Τα κύρια σημεία επίδρασης των βιοδιεγερτών στις καλλιέργειες

Αύξηση της αποδοτικότητας και των ποιοτικών χαρακτηριστικών

άρθρο των Φωτεινής Γιαννακοπούλου, γενικής διευθύντριας του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), και
Αγάπης Κατσουλιέρη, υπεύθυνης Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ ΣΠΕΛ

Ανάμεσα στις σύγχρονες προκλήσεις της γεωργίας, η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, η μείωση της έκτασης της καλλιεργήσιμης γης και η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών των καταναλωτών φέρνουν στο προσκήνιο τη σημασία της αύξησης της αποτελεσματικότητας της λίπανσης (NUE) και τη διατήρηση της γονιμότητας και της υγείας των εδαφικών πόρων. Επίσης, προκύπτει η ανάγκη τα φυτά να γίνουν πιο ανθεκτικά σε συνθήκες περιβαλλοντικής καταπόνησης και συγκεκριμένα να αυξηθεί η αντοχή τους σε συνθήκες ξηρασίας, υψηλής αλατότητας, έλλειψης νερού και δυσμενών θερμοκρασιών.

Οι παραπάνω απαιτήσεις έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων αειφορικών λύσεων, στοχεύοντας στην αύξηση της απόδοσης και της ποιότητας της παραγωγής, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην προστασία των φυσικών πόρων. Οι βιοδιεγέρτες αποτελούν μία τέτοιου είδους αειφορική λύση, η επίδραση των οποίων στην ανάπτυξη των φυτών προέρχεται από την ικανότητά τους να μεταβάλλουν τις φυσιολογικές διαδικασίες, διαφοροποιώντας τον μεταβολισμό του.

Επίσης, με αυτόν τον τρόπο, το φυτό μπορεί να αξιοποιεί πιο αποτελεσματικά το νερό και τα θρεπτικά στοιχεία, αλλά και να βελτιώνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων που αποδίδει. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από παράγοντες, όπως η θρεπτική κατάσταση του φυτού, οι εδαφικές ιδιότητες και οι συνθήκες καταπόνησης που επικρατούν κατά τη διάρκεια του καλλιεργητικού κύκλου (Kelting, et al. 1998; Jardin 2015; Calvo et al., 2014).

Οι βιοδιεγέρτες αποτελούν μια αειφορική λύση, η επίδραση των οποίων στην ανάπτυξη των φυτών προέρχεται από την ικανότητά τους να μεταβάλλουν τις φυσιολογικές διαδικασίες, διαφοροποιώντας τον μεταβολισμό τους

Όσον αφορά την ΕΕ, ο Κανονισμός των Λιπασμάτων (Καν. 1009/2019) αναγνωρίζει και επίσημα τον ρόλο των προϊόντων αυτών στη θρέψη των καλλιεργειών. Συγκεκριμένα, με βάση τον επίσημο ορισμό που δημοσιεύεται στον Νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό των Λιπασμάτων: «Ένας βιοδιεγέρτης φυτών είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία να διεγείρει τις διαδικασίες θρέψης των φυτών ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του προϊόντος σε θρεπτικά στοιχεία, με μοναδικό σκοπό τη βελτίωση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά του φυτού και της ριζόσφαιράς του:

α) Αποδοτικότητα της χρήσης των θρεπτικών στοιχείων.

β) Αντοχή σε αβιοτικές καταπονήσεις.

γ) Χαρακτηριστικά ποιότητας.

δ) Διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων που συγκρατούνται στο έδαφος και στη ριζόσφαιρα».

Τα είδη των βιοδιεγερτών

Οι βιοδιεγέρτες, σύμφωνα με αυτόν τον Κανονισμό των λιπασμάτων της ΕΕ, διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: α) Τους μικροβιακούς βιοδιεγέρτες φυτών, που αποτελούνται από μικροοργανισμό ή συμβιωτική κοινότητα μικροοργανισμών και β) τους μη μικροβιακούς βιοδιεγέρτες φυτών.

Συνεπώς, οι βιοδιεγέρτες είναι μικροβιακά προϊόντα (συνήθως συγκεκριμένα αναγνωρισμένα μικροβιακά στελέχη) ή φυτικής/μικροβιακής/ορυκτής προέλευσης προϊόντα (συνήθως εκχυλίσματα) (Οιχαλιώτης, 2016). Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή βιοδιεγερτικών προϊόντων είναι ποικίλες και μπορεί να χρησιμοποιούνται είτε αυτούσιες, είτε να υπόκεινται σε επεξεργασία.

Ωστόσο, είναι σημαντικό οι βιοδιεγέρτες να προσδιορίζονται περισσότερο από τον τρόπο δράσης και όχι τόσο από τη σύνθεσή τους, ή οποία άλλωστε μπορεί να περιλαμβάνει πληθώρα συστατικών (Kelting et al., 1998; Jardin 2015; Halpern et al., 2015; Bulgari et al., 2015).

Πιο συγκεκριμένα, οι βιοδιεγέρτες μπορεί να ανήκουν σε μία ή και περισσότερες από τις παρακάτω κατηγορίες:

1) Χουμικές ουσίες.

2) Εκχυλίσματα φυκιών και φυτικών μερών, δηλαδή προϊόντα που περιέχουν ορμόνες, με ενεργά συστατικά τις κυτοκινίνες και τις αυξίνες.

3) Προϊόντα υδρόλυσης πρωτεϊνών και αμινοξέα.

4) Μικροβιακά εμβόλια.

5) Ανόργανες ενώσεις.

6) Άλλες κατηγορίες (όπως χιτοζάνη και άλλα βιοπολυμερή, βεταΐνες).

Οι κυριότερες δράσεις των βιοδιεγερτικών προϊόντων στα φυτά είναι οι εξής:

1) Αυξάνουν την αποδοτικότητα της χρήσης των θρεπτικών στοιχείων (NUE).

2) Αυξάνουν την απόδοση των καλλιεργειών.

3) Αυξάνουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τη διατροφική αξία των παραγόμενων προϊόντων.

4) Αυξάνουν την εμπορική αξία των αγροτικών προϊόντων, επιμηκύνοντας τη διάρκεια ζωής τους.

5) Ενισχύουν την αντοχή των καλλιεργειών σε συνθήκες αβιοτικής καταπόνησης.

6) Μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου των καλλιεργητικών συστημάτων.

7) Αυξάνουν την αποτελεσματικότητα της απορρόφησης του νερού από τα φυτά μέσω της ανάπτυξης του ριζικού συστήματος.

8) Βελτιώνουν τη γονιμότητα των εδαφικών πόρων.

9) Αυξάνουν τη μικροβιακή βιοποικιλότητα των εδαφών.

10) Υποστηρίζουν την παραγωγή βιολογικών προϊόντων.

Αλλαγή αντίληψης

Είναι γεγονός ότι οι βιοδιεγέρτες αποτελούν μια κατηγορία των προϊόντων θρέψης που αναμένεται να συνεξελιχθούν μαζί με τα ανόργανα και οργανικά λιπάσματα για τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος ενίσχυσης της θρέψης, της ευρωστίας των καλλιεργούμενων φυτών και της αειφορίας των αγροτικών οικοσυστημάτων.

Επίσης, αυτό που παρατηρείται, πλέον, στη βιομηχανία των λιπασμάτων είναι ότι υπάρχει μια εμφανής αλλαγή στην αντίληψη του κλάδου της θρέψης των καλλιεργειών. Φαίνεται ότι ο κλάδος τοποθετείται πλέον στη θετική επίδραση που θα έχουν οι λύσεις και τα προϊόντα θρέψης με όρους ισότητας, διαφάνειας και βιωσιμότητας.