Οι ξένοι επενδυτές πιστεύουν στην αγροδιατροφή, αλλά ποντάρουν στη σιγουριά του τουρισμού της Ελλάδας

Τι δείχνει η έρευνα της Ernst & Young για τις προτεραιότητες και τα «θέλω» των ξένων επενδυτών σε ότι αφορά τη χώρα μας

-Διαφήμιση-

Δύο εκ πρώτης όψεως αντιφατικά ευρήματα για τον εγχώριο κλάδο τροφίμων και αγροτικών προϊόντων καταγράφει η μεγάλη έρευνα της Ernst & Young (EY) Ελλάδας για την ελκυστικότητα της χώρας μας ως επενδυτικού προορισμού που είδε την Τετάρτη το φως της δημοσιότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, που διενεργήθηκε σε συνεργασία με το CSA Institute, ο αγροδιατροφικός τομέας απορρόφησε το 14% των άμεσων ξένων επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα το διάστημα 2009-2018, ποσοστό που φέρνει τον κλάδο στη δεύτερη θέση της σχετικής λίστας, πίσω μόνο από τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις στις οποίες κατευθύνθηκε το 19%.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, όταν οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να ονοματίσουν, κατά σειρά, τους δύο τομείς στους οποίους εκτιμούν ότι θα βασιστεί η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια, μόλις το 1% ανέφερε την αγροτική οικονομία είτε ως πρώτη είτε ως δεύτερη επιλογή.

Η πρόθεση επένδυσης στην Ελλάδα εμφανίζεται αυξημένη μεταξύ των επιχειρήσεων από την Αμερική (35%) έναντι των ευρωπαϊκών (27%)

Η αντίφαση αυτή, όπως προκύπτει από την έρευνα, έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με τις «εδραιωμένες αντιλήψεις των επενδυτών για τα όρια των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία». Έτσι, παρά το γεγονός ότι το 47% θεωρεί ότι η εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο και το 76% αναμένει ότι θα βελτιωθεί περαιτέρω την ερχόμενη τριετία, πάνω από δύο στους τρεις (69%) προτιμούν να ποντάρουν τα λεφτά τους στη σιγουριά του τουρισμού ως κινητήριας δύναμης ανάπτυξης της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια, ιεραρχώντας πολύ χαμηλότερα κλάδους με αναμφισβήτητες, όπως παραδέχεται και η EY, προοπτικές, όπως η αγροδιατροφή, τα logistics ή η ενέργεια.

Όσοι έχουν ήδη επενδύσει, συνεχίζουν

Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι, ενώ το 30% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι σκέφτεται να δημιουργήσει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα τη χρονιά που έρχεται (σ.σ. το υψηλότερο ποσοστό από όλες τις χώρες της έρευνας), η διάθεση αυτή για επενδύσεις προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από επιχειρήσεις που βρίσκονται ήδη στη χώρα. Πρόκειται για τάση που παρατηρείται και σε άλλες χώρες, ωστόσο στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πολύ πιο έντονη, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό.

Επικίνδυνη η εξάρτηση από τον τουρισμό

Εξίσου ανησυχητική είναι και η εξάρτηση από τον τουρισμό, όπως αποτυπώνεται στην ολοκληρωτική κυριαρχία του στις εκτιμήσεις των επενδυτών. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για έναν από τους λίγους κλάδους που αναπτύσσονται με υψηλούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, λειτουργώντας ως ανάχωμα στην ύφεση και συνιστώντας, όπως επισημαίνει η ΕΥ, μοχλό περιφερειακής ανάπτυξης και βασικό πυλώνα για την επάνοδο της οικονομίας σε βιώσιμη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ένας κλάδος που χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα (το 80,2% των αφίξεων και το 84,4% των εσόδων καταγράφονται μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου), ενώ παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητος σε πιθανές αρνητικές εξελίξεις σε γεωπολιτικό επίπεδο, καθώς και σε φυσικές ή οικολογικές καταστροφές.

Σημειωτέον ότι το 2018 η Ελλάδα υποδέχτηκε 30,1 εκατ. τουρίστες, παρουσιάζοντας αύξηση 10,8%, με τις εισπράξεις να διαμορφώνονται σε περίπου 15,9 δισ. ευρώ (αύξηση κατά 11,7%) και τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη στα 527 ευρώ (αύξηση 0,8%, λόγω της αυξημένης δαπάνης ανά διανυκτέρευση από 68 σε 70 ευρώ). Το σύνολο της επενδυτικής δραστηριότητας στον κλάδο το 2017 έφτασε τα 3,4 δισ. ευρώ και το 2018 τα 5 δισ. ευρώ.

Ρεκόρ δεκαετίας το 2018

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα το 2018 ήταν μόλις 13, πολύ λιγότερες από χώρες με παρόμοιο μέγεθος ή πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία (74), η Σερβία (119) ή η Ιρλανδία (205). Μάλιστα, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας δεν ξεπέρασαν τις 129, ήτοι το 0,27% του συνόλου στην Ευρώπη, με τη χώρα μας να παραμένει στην 32η θέση της σχετικής λίστας, την ώρα που π.χ. η Σερβία αναρριχήθηκε από την 23η στη 12η θέση και η Λιθουανία από την 31η στη 16η.

Σύμφωνα, δε, με το European Investment Monitor της ΕΥ, που παρακολουθεί τις επενδύσεις σε έργα που δημιουργούν νέες εγκαταστάσεις και νέες θέσεις εργασίας, η Ελλάδα παραμένει διαχρονικά ουραγός μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς την προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο, υπάρχουν και αρκετά ενθαρρυντικά μηνύματα:

Το 2018 οι καθαρές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων κατέγραψαν αύξηση 12,5% και ανήλθαν, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σε 3,6 δισ. ευρώ, ποσό που είναι το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας, με τη σημείωση βέβαια ότι το 20% αυτών συνδέεται με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Επιπλέον, η ψηφιακή τεχνολογία προσέλκυσε στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας παρόμοιο μερίδιο ξένων επενδύσεων με εκείνο της υπόλοιπης Ευρώπης (12% έναντι 14%), ενώ αξιοσημείωτη είναι και η άνθηση των νεοφυών επιχειρήσεων, που πλέον ανέρχονται σε 2.000 και έχουν αντλήσει κεφάλαια άνω των 250 εκατ. ευρώ από το 2012 και μετά. Σημειωτέον ότι το 25% των ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων εξάγει σε χώρες της ΕΕ, όταν ο μέσος όρος για την Ευρώπη είναι το 17,7%.

Ψηφιακή τεχνολογία, o πιο hot κλάδος

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ευρώπη το 2018 ανήλθαν σε 6.356, καταγράφοντας μείωση 4%. Ωστόσο, αυτές που αφορούν τον αγροδιατροφικό τομέα σημείωσαν αύξηση 11% σε σχέση με το 2017, φτάνοντας τις 402 σε αριθμό και το 6% ως ποσοστό του συνόλου.

Στην κορυφή, βέβαια, παραμένει ο τομέας της ψηφιακής τεχνολογίας που για έκτη συνεχή χρονιά προσέλκυσε τον μεγαλύτερο αριθμό επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (19% του συνόλου), καταγράφοντας αύξηση 5% έναντι του 2017, ενώ ο αριθμός τους έχει υπερδιπλασιαστεί την τελευταία πενταετία.

Η Δυτική Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των επενδυτών, με το υψηλότερο ποσοστό (56%) των τελευταίων δέκα ετών, ακολουθούμενη από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (40%), η οποία προ πενταετίας βρισκόταν στην τέταρτη θέση.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «ΥΧ»
που κυκλοφόρησε
Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019
-Διαφήμιση-