Πρέσινγκ στις Βρυξέλλες για παρέμβαση στην αγορά λιπασμάτων

Μέτρα που θα αναχαιτίσουν τις αυξήσεις στα κόστη παραγωγής ζητούν κράτη-μέλη και οργανώσεις

Δύσκολη εξίσωση με πολλές και απρόβλεπτες μεταβλητές αποδεικνύεται η επιλογή καλλιέργειας στο πλαίσιο των φθινοπωρινών σπορών εν μέσω του κύματος ανατιμήσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη στα εφόδια και, γενικότερα, στα κόστη παραγωγής.

Η τελευταία έκθεση βραχυπρόθεσμων προοπτικών του γεωργικού τομέα που έδωσε στη δημοσιότητα η Κομισιόν (Οκτώβριος 2021), αποτυπώνει αρκετά καθαρά την κατάσταση που καλούνται να διαχειριστούν οι επαγγελματίες του χώρου, με μοναδικό «σύμμαχό» τους έως τώρα τις αυξήσεις τιμών στις λεγόμενες «μεγάλες καλλιέργειες» το βάθος και η διάρκεια των οποίων, ωστόσο, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας που παραθέτει η έκθεση, οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν μεσοσταθμικά κατά 78% μέσα σε διάστημα 12 μηνών (Σεπτέμβριος 2020 – Σεπτέμβριος 2021), ποσοστό υπερδιπλάσιο των αυξήσεων που σημειώθηκαν σε ολόκληρο το ενεργειακό φάσμα (38%) μέσα σε 22 μήνες (Δεκέμβριος 2019 – Σεπτέμβριος 2021).

Εκτοξεύτηκαν τα ναύλα

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση στα μεταφορικά κόστη και δη στα ναύλα, οι τιμές των οποίων έχουν εκτοξευθεί, με τον σχετικό δείκτη να σημειώνει άνοδο 650% (δηλαδή 7,5 φορές πάνω) μεταξύ Δεκεμβρίου 2019 και Σεπτεμβρίου 2021. Την κατάσταση εδώ έρχεται να επιδεινώσει ο πολύ χαμηλός ρυθμός εισόδου νέων κοντέινερ στο παγκόσμιο σύστημα μεταφορών, δεδομένου ότι πολλές παραγγελίες που είχαν γίνει προ πανδημίας ακυρώθηκαν στη διάρκεια των λοκντάουν.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι αναλυτές της Κομισιόν εκλαμβάνουν ως θετικό το γεγονός ότι οι τιμές του πετρελαίου (οι οποίες, βέβαια, επίσης έχουν αυξηθεί σε σχέση με πέρυσι) δείχνουν εσχάτως σταθεροποιητικές τάσεις και αναμένεται να παραμείνουν κάτω από τα 70 δολάρια/βαρέλι (σε επίπεδο brent) μέχρι το 2023, αποτυπώνοντας, όπως σημειώνουν, «μια ισορροπία μεταξύ της ελαφρώς αυξανόμενης προσφοράς και της εύθραυστης, λόγω των συνθηκών, ανάκαμψης της ζήτησης».

Πονοκέφαλος με το φυσικό αέριο

Πίσω από τις δραματικές αυξήσεις στα λιπάσματα βρίσκεται το ράλι στις τιμές του φυσικού αερίου, το οποίο, επιπλέον, φαίνεται ότι έχει ακόμα αρκετό… καύσιμο στο ντεπόζιτό του. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της IΗS Markit, που παραθέτει η Κομισιόν, η τιμή χονδρικής αναμένεται να φτάσει τα 18 δολ./MMBtu στο τέταρτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, νούμερο που σηματοδοτεί αύξηση 240% σε σχέση με έναν χρόνο πριν και 48% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2021. Σε νεότερη, δε, ανακοίνωσή της η Επιτροπή προειδοποιεί ότι αν και οι τιμές αναμένεται να μειωθούν την άνοιξη του 2022, θα παραμείνουν σε υψηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο των προηγούμενων δέκα ετών, χωρίς να αποκλείονται μάλιστα και νέα ανοδικά «ξεσπάσματα» μεσοπρόθεσμα.

Το γεγονός ότι το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει έως και το 80% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τις ανατιμήσεις που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα στα προϊόντα θρέψης, όχι όμως εξ ολοκλήρου.

Όπως έγραψε σε πρόσφατο σχετικό ρεπορτάζ η «ΥΧ», η ανοδική πορεία των τιμών των λιπασμάτων είχε ξεκινήσει από τις αρχές του έτους, κυρίως λόγω της ζωηρής ζήτησης (ιδίως από την πλευρά της Κίνας) και των ανεβασμένων τιμών σε πολλά βασικά αγροτικά προϊόντα, την ώρα που η προσφορά λιπασμάτων δεν παρουσίασε ιδιαίτερες μεταβολές. Επί της ουσίας, λοιπόν, το άλμα στις τιμές του φυσικού αερίου από τον Ιούλιο και μετά ήρθε να επιταχύνει και να δώσει ακόμα μεγαλύτερη ένταση στην τάση αυτή.

Καμπανάκι από COPA-COGECA

Ανταποκρινόμενη στο… ωστικό «ενεργειακό κύμα» και σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ούτως ή άλλως εύθραυστη ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών, η Κομισιόν ανακοίνωσε πρόσφατα μια εργαλειοθήκη μέτρων και παρεμβάσεων για την προστασία των επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

Από το «πακέτο» αυτό, ωστόσο, απουσιάζουν οι αγρότες ενώ, όπως σημειώνουν σε έγγραφό τους οι COPA-COGECA, δεν θίγεται καθόλου το ζήτημα των ανατιμήσεων στα λιπάσματα. Αυτό ενδεχομένως να οφείλεται στην πεποίθηση ότι οι αυξήσεις στις τιμές των αγροτικών προϊόντων θα βοηθήσουν τους παραγωγούς να απορροφήσουν το έξτρα κόστος.

Ακόμα όμως και αν ισχύει αυτό για τις μεγάλες αροτραίες καλλιέργειες (π.χ. σιτηρά), δεν συμβαίνει το ίδιο και για τα υπόλοιπα αγροτικά προϊόντα, τα οποία, όπως είχε γράψει η «ΥΧ», δεν έχουν επωφεληθεί εξίσου από το ράλι των τιμών. Επιπλέον, όπως υπογραμμίζουν οι COPA-COGECA, το αυξημένο κόστος των εισροών και, ειδικότερα, των λιπασμάτων αναμένεται να καθυστερήσει τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και σε δράσεις που θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της «Πράσινης Συμφωνίας» (Green Deal).

«Oικονομικές, αλλά και κοινωνικές οι συνέπειες»

Tην άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζονται και οι κυβερνήσεις αρκετών ευρωπαϊκών κρατών. Στο τελευταίο συμβούλιο των υπουργών Γεωργίας, ο Πολωνός υπουργός, Grzegorz Puda, προειδοποίησε ότι αν οι τιμές των λιπασμάτων συνεχίσουν να αυξάνονται, θα βρεθούμε μπροστά σε μια νέα διατροφική κρίση η οποία, πέρα από οικονομικές, θα έχει και σοβαρές κοινωνικές συνέπειες. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γάλλος υπουργός Γεωργίας, Julien Denormandie, ο οποίος δήλωσε ότι συμφωνεί με την εκτίμηση του Πολωνού συναδέλφου του, προσθέτοντας ότι ο συνδυασμός των αυξήσεων στις τιμές των λιπασμάτων με τους στόχους του Green Deal θα μπορούσαν να απειλήσουν τη διατροφική ασφάλεια όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη.

Στο θέμα παρενέβη πρόσφατα και ο Fertilizers Europe, φορέας που εκπροσωπεί την ευρωπαϊκή βιομηχανία λιπασμάτων, με τον γενικό διευθυντή του, Jacob Hansen, να σχολιάζει ότι η εργαλειοθήκη που προανήγγειλε η Κομισιόν δεν ανταποκρίνεται στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Προειδοποίησε, δε, ότι οι προσωρινές αναστολές παραγωγής στις οποίες προχώρησαν αρκετά εργοστάσια στη Γηραιά Ήπειρο ενδεχομένως να γίνουν μόνιμες, υπό το βάρος του πολύ υψηλού κοστολογίου. Σημείωσε, μάλιστα, ότι το βάρος των αυξημένων τιμών θα γίνει ακόμα πιο εμφανές στους αγρότες την άνοιξη του 2022, καθώς αυτή είναι η περίοδος που, κατά κανόνα, χρησιμοποιούν προϊόντα θρέψης.

Φόβοι για ελλείψεις εφοδίων την ερχόμενη άνοιξη

Πέρα από τις υψηλές τιμές, ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τους επόμενους μήνες οι αγρότες, αλλά και, ευρύτερα, όσοι εμπλέκονται στην αγορά εφοδίων έχει να κάνει με τη διαθεσιμότητα των προϊόντων.

Ιδίως στην περίπτωση που η προσωρινή διακοπή λειτουργίας (CF Industries Holding) ή η μείωση παραγωγής (Υara, Borealis) που αποφάσισαν πρόσφατα μεγάλες βιομηχανίες παραγωγής αμμωνίας στην Ευρώπη παραταθούν επί μακρόν ή λάβουν… μονιμότερο χαρακτήρα, όπως δυσοίωνα προέβλεψε ο γενικός διευθυντής τoυ Fertilizers Europe, Jacob Hansen. Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, υπάρχει έντονη φημολογία στην ελληνική αγορά για παρόμοιο σχεδιασμό από πλευράς μεγάλης εγχώριας βιομηχανίας λιπασμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα έχει αρχίσει να συζητείται ευρέως στους κύκλους των ανθρώπων του κλάδου, ορισμένοι εκ των οποίων προεξοφλούν ότι την άνοιξη του 2022 θα ανακύψει ζήτημα επάρκειας προϊόντων θρέψης, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ποιότητα και τις αποδόσεις των εκμεταλλεύσεων.

Ενδεικτική είναι και η αναφορά στο έγγραφο των COPA – COGECA: «Κανείς δεν έχει μια γυάλινη σφαίρα, ώστε να προβλέψει ποια θα είναι η παγκόσμια διαθεσιμότητα την ερχόμενη άνοιξη, όταν και ξεκινά η περίοδος χρήσης των αζωτούχων λιπασμάτων», σημειώνουν χαρακτηριστικά οι οργανώσεις, προσθέτοντας ότι η αβεβαιότητα και ο φόβος των ελλείψεων ενδεχομένως να κάνουν πολλούς Ευρωπαίους αγρότες να αλλάξουν τον προγραμματισμό τους, επιλέγοντας καλλιέργειες λιγότερο απαιτητικές σε αζωτούχα λιπάσματα.

Φυσικά, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη θρέψη. Όπως σημείωνε στην πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε στην «ΥΧ» o διευθύνων σύμβουλος της ADAMA Hellas, Fernando Ondarza, ακόμα και στον κλάδο των φυτοπροστατευτικών η μεγαλύτερη πρόκληση για τους επόμενους μήνες αφορά τη διαθεσιμότητα: «Κάποια προϊόντα δραστικές ουσίες θα συνεχίσουν να είναι σε έλλειψη, γιατί οι εταιρείες απλά δυσκολεύονται να τα βρουν και, κυρίως, να τα έχουν διαθέσιμα τη στιγμή που τα χρειάζεται ο αγρότης», υπογράμμιζε ο κ. Ondarza, εξηγώντας ότι σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η ενεργειακή κρίση που αντιμετωπίζει η Κίνα, όπου εντοπίζονται πολλά εργοστάσια παραγωγής δραστικών ουσιών.

Ευνοούνται οι Βορειοαμερικανοί

Στο μεταξύ, κάποιοι αναλυτές εκτιμούν ότι η συγκυρία μπορεί να οδηγήσει σε αναδιάταξη δυνάμεων και αναδιανομή μεριδίων μεταξύ των βασικών παικτών της αγοράς λιπασμάτων. Πρόσφατο ρεπορτάζ του Bloomberg σημείωνε ότι η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου και, συνακόλουθα, του κόστους παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων στην Ευρώπη ευνοεί τις βιομηχανίες που έχουν βάση ή παραγωγικές μονάδες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

«Οι βορειοαμερικανικές επιχειρήσεις θα έχουν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τις πολύ υψηλές τιμές, απολαμβάνοντας παράλληλα χαμηλότερα ενεργειακά κόστη», αναφέρει το πρακτορείο, παραθέτοντας τα παραδείγματα των Nutrien και CF Industries. Η τελευταία, βέβαια, ήταν από τις πρώτες που προχώρησαν τον Σεπτέμβριο σε αναστολή λειτουργίας των δύο εργοστασίων που διατηρεί στη Μεγάλη Βρετανία.