«Περισσότερα με λιγότερα» – Ο μονόδρομος της νέας ΚΑΠ

γράφει ο Δημήτρης Καπνιάς, διευθύντης έργου, GAIA ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

-Διαφήμιση-
gaia-sense

Σε μία πρόσφατη συνέντευξή του ο επίτροπος Γεωργίας της ΕΕ, Φιλ Χόγκαν, ανέφερε επί λέξει: «Η πρόταση της ΕΕ θέτει την καινοτομία, και συγκεκριμένα την ψηφιοποίηση, στο επίκεντρο. Κάθε κράτος-μέλος θα πρέπει να εξηγήσει τις ενέργειες που προτίθεται να κάνει, ώστε να προωθήσει τις συμβουλευτικές υπηρεσίες και να βελτιώσει τη διείσδυση της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης στο χωράφι μέσω της ευφυούς γεωργίας και της τηλεπισκόπισης».

Επεξηγώντας το πνεύμα της νέας ΚΑΠ, τόνισε ότι «η εμπειρία της εφαρμογής της τρέχουσας ΚΑΠ στις 28 χώρες με διαφορές στο κλίμα, στις μεθόδους παραγωγής και στις καλλιεργητικές πρακτικές και παραδόσεις κατέδειξε ότι δεν μπορούν πλέον οι Βρυξέλλες να καθορίζουν τι πρέπει να γίνει σε κάθε ένα από τα κράτη-μέλη».

geotexnikoi-simvoulesΜέσα στις δύο αυτές προτάσεις του επιτρόπου, συνοψίζονται οι βασικοί άξονες της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία θέτει την εισαγωγή της τεχνολογίας και της καινοτομίας στο χωράφι ως το μεγάλο ζητούμενο, απαιτώντας όμως ταυτόχρονα από κάθε κράτος-μέλος να οραματιστεί, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει το δικό του πρόγραμμα, με βάση τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά.

Η φράση «περισσότερα με λιγότερα» γίνεται όλο και περισσότερο το κεντρικό σλόγκαν της νέας ΚΑΠ για δύο λόγους:

Κατ’ αρχάς, αναφέρεται στη μείωση του προϋπολογισμού και στην ταυτόχρονη απαίτηση από τα κράτη-μέλη να δομήσουν και να ενθαρρύνουν πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις, με αυστηρά καθορισμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Πολύ πιο σημαντική, όμως, είναι η απαίτηση της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας ταυτόχρονα όμως με την ορθολογική χρήση των εισροών στο χωράφι, με άλλα λόγια η επίτευξη της επισιτιστικής ασφάλειας σε συνδυασμό, όμως, με τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της γεωργίας στο περιβάλλον.

Στην κριτική που ασκείται σχετικά με μία αναντιστοιχία των φιλοδοξιών της ΚΑΠ με τα μέσα που διατίθενται στα κράτη-μέλη για την υλοποίησή της, η ΕΕ παραθέτει μία σειρά από εργαλεία και παρεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση:

  • Η διάθεση 10 δις ευρώ για την έρευνα και την καινοτομία στον αγροδιατροφικό τομέα.
  • Η θεσμοθέτηση ισχυρών εθνικών και ευρωπαϊκών δικτύων με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων και με στόχο τη συνεργασία στην έρευνα και στην καινοτομία, τη δημιουργία και ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
  • Η θεσμοθέτηση ενός εκτεταμένου συστήματος παροχής γεωργικών συμβουλών προς τους παραγωγούς κάτω από την ομπρέλα του Συστήματος Γεωργικής Γνώσης και Καινοτομίας (ΑΚΙS).
  • Η δυνατότητα σχεδιασμού παρεμβάσεων που θα ενθαρρύνουν την ψηφιοποίηση και τις πρακτικές ευφυούς γεωργίας όχι μόνο διαμέσου του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά και στις άμεσες ενισχύσεις με την ενεργοποίηση των οικολογικών προγραμμάτων (eco schemes).
  • Η ελεύθερη πρόσβαση και η παροχή εργαλείων αξιοποίησης των ευρωπαϊκών δορυφορικών συστημάτων GALILEO και COPERNICUS, τα οποία και παράγουν δεδομένα υψηλής ακρίβειας και επαναληπτικότητας.

Η νέα ΚΑΠ, όμως, προχωρά ένα βήμα πιο πέρα από την παροχή εργαλείων προς την κατεύθυνση της χρήσης της τεχνολογίας, προδιαγράφοντας και υποχρεώσεις τόσο για τα κράτη-μέλη όσο και για τους ίδιους τους παραγωγούς.

Έτσι, προβλέπεται η υποχρεωτική δημιουργία ενός συστήματος παρακολούθησης καλλιεργειών, το οποίο θα λειτουργεί παράλληλα και συμπληρωματικά με αυτό του ΟΣΔΕ. Σε αυτό θα ενσωματώνονται διαρκώς δεδομένα δορυφορικών εικόνων, τα οποία και θα χρησιμοποιούνται τόσο για την καλύτερη διαχείριση των επιδοτήσεων, αλλά και για ως ένα πολυδιάστατο εργαλείο συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τους παραγωγούς, χάραξης γεωργικών πολιτικών και επιστημονικής έρευνας.

Την ίδια ακριβώς στόχευση, αλλά προς την κατεύθυνση των παραγωγών, έχει η ανάπτυξη του εργαλείου Βιωσιμότητας των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων. Ο κανονισμός επιβάλλει την υποχρεωτική χρήση από τους παραγωγούς αυτής της mobile εφαρμογής, στην οποία αρχικά θα καταχωρούνται πληροφορίες που αφορούν τα θρεπτικά συστατικά των εκμεταλλεύσεών τους. Αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη προσπάθεια εξοικείωσης των παραγωγών στη χρήση εφαρμογών, μέσω των οποίων θα μπορούν να αλληλεπιδρούν με τα πληροφοριακά συστήματα διαχείρισης της ΚΑΠ.

Δεν χρειάζεται, πάντως, να είναι κάποιος βαθύς γνώστης του χώρου για να αντιληφθεί ότι η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία και η υιοθέτησή τους από τους γεωργούς μόνο αυτονόητη διαδικασία δεν αποτελεί.

Ειδικότερα, για τη χώρα μας, δύο είναι τα κύρια πεδία που θα κρίνουν σημαντικά τον βαθμό επιτυχίας της ψηφιοποίησης.

Το πρώτο αφορά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων που πραγματικά θα ενθαρρύνουν τη χρήση τεχνικών ευφυούς γεωργίας κυρίως στον τομέα του εξορθολογισμού της χρήσης υδάτων, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, που αποτελεί και βασική στόχευση της ΚΑΠ. Η μετάβαση σε νέες καλλιεργητικές πρακτικές πάντα δημιουργεί ανασφάλεια και εμπεριέχει κινδύνους για τους παραγωγούς και οι επιδοτήσεις πρέπει να λειτουργούν ως κίνητρο και δικλείδα ασφαλείας.

Ο δεύτερος κρίσιμος τομέας αφορά τη δημιουργία ενός ισχυρού συστήματος γεωργικών συμβούλων, οι οποίοι και θα αναλάβουν το δύσκολο έργο της σύνδεσης των εργαλείων, των τεχνολογιών και των παρεμβάσεων με την παραγωγική διαδικασία. Τίποτα από όσα αναφέρθηκαν δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την αποτελεσματική παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και γι’ αυτό βέβαια στη νέα ΚΑΠ δίνεται τόσο μεγάλο βάρος στη λειτουργικότητά του.

Σε ένα αγροτικό παραγωγικό μοντέλο με μικρές και πολυτεμαχισμένες εκμεταλλεύσεις, η εισαγωγή της ευφυούς γεωργίας με τρακτέρ υψηλής τεχνολογίας, πέραν των όποιων μάλλον δικαιολογημένων οικολογικών αντιρρήσεων, είναι προφανώς απαγορευτικού κόστους για τη συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών.

Σε αυτό το περιβάλλον ο σχεδιασμός έξυπνων και ήπιων περιβαλλοντικά παρεμβάσεων, χαμηλής αρχικής επένδυσης και κόστους για τους αγρότες, σε συνδυασμό με την έγκαιρη και αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού των γεωργικών συμβούλων, μοιάζει μονόδρομος στην πορεία μας προς τη νέα ΚΑΠ.

-Διαφήμιση-