-Διαφήμιση-
Σπούδασε την αγροτική ειδικότητα που σου αρέσει εντελώς ΔΩΡΕΑΝ!

Εύλογους φόβους για σημαντική αύξηση των κοστολογίων στον πρωτογενή τομέα δημιουργεί η ανηφορική πορεία των τιμών του πετρελαίου στη διεθνή αγορά, σε μια στιγμή που οι Έλληνες αγρότες, όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία, ήδη πληρώνουν τα καύσιμα ακριβότερα από την πλειοψηφία των Ευρωπαίων συναδέλφων τους.

των Γιάννη Τσατσάκη και Αντώνη Ανδρονικάκη

-Διαφήμιση-
Corteva agriculture

Με φόντο την επαναφορά των κυρώσεων στο Ιράν από τον ερχόμενο μήνα –οι οποίες εκτιμάται ότι θα «αφαιρέσουν» από την παγκόσμια προσφορά περί τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως– αλλά και την άρνηση των πετρελαϊκών ομίλων εκτός ΟΠΕΚ να συμμορφωθούν με τις «υποδείξεις» του Ντόναλντ Τραμπ και να αυξήσουν την παραγωγή τους, το brent αναρριχήθηκε μέσα στην εβδομάδα στα 85 δολάρια/βαρέλι, σημειώνοντας νέο υψηλό τετραετίας. Πολλοί αναλυτές μάλιστα προεξοφλούν ότι, παρά το ισχυρό δολάριο –που μέχρι στιγμής και ως ένα βαθμό τουλάχιστον, λειτουργεί εξισορροπιστικά– το ράλι θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο οι τιμές να σπάσουν το 2019 το φράγμα των 100 δολαρίων. Από κοντά και το αμερικανικό αργό, το οποίο κινείται πλέον στην περιοχή των 75 δολαρίων το βαρέλι.

Ακριβότερο 14% το ντίζελ από πέρυσι

Η ανοδική αυτή τάση έχει ήδη αποτυπωθεί και στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα με στοιχεία από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Τιμών, στις 25 Σεπτεμβρίου, η τιμή του ντίζελ (πετρέλαιο κίνησης) στη χώρα μας ήταν στα 1,427 ευρώ/λίτρο όταν μόλις ένα χρόνο πριν βρισκόταν στα 1,252. Πρόκειται για αύξηση 14% σε σχέση με πέρσι ενώ, αν ανατρέξουμε δύο χρόνια πίσω, η αύξηση ανεβαίνει σε 29%, αφού στις 26/9/2016 η τιμή του ντίζελ κίνησης ήταν 1,106 ευρώ/λίτρο.

Πληρώνουν λιγότερο οι… περισσότεροι Ευρωπαίοι

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η Ελλάδα, σύμφωνα πάντα με τα ίδια στοιχεία, έχει την 6η ακριβότερη τιμή σε επίπεδο ΕΕ, αφού μόνο σε Σουηδία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο και Γαλλία οι αγρότες καλούνται να πληρώσουν το πετρέλαιο πιο ακριβά. Από αυτές, ουσιαστικά η μόνη χώρα που μπορεί να συγκριθεί με την Ελλάδα, τόσο από πληθυσμιακής άποψης όσο και από πλευράς επιδείνωσης των τιμών είναι το Βέλγιο, όπου μέσα σε δύο χρόνια η τιμή ανέβηκε 30%.

Όλα αυτά, τη στιγμή που οι Έλληνες αγρότες έχουν πάψει να επωφελούνται από την επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) πετρελαίου. Το μέτρο, υπενθυμίζεται, καταργήθηκε το 2016, στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων προηγούμενων ετών, στερώντας από τον κλάδο ένα ποσό της τάξης των 160 εκατ. ευρώ ετησίως, που αποτελούσε ένα διόλου ευκαταφρόνητο στήριγμα στον βεβαρημένο προϋπολογισμό του Έλληνα παραγωγού.

Όπως είναι φυσικό, οι επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου γίνονται πιο αισθητές σε χώρες που δεν έχουν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι δαπάνες για ορυκτά καύσιμα στον αγροτικό τομέα στη χώρα μας άγγιξαν το 2016 τα 900 εκατ. ευρώ (899 εκατ. ευρώ για την ακρίβεια), τη στιγμή που το σύνολο των δαπανών για ενέργεια την ίδια χρονιά, από κάθε διαθέσιμη πηγή (ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο κ.λπ.), ανήλθε σε 1,08 δισ. ευρώ.

Σε χρηματιστηριακό επίπεδο, οι ανεβασμένες τιμές του πετρελαίου δίνουν στηρίγματα στις τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων, αυξάνοντας όμως παράλληλα το κόστος παραγωγής των τελευταίων.

Βραδυφλεγής βόμβα και για τον προϋπολογισμό

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, εκτός από την πρωτογενή παραγωγή, ακουμπά άμεσα τόσο τον κρατικό όσο και τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ως προς τον πρώτο, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο προϋπολογισμός του 2018 είχε συνταχθεί παίρνοντας ως δεδομένη μια τιμή του brent στα 50,2 δολάρια το βαρέλι (δηλαδή μικρότερη κατά 60% και πλέον της τρέχουσας). Την ίδια στιγμή, οι πρώτες εκτιμήσεις θέλουν τη διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης να ξεκινά από τις 15 Οκτωβρίου, από μια τιμή 1,10 ευρώ/λίτρο, όταν πέρυσι είχε ξεκινήσει από τα 95 λεπτά.

Σε χρηματιστηριακό επίπεδο, το ράλι του πετρελαίου θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι «δίκοπο μαχαίρι» για τα αγροτικά εμπορεύματα, καθώς στηρίζει μεν τις τιμές, αυξάνει όμως και το κόστος παραγωγής τους, ιδιαίτερα για ενεργοβόρες καλλιέργειες, όπως π.χ. το καλαμπόκι.

 

-Διαφήμιση-
Αγροτική Καινοτομία - Γεωργικές Συμβουλές