ΜΚΟ – The Protein Project: Απαιτούνται ριζικές αλλαγές στην Ευρώπη για την απεξάρτηση από τις εισαγωγές σόγιας

Η πρωτεϊνική εξάρτηση της ΕΕ από τη σόγια αποτελεί διαχρονικό ζήτημα που έχει οδηγήσει επανειλημμένα στην αναζήτηση εναλακτικών στρατηγικών απεξάρτησης. Παρά τις προσπάθειες η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία παραμένει σχεδόν πλήρως εξαρτημένη από αυτή ως ζωοτροφή.
Νέα έκθεση της ΜΚΟ The Protein Project, με τίτλο «Από την Εξάρτηση στη Διαφοροποίηση», εκτιμά ότι η ΕΕ μπορεί να μειώσει τις εισαγωγές σόγιας κατά 20% έως το 2035, μόνο, όμως, μέσω συνδυασμού πολιτικών, ενώ προειδοποιεί, παράλληλα, ότι η επισιτιστική ασφάλεια παραμένει ευάλωτη σε σοβαρές διαταραχές εφοδιασμού.
Μια εξάρτηση που ξεπερνά το 91% σε εισαγωγές
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η ΕΕ παράγει μόλις το 9% της σόγιας που καταναλώνει, ενώ το υπόλοιπο 91% καλύπτεται από εισαγωγές. Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση παραμένει μεγάλη, καθώς περίπου το 86% των εισαγωγών προέρχεται από τρεις χώρες, Βραζιλία, Αργεντινή και ΗΠΑ.
Η σόγια αποτελεί τη βασική πηγή πρωτεΐνών για την κτηνοτροφία, άρα κάθε διαταραχή πλήττει συνολικά την παραγωγή ζωικών προϊόντων. Η μελέτη εκτιμά ότι χωρίς πρόσβαση σε εισαγόμενες ζωοτροφές υψηλής συγκέντρωσης πρωτεΐνης, η ΕΕ θα μπορούσε να χάσει έως και 40% της κτηνοτροφικής παραγωγικής της ικανότητας, με μεγαλύτερες απώλειες σε χοιρινό, πουλερικά και αυγά.
Το πάθημα…που δεν έγινε μάθημα
Η έκθεση, μάλιστα, υπενθυμίζει ότι η εξάρτηση από τη σόγια δεν είναι θεωρητικός κίνδυνος, αναφέροντας το εμπάργκο σόγιας των ΗΠΑ το 1973, που προκάλεσε διεθνείς αναταράξεις. Όπως επισημαίνει, η Ευρώπη δεν ανέπτυξε ποτέ συνεκτική στρατηγική απεξάρτησης. Πενήντα χρόνια μετά, η ίδια συγκέντρωση προμηθευτών παραμένει σε ένα ακόμη πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Τέσσερις στρατηγικές και ισάριθμα σενάρια για μείωση των εισαγωγών
Η έκθεση της The Protein Project προτείνει τέσσερις βασικούς άξονες πολιτικής για τη μείωση της εισαγωγικής εξάρτησης:
- αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, με επέκταση των ψυχανθών τόσο για ζωοτροφές όσο και για ανθρώπινη κατανάλωση.
- ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, με αξιοποίηση αγροδιατροφικών υποπροϊόντων και υπολειμμάτων ως πηγών πρωτεΐνης για ζωοτροφές και τρόφιμα.
- ανάπτυξη καινοτόμων πρωτεϊνών μέσω τεχνολογιών, όπως η προηγμένη ζύμωση, που μπορούν να παράγουν πρωτεΐνες χωρίς ανάγκη σόγιας.
- διαφοροποίηση των διατροφικών προτύπων προς περισσότερες φυτικές πηγές πρωτεΐνης, όπως όσπρια (φασόλια, φακές) και άλλα καινοτόμα τρόφιμα.
Οι τρεις πρώτες στρατηγικές αφορούν την πλευρά της προσφοράς, ενώ η τέταρτη εστιάζει στη ζήτηση. Και οι τέσσερις λειτουργούν συμπληρωματικά: η αύξηση της ζήτησης δημιουργεί κίνητρο για επενδύσεις στην παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, ενώ τα υποπροϊόντα μπορούν να τροφοδοτήσουν την παραγωγή καινοτόμων πρωτεϊνών. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα μετατρέπεται σε ένα πιο κυκλικό και διαφοροποιημένο μοντέλο, όπως προκύπτει από τα ευρήματα.
Η έκθεση, επιπλέον, εξετάζει την αποτελεσματικότητα των παραπάνω παρεμβάσεων αναλύοντας τέσσερα σενάρια με κοινό στόχο τη μείωση των εισαγωγών κατά 20% (περίπου 3 εκατ. τόνοι πρωτεΐνης) έως το 2035. Το Α «business as usual» αποτυγχάνει, ενώ τα Σενάρια Β (γεωργία/κυκλικότητα), Γ (καινοτομία/κατανάλωση) και Δ (ισορροπημένο) επιδιώκουν τον στόχο με διαφορετικές προσεγγίσεις. Από τα τέσσερα, το Δ κρίνεται πιο ρεαλιστικό, καθώς αξιοποιεί τα φυσικά όρια κάθε εργαλείου (γη, υποπροϊόντα, τεχνολογία, διατροφική αλλαγή) χωρίς υπερβολικές πιέσεις. Ακόμη, το ισορροπημένο σενάριο αποδίδει θετικές επιπτώσεις και ευρύτερα οφέλη και σε άλλους βασικούς δείκτες, όπως απασχόληση, αξία παραγωγής, εισόδημα αγροτών, υγεία καταναλωτών, εκπομπές και περιβάλλον, ενώ ενισχύει βιοποικιλότητα και αποδοτικότητα πόρων.
Απαραίτητος ο συντονισμός πολιτικών
Η εφαρμογή αυτών των στρατηγικών, σύμφωνα με τους αναλυτές, απαιτεί συντονισμό σε όλη την αλυσίδα τροφίμων. Η συγκυρία, μάλιστα, θεωρείται κρίσιμη λόγω των συζητήσεων για την ΚΑΠ μετά το 2027, του νέου πλαισίου ανταγωνιστικότητας και FP10, ενώ το ευρωπαϊκό πρωτεϊνικό σχέδιο αναδεικνύεται σε κομβικό εργαλείο.
Με στοχευμένες παρεμβάσεις σε παραγωγή, τεχνολογία και κατανάλωση, η ΕΕ μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από τη σόγια και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του διατροφικού της συστήματος.








