Κατηγορηματικό «όχι» Χατζηδάκη για μείωση ΦΠΑ στα τρόφιμα

Κανένα περιθώριο για μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα δεν άφησε ο υπουργός Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης στο πλαίσιο της γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ).

Απαντώντας σε σχετικό αίτημα του προέδρου του ΣΕΒΤ, Γιάννη Γιώτη, εξέφρασε την εκτίμηση ότι μια τέτοια παρέμβαση δεν θα είχε απτό αποτέλεσμα και επικαλέστηκε τόσο τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια όσο και λόγους ισοζυγίου καθώς, όπως ανέφερε, θα ενθάρρυνε την κατανάλωση και όχι τις επενδύσεις. «Δεν πρόκειται να βάλω την υπογραφή μου σε αποσταθεροποίηση του προϋπολογισμού. Προτιμώ να γίνω δυσάρεστος μαζί σας», ήταν μια από τις αποστροφές του υπουργού Οικονομικών.

Την ίδια στιγμή, διαβεβαίωσε τους επιχειρηματίες ότι τα έκτακτα μέτρα για τον περιορισμό της κερδοφορίας και την ακρίβεια είναι προσωρινού χαρακτήρα και, δεδομένου ότι το φαινόμενο του πληθωρισμού είναι, όπως είπε, σε αποδρομή, θα αρθούν την κατάλληλη στιγμή, χωρίς πάντως να δίνει σαφή χρονικό ορίζοντα.

Από την πλευρά του, ο κ. Γιώτης τόνισε ότι οποιαδήποτε μείωση του ΦΠΑ θα περνούσε άμεσα στον τελικό καταναλωτή και υπογράμμισε ότι οι ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων σε πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας οι οποίες αντιστοιχούν στο 50% του κόστους παραγωγής.

Εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκεια του κλάδου για το γεγονός ότι το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους έχει τεθεί βάσει των αντίστοιχων ποσοστών του 2021 και με αυτή τη λογική έχουν υποβληθεί πρόστιμα σε ουκ ολίγες βιομηχανίες του χώρου. Σημείωσε, ακόμα, ότι ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι η καθυστέρηση στην καταβολή των επιδοτήσεων στο πλαίσιο των επενδυτικών προγραμμάτων, μια καθυστέρηση που στις περισσότερες των περιπτώσεων ξεπερνά τους έξι μήνες.

«Άδικη η στοχοποίηση της βιομηχανίας τροφίμων»

Εξάλλου, επικαλούμενος σχετική έρευνα του ΙΟΒΕ ο κ. Γιώτης υποστήριξε ότι, με την εξαίρεση του ελαιολάδου, ο πληθωρισμός των τυποποιημένων τροφίμων διαμορφώθηκε σε μόλις 0,6% τη στιγμή που ο πληθωρισμός στο σύνολο των τροφίμων ήταν στο 5,4% και ο γενικός πληθωρισμός στο 3,1%. Επομένως, τόνισε, «η βιομηχανία τυποποιημένων τροφίμων και ποτών δεν τροφοδοτεί τον πληθωρισμό» και έχει άδικα στοχοποιηθεί γι’ αυτό. Προς επίρρωση αυτού, μάλιστα, ανέφερε ότι, με την εξαίρεση των έκτακτων κερδών από εξαγορές, η κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου ήταν το 2022 μειωμένη κατά 7,5%.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ ξεκαθάρισε ότι καμία βιομηχανία επώνυμων τυποποιημένων τροφίμων δεν επιθυμεί ούτε επιδιώκει ευκαιριακή άνοδο τιμών , υπογραμμίζοντας ότι η περιουσία του Συνδέσμου είναι ο καταναλωτής και βασική προτεραιότητα η προστασία του. Επ’ αυτού, υπενθύμισε ότι ο οι επιχειρήσεις προχώρησαν εθελοντικά σε μείωση τιμών τουλάχιστον 5% σε πάνω από 1.000 προϊόντα.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ αναφέρθηκε επίσης στο υψηλό κόστος της πράσινης μετάβασης και τόνισε την ανάγκη να στηριχθεί ο πρωτογενής τομέας, κάτι που και ο ίδιος, όπως σημείωσε, έχει τονίσει επανειλημμένα στο FoodDrinkEurope (σ.σ. Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Βιομηχανιών Τροφίμων & Ποτών), όπου εκπροσωπεί τη χώρα μας. Επικαλούμενος την περίπτωση του ελαιολάδου, η τιμή του οποίου έχει αυξηθεί, όπως είπε, πάνω από 140% σε σχέση με το 2020, ανέδειξε το ρόλο των ακραίων φαινομένων και της κλιματικής αλλαγής στις αποδόσεις και στην ποιότητα των αγροτικών προϊόντων- κάτι το οποίο αντανακλάται και στα κόστη της βιομηχανίας.

«Ήρθαν για να μείνουν οι αυξημένες τιμές»

Σύμφωνα πάντως με το γεν. διευθυντή του ΙΟΒΕ, Νίκο Βέττα οι αυξημένες τιμές των τροφίμων δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι θα έχει διάρκεια. ο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων. «Πάμε για πληθωρισμό μακράς διάρκειας στα τρόφιμα», ανέφερε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας ότι «δε θα έχει καμία σχέση με αυτό που συνηθίσαμε τα τελευταία 10-15 χρόνια. Μέχρι να δούμε αρνητικό πληθωρισμό-αν δούμε ποτέ- τα επίπεδα τιμών θα παραμείνουν εκεί».

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πληθωρισμός μακράς διάρκειας έχει παγκόσμια χαρακτηριστικά, φέρνοντας το παράδειγμα χωρών όπως η Κίνα και η Ινδία, όπου ο πληθυσμός αυξάνεται διαρκώς, η ζήτηση απέχει πολύ από αυτή που παρατηρούνταν μέχρι πριν κάποια χρόνια ενώ η προσφορά αυξάνεται μεν επίσης, όχι όμως με τον ίδιο ρυθμό. Την ίδια στιγμή, εντείνεται η αβεβαιότητα ενώ τα κόστη- στα οποία συμπεριλαμβάνεται και αυτό της «πράσινης μετάβασης»- παραμένουν υψηλά και δεν προμηνύεται σημαντική μείωσή τους το αμέσως επόμενο διάστημα.

Κατά τη γνώμη του, η απάντηση πρέπει να έρθει μέσα από την ανάπτυξη της προσφοράς και της βελτίωσης της ποιότητας των προϊόντων μέσω των επενδύσεων και της ενίσχυσης του ανταγωνισμού.