυση μειώνεται αναλογικά, ενώ η χρήση μη επιλέξιμου σκευάσματος οδηγεί σε απώλεια της ενίσχυσης.
Υποχρεωτικές οι εδαφολογικές αναλύσεις
Κοινή υποχρέωση για όλους τους παραγωγούς, ανεξάρτητα από τη μέθοδο που θα επιλέξουν, είναι η διενέργεια εργαστηριακών εδαφολογικών αναλύσεων για δύο χαρακτηριστικά: την περιεκτικότητα του εδάφους σε οργανικό άνθρακα και την ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων.
Ο αριθμός των δειγμάτων πρέπει να αντιστοιχεί στο ακέραιο μέρος των εκταρίων που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Τα δείγματα λαμβάνονται από βάθος έως 10 εκατοστών και πρέπει να είναι σύνθετα, προερχόμενα από διαφορετικά σημεία του αγροτεμαχίου.
Οι αναλύσεις μπορούν να πραγματοποιούνται είτε σε δημόσια και εποπτευόμενα από το Δημόσιο εργαστήρια είτε σε ιδιωτικά εργαστήρια που διαθέτουν την απαιτούμενη διαπίστευση. Τα αποτελέσματα πρέπει να περιλαμβάνονται στον περιβαλλοντικό φάκελο της εκμετάλλευσης και να είναι διαθέσιμα σε κάθε έλεγχο.
Για το κόστος των αναλύσεων προβλέπεται πρόσθετη ενίσχυση 20 ευρώ ανά εκτάριο. Ωστόσο, εάν ο παραγωγός δεν πραγματοποιήσει τις προβλεπόμενες αναλύσεις, τις πραγματοποιήσει με λιγότερα δείγματα ή απευθυνθεί σε μη διαπιστευμένο ιδιωτικό εργαστήριο, η συνολική ενίσχυσή του μειώνεται κατά 20%.
Τέλος, η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι τα προβλεπόμενα ποσά ενδέχεται να υποστούν περικοπή σε περίπτωση υπερβάλλουσας ζήτησης, εφόσον οι συνολικές αιτούμενες ενισχύσεις ξεπεράσουν τον διαθέσιμο προϋπολογισμό του προγράμματος.
Δείτε ΕΔΩ την απόφαση







