Ισχυρό δολάριο και υψηλά επιτόκια «καίνε» τους Αμερικανούς αγρότες

Παράπλευρη απώλεια της μάχης κατά του πληθωρισμού ο πρωτογενής τομέας της χώρας

Στην τελευταία συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αποφάσισε, για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα μεταξύ 5,25% και 5,50%, αφήνοντας ωστόσο… ορθάνοιχτο το παράθυρο για μια ακόμα αύξηση, μέχρι το τέλος του χρόνου.

Aν και από τα πρακτικά της συνεδρίασης διαφαίνεται μια διχογνωμία των αξιωματούχων γύρω από την ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, άπαντες συμφώνησαν ότι τα επιτόκια πρέπει να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα «έως ότου η επιτροπή της Fed βεβαιωθεί ότι ο πληθωρισμός κινείται σταθερά προς τον στόχο της», δηλαδή να υποχωρήσει στο 2%. Στο ίδιο μήκος κύματος, η υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ –και πρώην επικεφαλής της Fed–, Tζάνετ Γέλεν, δήλωσε την Τετάρτη ότι «τα υψηλότερα επιτόκια μπορεί να παραμείνουν», προσθέτοντας ότι η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ «δεν είναι σε καμία περίπτωση άλυτη, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί επ’ αυτού».

Ωστόσο, ο αδυσώπητος πόλεμος που εδώ και ενάμιση και πλέον χρόνο έχει κηρύξει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ενάντια στον πληθωρισμό, στέλνοντας τα επιτόκια στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 22 μηνών, δεν είναι δίχως παράπλευρες απώλειες. Σε αυτές, σύμφωνα με την Cobank, συγκαταλέγεται ο πρωτογενής τομέας της χώρας και, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η οικονομία της υπαίθρου.

Όπως υποστηρίζει σε πρόσφατη έκθεσή της η συνεταιριστική τράπεζα που ειδικεύεται στις αγροτικές πιστώσεις –και χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, μεμονωμένους παραγωγούς, οργανώσεις αγροτών και αγροτικές βιομηχανίες–, ο συνδυασμός των υψηλών επιτοκίων και της σχετικά καλής κατάστασης της αμερικανικής οικονομίας (σε σύγκριση π.χ. με την ευρωπαϊκή ή την κινεζική), έχει ισχυροποιήσει το δολάριο «περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να προβλέψει κανείς».

Αυτό ακριβώς το μείγμα υψηλού κόστους δανεισμού και ισχυρού δολαρίου (που δυσκολεύει τις εξαγωγές) αποδεικνύεται εκρηκτικό για την περιφερειακή οικονομία της χώρας, πλήττοντας κλάδους όπως η γεωργία και η μεταποίηση.

Επιστροφή στην κανονικότητα για δολάριο-εμπορεύματα

Όπως εξηγεί ο Rob Fox, επικεφαλής του προγράμματος Έρευνας και Ανταλλαγής Γνώσεων (Knowledge Exchange) της CoBank, τα ασυνήθιστα οικονομικά και γεωπολιτικά γεγονότα της τριετίας 2020-2022 (υγειονομική κρίση, αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, άνοδος του πληθωρισμού, πόλεμος στην Ουκρανία, δημοσιονομική σύσφιξη) οδήγησαν σε μια «ανώμαλη ιστορικά» συνθήκη, κατά την οποία το δολάριο και οι τιμές των εμπορευμάτων κινούνταν ταυτόχρονα προς τα πάνω. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον διαχρονικό κανόνα που θέλει το δολάριο και τις τιμές των περισσότερων εμπορευμάτων να συνδέονται με σχέση αντιστρόφως ανάλογη: Δηλαδή, όταν το δολάριο ανατιμάται, οι τιμές των εμπορευμάτων να υποχωρούν, ενώ, αντίθετα, όταν το δολάριο εξασθενεί, οι τιμές των προϊόντων να ενισχύονται. Καθώς η επίδραση των έκτακτων οικονομικών και γεωπολιτικών γεγονότων σταδιακά ατονεί και παύουν πλέον να λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις της αγοράς, ο διαχρονικός αυτός κανόνας αρχίζει να τίθεται ξανά σε ισχύ. Σύμφωνα με τον αναλυτή της τράπεζας, η μεταστροφή αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αγορά σιταριού.

«Ξεκινώντας από τις 24 Ιουλίου, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης σιταριού στο Σικάγο υποχώρησαν για εννέα συνεχόμενες εβδομάδες, την ώρα που, στο ίδιο διάστημα, ο δείκτης ICE Ιndex του δολαρίου (σ.σ. ενιαία τιμή έναντι των επικρατέστερων ανταγωνιστικών νομισμάτων) σημείωνε ισάριθμες ανόδους. Αυτό δεν είναι σύμπτωση, αλλά επιστροφή στην κανονικότητα», υπογραμμίζει ο κ. Fox, προσθέτοντας: «Στα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της COVID-19, η σχέση μεταξύ του μηνιαίου δείκτη δολαρίου και των μηνιαίων τιμών σιταριού ήταν -0,77, με το -1.0 να αντιστοιχεί στην απόλυτη 1:1 αντίστροφη σχέση».

Eξαίρεση, για την ώρα τουλάχιστον, αποτελεί το πετρέλαιο, οι τιμές του οποίου συνεχίζουν να αυξάνονται εν μέσω των περικοπών στην παραγωγή από τις χώρες του ΟΠΕΚ και τη Σαουδική Αραβία, των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και των μειωμένων επενδύσεων των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων.

«Η πλειοψηφία των διεθνών συναλλαγών εξακολουθεί να πραγματοποιείται σε δολάρια. Έτσι, ένα ισχυρό δολάριο καθιστά τις εξαγωγές των ΗΠΑ ακριβότερες και τις εισαγωγές φθηνότερες. Αμφότερα πλήττουν δυσανάλογα τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της υπαίθρου», τονίζει ο κ. Fox. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί και η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, κάτι που μεταφράζεται σε μειωμένη ζήτηση. «Το χτύπημα είναι διπλό. Οι πελάτες μας στις εξαγωγές, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα αμερικανικά προϊόντα», καταλήγει ο κ. Fox.

Θύμα της χαμηλής ζήτησης –και– το βαμβάκι

Οι συνέπειες της μειωμένης κατανάλωσης είναι ορατές και στην αγορά βάμβακος. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Cobank Εxchange Research για τα Σιτηρά και τους Ελαιούχους Σπόρους, Tanner Ehmke, κάνει λόγο για «ληθαργική εξαγωγική ζήτηση, καθώς το ισχυρό δολάριο και η αδύναμη παγκόσμια οικονομία φρενάρουν τις πωλήσεις», συμπληρώνοντας ότι, στην αρχή του τέταρτου τριμήνου, οι εξαγωγές των ΗΠΑ ήταν μειωμένες κατά 23% σε ετήσια βάση, δίχως να φαίνονται σημάδια ανάκαμψης στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. «Η ζήτηση δεν υποχωρεί μόνο στην Κίνα, μεγαλύτερο εισαγωγέα βάμβακος στον κόσμο, αλλά και σε ΗΠΑ-ΕΕ, καθώς οι καταναλωτές έχουν να αντιμετωπίσουν τον υψηλό πληθωρισμό και τα ακριβά επιτόκια. H διελκυστίνδα μεταξύ μειωμένης προσφοράς και ασθενικής ζήτησης έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές του βάμβακος να κινούνται σε ένα στενό εύρος», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ανησυχία για τις τιμές του φυσικού αερίου

Μια θετική για τους αγρότες εξέλιξη είναι η αποκλιμάκωση των τιμών των λιπασμάτων, η οποία συνεχίστηκε και στο τρίτο τρίμηνο του έτους. Σύμφωνα με τον Kenneth Scott Zuckerberg, αναλυτή Εισροών, Βιοκαυσίμων και Αγροτεχνολογίας της CoBank, η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στην άνυδρη αμμωνία και στο κάλιο, οι τιμές των οποίων υποχώρησαν κατά 30% και 15% αντίστοιχα, ενώ ακολούθησαν το φωσφορικό μονοαμμώνιο (ΜΑP) με πτώση 9% και η ουρία με 6%.

Το γεγονός ότι οι τιμές του φυσικού αερίου, που αντιπροσωπεύει περίπου το 80% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων, μειώθηκαν μεσοσταθμικά κατά 7% στο ίδιο διάστημα, αναμφισβήτητα έπαιξε τοn ρόλο του. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ίδιος, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φαίνεται ότι προεξοφλούν μια αύξηση της τάξης του 22% στο φυσικό αέριο την επόμενη χρονιά, έναντι των τιμών που «παίζουν» σήμερα στη spot αγορά.