Η «επέλαση» των κόκκινων ακτινιδίων – Φέρνει νέες φυτεύσεις και συμμαχίες στην ελληνική ύπαιθρο

Σε φάση δυναμικής αναδιάρθρωσης εισέρχεται η καλλιέργεια ακτινιδίου στη Nότια Ευρώπη, με τις ποικιλίες κιτρινόσαρκου και κόκκινου ακτινιδίου να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Η Ελλάδα, μία από τις ισχυρότερες παραγωγικές χώρες πράσινου ακτινιδίου παγκοσμίως, δεν μένει εκτός αυτής της τάσης, καθώς τα πρώτα εμπορικά βήματα των κόκκινων ποικιλιών δημιουργούν προσδοκίες για νέες επενδύσεις, συνεργασίες και διαφοροποίηση του προϊόντος.
Σύμφωνα με τον Juan Prados Edwards, διευθύνοντα σύμβουλο της ισπανικής Generandi, «οι ποικιλίες Gold και Red αναδεικνύονται ως το μέλλον της καλλιέργειας ακτινιδίων στις χώρες της Nότιας Ευρώπης, όπως η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία». Όπως επισημαίνει, η κλιματική αλλαγή και οι ηπιότεροι χειμώνες περιορίζουν τις αποδόσεις των παραδοσιακών πράσινων ποικιλιών, όπως η Hayward, οι οποίες απαιτούν 700-800 ώρες ψύχους. Αντίθετα, οι ποικιλίες του είδους Actinidia chinensis, στις οποίες ανήκουν τα χρυσά (κίτρινα) και τα κόκκινα ακτινίδια, αρκούνται σε 350-400 ώρες ψύχους, καθιστώντας τις καταλληλότερες για τις νέες κλιματικές συνθήκες.
Στην Ιβηρική, η στροφή αυτή είναι ήδη εμφανής. Στην Ισπανία, όπου η παραγωγή ακτινιδίου ανήλθε το 2023 στους 26.900 τόνους, οι ποικιλίες Gold αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της συνολικής παραγωγής, με αυξητικές τάσεις σε περιοχές όπως η Βαλένθια και η Ανδαλουσία. Παράλληλα, στην Πορτογαλία, σε 2.800 εκτάρια καλλιέργειας και με ετήσια παραγωγή 28.000 τόνων, οι παραγωγοί επενδύουν σε Gold και mini ακτινίδια (arguta), αναζητώντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερη προσαρμογή στην αγορά.
Η Ελλάδα, αν και παραδοσιακά προσανατολισμένη στο πράσινο ακτινίδιο, αρχίζει να «πειραματίζεται» με το κόκκινο. Το 2025, καταγράφηκαν οι πρώτες εμπορικές συγκομιδές κόκκινου ακτινιδίου στη Νάουσα Ημαθίας, σηματοδοτώντας την είσοδο της χώρας σε ένα νέο, ανερχόμενο τμήμα της αγοράς. Οι καρποί διατέθηκαν μέσω οργανωμένων δικτύων, όπως της Jingold, ενώ αυξανόμενο ενδιαφέρον εκδηλώνεται τόσο από μεμονωμένους παραγωγούς όσο και από οργανώσεις παραγωγών για την επέκταση των φυτεύσεων.
Οι κόκκινες ποικιλίες, όπως η Rossy Red (Kibi), η Kicoca ή νεότερες ποικιλίες που αναπτύσσονται από μεγάλους διεθνείς ομίλους, προσφέρουν υψηλή γλυκύτητα, εντυπωσιακό εσωτερικό χρώμα και διαφοροποιημένη γευστική εμπειρία, στοιχεία που τις καθιστούν ελκυστικές για απαιτητικές αγορές και καταναλωτές. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλα «club» ακτινιδίων, όπως η Zespri και η Jingold, επενδύουν συστηματικά σε νέες κόκκινες ποικιλίες, επιδιώκοντας να καλύψουν τη ζήτηση για καινοτόμα και υψηλής προστιθέμενης αξίας φρούτα.
Για την ελληνική παραγωγή, η είσοδος των κόκκινων ακτινιδίων δεν έρχεται να αντικαταστήσει το Hayward, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού και πιέσεων από το κόστος παραγωγής, η ποικιλιακή διαφοροποίηση θεωρείται κρίσιμο εργαλείο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, τα κόκκινα ακτινίδια μπορούν να ενισχύσουν το εξαγωγικό προφίλ της χώρας, προσφέροντας ένα προϊόν με σαφή ταυτότητα και υψηλότερες τιμές.
Όπως δείχνουν οι εξελίξεις στη Nότια Ευρώπη, το μέλλον της καλλιέργειας ακτινιδίου περνά μέσα από την προσαρμογή στο κλίμα, την καινοτομία στις ποικιλίες και τη συνεργασία σε οργανωμένα σχήματα εμπορίας. Για την ελληνική ύπαιθρο, η «επέλαση» των κόκκινων ακτινιδίων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο μια νέα καλλιεργητική επιλογή, αλλά και μια ευκαιρία ανανέωσης ενός ήδη δυναμικού κλάδου.








